Pages

Τρίτη, 18 Οκτωβρίου 2016

ΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΩΝ (ΠΟΝΤΙΩΝ) ΕΛΛΗΝΩΝ ΣΤΟΝ ΚΑΥΚΑΣΟ. Τα Ελληνικά Γράμματα στον Καύκασο.

 (Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα  "Το  Κράτος" Αθήνα 19 & 22 του Μάη 1911 ).

Οι Έλληνες που ζουν στα χωριά του Καυκάσου μετανάστεψαν απ’ τον Πόντο πριν 30 χρόνια αποφεύγοντας το τούρκικο μαχαίρι και τις βρισιές των Τούρκων. Δεν μπορούμε βέβαια εδώ να καταδείξουμε πόσο μεγάλα και τι λογής μαρτύρια πάθαιναν οι Έλληνες του Πόντου από πολλούς αιώνες. Γι’ αυτά μιλάει η ιστορία, μα εμείς εδώ ένα  πράγμα μπορούμε να πούμε ότι, η ελεύθερη εξάσκηση στη Ρωσία των θρησκευτικών καθηκόντων παρακίνησε τους περισσότερους Έλληνες του Πόντου να μεταναστέψουν στον Καύκασο.
 Οι μεταναστεύσεις ήσαν αγιάτρευτη πληγή για τον ελληνισμό του Πόντου, μα η άνετη ζωή  στη Ρωσία και η εκ μέρους των ρωσικών  Αρχών παραχώρηση χωραφιών στους μετανάστες Έλληνες και μάλιστα στους Σανταίους  έκαναν την μετανάστευση γενική  και βλέπομε να ερημώνονται γραμμή τα ελληνικά χωριά του Πόντου. Η μετανάστευση που διαδόθηκε μετά τον πόλεμο του 1873 σαν πυρκαγιά στον Πόντο έκανε την τούρκικη κυβέρνηση ν’ ανησυχήσει και ύστερα από παραστάσεις της τούρκικης κυβέρνησης η Ρωσία δεν δεχόταν μετά το 1883  αθρόες μεταναστεύσεις, μα οι μερικές μεταναστεύσεις που έγιναν από τότε ήσαν πολύ σοβαρές και μαζί με τις μαζικές τέτοιες αφάνισαν τον ελληνισμό του Πόντου. 
Το μεταναστευτικό ρεύμα παρέσυρε όχι μονάχα φτωχούς μα και πλούσιους που καίγονταν από την επιθυμία να δουν με τα μάτια τους και να προσκυνήσουν το έδαφος της Αγίας Ρωσίας! Τόσο μεγάλη ήταν η αφοσίωση και τόσο σφοδρός ο έρωτας των ομογενών στην ομόδοξη Ρωσία! 
Τους Έλληνες αγρότες που ζούσαν στο εσωτερικό του Πόντου και περνούσαν τη ζωή τους με ταλαιπωρίες και κακουχίες δε μπορεί κανείς να τους κατηγορήσει για τη μεγάλη τους αφοσίωση στη Ρωσία, μα μια τέτοια αφοσίωση πρέπει να έχει κάποια όρια, γιατί τις τέτοιες  αφοσιώσεις στους ξένους  ακολουθούν  ο εκφυλισμός και η αφομοίωση, πράγματα που πρέπει να φοβόμαστε. 
Δεξιά η Ευθυμία Μαρουφίδου (η Παρδάβα) το γένος Πιστοφίδου, γεννήθηκε στη Σαντά το 1860. Όρθια η νύφη της Παρθένα Μαρουφίδου το γένος Ανδρεάδου, γεννήθηκε το 1890 στη Σαντά. Αριστερά άγνωστη. Έζησαν και πέθαναν στην Τσάκβα Γεωργίας .
Φωτογραφία γύρω στο 1912*
Ο φιλορωσισμός των  Ελλήνων του Πόντου αποδίδεται από πολλούς στην  επίδραση του ρωσικού πλούτου, μα εμείς φρονούμε πως αποδίδεται απ' τη μια μεριά στην αθλιότητα της τούρκικης διοίκησης  κι απ' την άλλη μεριά στην ένοχη αδιαφορία των κυβερνητών της  ελεύθερης Ελλάδας.
 Οι Έλληνες κυβερνήτες κατά την  εποχή που διακυβευόταν η ύπαρξη του Ελληνισμού του Πόντου δεν άξιζε να  ενδιαφέρονται για την τύχη του, να ανησυχούν για την εξάπλωση της μετανάστευσης και να λάβουν τα κατάλληλα μέτρα για την διάσωσή τους;;;
 Δυστυχώς δεν ακούστηκε από την Ελλάδα καμιά φωνή συμπόνιας για τους κακόμοιρους μετανάστες, που τους  ανάγκασαν τα βάσανα της τούρκικης τυραννίας ν’ απαρνηθούν τη γη των πατέρων τους, ν’ αφήσουν τους τάφους των προγόνων τους και να σκορπίσουν σε όλα τα σημεία της Αυτοκρατορίας του Βορρά. Οι κακόμοιροι αυτοί ελληνικοί πληθυσμοί  έδιναν θέαμα σπαραξικάρδιο κατά τον αποχωρισμό από την  λατρευτή πατρίδα τους κι  από τους συγγενείς τους. 
Πολλές βδομάδες πριν μεταναστεύσουν μοιρολογούσαν κι’  αναστέναζαν, άφηναν εκκρεμείς τις υποθέσεις τους, οι γυναίκες προσκυνούσαν με ευλάβεια το χώμα της πατρίδας τους για τελευταία φορά, τα παιδιά βλέποντας τους γονιούς τους να μοιρολογούν αναστέναζαν κι' αυτά, οι γέροι  σταυροκοπιόνταν και προσεύχονταν για τους μετανάστες  και γενικά επικρατούσε απέραντη θλίψη και απογοήτευση ως την μέρα του αποχωρισμού!

Έξαφνα ένα πρωί σήμαναν οι καμπάνες του αποχωρισμού! Καμιά πένα δεν μπορεί να περιγράψει τις δραματικές σκηνές που εξελίσσονταν τότε ανάμεσα στον ελληνικό λαό του Πόντου! Έκλαιγαν οι μετανάστες, έκλαιγαν οι συγγενείς τους, πολλοί μετανάστες λιποθυμούσαν, πολλοί βουβαίνονταν, άλλοι έχαναν το λογικό κι’ απ' το μισό δρόμο ήθελαν να γυρίσουν πίσω στην πατρίδα τους, μα η σκληρή τους μοίρα τους ανάγκαζε να συνεχίσουν το ταξίδι τους και να χαθούν άδικα για τον ελληνισμό.
Εκφράζομε παράπονα εναντίον των κυβερνητών της  Ελλάδας και έχομε δίκαιο. Γιατί όταν το 1881 προσαρτήθηκε η Θεσσαλία στην Ελλάδα έπρεπε αμέσως οι κυβερνήτες να μελετήσουν την λύση του θεσσαλικού ζητήματος  και αφού  έκαναν μια απαλλοτρίωση των τσιφλικιών της να εγκαταστήσουν σ’ αυτή τα εκατομμύρια των  Ελλήνων του Πόντου και των άλλων τμημάτων του υπόδουλου  Ελληνισμού. Μα αν δεν έγινε το πράγμα αυτό ως σήμερα μπορεί να γίνει  στο εξής, φτάνει μόνο να  υπάρξει θέληση σιδερένια  και την τέτοια θέληση την έχει η σημερινή Ανορθωτική Κυβέρνηση της Ελλάδας, που απ’ αυτήν αναμένει πολλά τα καλά ο απανταχού Ελληνισμός.

Για την εκπαιδευτική κίνηση των Ελλήνων μεταναστών του Καύκασου έχομε να πούμε τα παρακάτω: Οι Σανταίοι και οι άλλοι ομογενείς που μετανάστεψαν πριν 80 χρόνια στην Τσάλκα της Τιφλίδας, επειδή εκείνη την εποχή και οι Έλληνες του Πόντου δεν είχανε σχολεία δεν δώσανε καμιά προσοχή στα ελληνικά γράμματα.
Οι Σανταίοι και μερικοί άλλοι που μετανάστεψαν στο Σέκιτλη πριν 60 χρόνια έχουν αρκετή διαφορά από τους Τσάλκαληδες, γιατί φροντίζουν μαζί με τα ρωσικά να μάθουν και ελληνικά.
Οι Σανταίοι και οι άλλοι μετανάστες της περιφέρειας Κάρς δυστυχώς ανάθεσαν τη διδασκαλία των ελληνικών σε Έλληνες ρωσοδιδασκάλους, οι οποίοι για κάθε άλλο είναι κατάλληλοι παρά γι’ αυτό. Άξιοι πολλού επαίνου είναι οι Σανταίοι που μετανάστεψαν στην περιφέρεια Βατούμ για τους παρακάτω λόγους: 
Πρώτον, είδαν ότι η ρωσική κυβέρνηση έστειλε στα χωριά των παλαιότερων μεταναστών ρώσους ιερείς, γι' αυτό έφεραν μαζί τους  απ’ τη Σάντα δικούς τους Έλληνες ιερείς και τους σύστησαν στους επισκόπους Ποτίου, οι  οποίοι αν και  ήσαν Ρώσοι δέχθηκαν με προθυμία να διορίσουν τους τέτοιους  ιερείς στα χωριά των Σανταίων.
 Δεύτερον, φρόντισαν μερικοί να φέρουν μαζί τους απ’ τη Σαντά  Έλληνες δασκάλους, όπως έφερε το χωριό Κβήρηκα τον δάσκαλο Κ. Ροδόπουλο, άλλοι δε ζήτησαν και πήραν από την Σαντά αργότερα Έλληνες δασκάλους. Αυτά φανερώνουν την αφοσίωση των μεταναστών αυτών στα πάτρια και την μεγάλη τους προθυμία στα ελληνικά γράμματα. Αξιοπαρατήρητο είναι το εξής ότι διατηρούν οι μετανάστες αυτοί ζωηρή την ανάμνηση της δοξασμένης πατρίδας τους Σαντάς και πολλοί απ’ αυτούς νοσταλγούν την Σαντά και καίγονται από την επιθυμία να  επισκεφτούν την γενέτειρά τους. Η νοσταλγία τους αυτή δεν θα σβήσει ποτέ, γιατί οι μετανάστες κάθε ώρα και στιγμή έρχονται σε επικοινωνία με τους ξενιτεμένους της Σαντάς, των οποίων η πρώτη φροντίδα μόλις πατήσουν το έδαφος της Ρωσίας είναι να επισκεφθούν τους Σανταίους μετανάστες της περιφέρειας Τ σιρούκσου—Βατούμ. Το φαινόμενο αυτό με κάνει να συμπεραίνω ότι αν  η κακή Μοίρα του ελληνισμού θελήσει μια μέρα να εξαλείψει τον πατριωτισμό των ομογενών του Καυκάσου, τον πατριωτισμό των Σανταίων της περιφέρειας  Βατούμ πολύ δύσκολα θα μπορούσε να εξαλείψει.
Για τους μετανάστες Σανταίους της περιφέρειας Σοχούμ έχομε να πούμε:
 Αυτοί  από την πρώτη μέρα που μετανάστεψαν καλλιέργησαν με μεγάλο ζήλο τα ελληνικά γράμματα. Σ’ αυτό τους οδηγούσε ο ακαταπόνητος και μορφωμένος ιερέας Παπα Κοσμάς Λαμπριανίδης που διάλεξε συμπαραστάτη του τον δάσκαλο Παντελή Παπαδόπουλο. Οι δύο αυτοί άνδρες μόνη φροντίδα τους είχαν να κατηχήσουν τους μετανάστες Σανταίους στα εθνικά ιδεώδη. 
Φρόντισαν αυτοί να φτιάξουν ελληνικά σχολεία σ’ όλα τα χωριά, κάθε χρόνο στις  εξετάσεις παρευρισκόταν πολύς κόσμος που χειροκροτούσε και επευφημούσε τις προόδους των μαθητών στα ελληνικά, η ελληνική ιδέα θριάμβευε, οι μετανάστες Σανταίοι έκλαιγαν από συγκίνηση, η νοσταλγία τους προς την μητέρα Σάντα  ξεχείλιζε, οι μητέρες φιλούσαν τα παιδιά τους που απαντούσαν θαρραλέα στις εξετάσεις, στους λόγγους και στα φαράγγια των χωριών αντηχούσαν εθνικά τραγούδια, στα χείλη  όλων φερόταν το εθνικό τραγούδι της  εποχής , Ω λυγηρόν και  κοφτερόν σπαθί μου  και παντού άκουγες τις λέξεις Σάντα, Ελλάδα! Τέτοια ήταν η κατάσταση των Σανταίων της περιφέρειας Σοχούμ ως το 1900. Κάποιος βάσκανος δαίμονας που φθονεί την δόξα του  ελληνισμού έθεσε τέλος στη ζωή του αοίδιμου Παπα Κοσμά  και από τότε η κατάσταση άλλαξε. 
Οι Σανταίοι  επειδή έχασαν τον μόνο τους πνευματικό οδηγό και προστάτη παρασύρθηκαν από το πνεύμα της εποχής, ενέδωσαν στην πίεση των ρωσικών αρχών, άθελά τους εκτοπίσθηκε από τα σχολεία τους η ελληνική γλώσσα και μπήκε η ρωσική.  Η απότομη αυτή μεταβολή μπορεί να  έχει καταστρεπτικές συνέπειες για το μέλλον  και παρακαλούμε  τους αρμοδίους  να προσέχουν το ζήτημα αυτό για να μην  θρηνήσουμε καμιά μέρα εθνικές απώλειες.
Σήμερα σε μερικά χωριά των μεταναστών εργάζεται και Έλληνας δάσκαλος , μα η διδασκαλία των ελληνικών περιορίζεται σε μια ώρα την ημέρα για να μην παρεμποδιστεί η διδασκαλία των Ρωσικών.

Μιλτιάδης Νυμφόπουλος












**Σύμφωνα με τον κ. Χρήστο Αηδονίδη αυτή που κάθεται από αριστερά  είναι η Κυριακή Καϊσίδου το γένος Πουνερίδου. Ακόμη αναφέρει οτι η φωτογραφία πρέπει να είναι του 1923 με 1925.