Pages

Κυριακή, 2 Οκτωβρίου 2016

Ο ελληνισμός της νότιας Ρωσίας μετά την οκτωβριανή επανάσταση και η επίσημη θέση των σοβιετικών για τον ελληνισμό της νότιας Ρωσίας.

α. Η ελληνική συμμετοχή στην εκστρατεία της Ουκρανίας.
Τα λόγια του Κλεμανσώ προς τον Ρωμάνο ήταν: “Εάν η Ελλάδα, μας αρνηθεί, τότε και εγώ θα αρνηθώ την Ελλάδα”, εννοώντας τη συμμετοχή του ελληνικού στρατού στην εκστρατεία της Ουκρανίας. Οι φράσεις αυτές του Κλεμανσώ μιλούν έντονα και χωρίς περιστροφές. Θορυβημένος, ο Ρωμάνος ειδοποιεί τον Κλεμανσώ για το μήνυμα του Βενιζέλου που επιβεβαιώνει στον Κλεμανσώ ότι δέχεται τις προτάσεις της Γαλλίας.  Όμως, η ελληνική κυβέρνηση με μεγάλο δισταγμό έβλεπε ένα παρόμοιο εγχείρημα, ενώ ο αρχηγός του επιτελείου του ελληνικού στρατού Παρασκευόπουλος, ήταν αντίθετος με την περιπέτεια αυτή, καθώς όπως φαίνεται και ο Βενιζέλος ο ίδιος. 
Μετά από πολλές ταλαντεύσεις και με γνώμονα πάντοτε την εύνοια της Γαλλίας στη διάσκεψη της ειρήνης, άρχισαν οι προετοιμασίες και στις 4 Ιανουαρίου 1919, 42.000 άνδρες των ενόπλων δυνάμεων της Ελλάδας ετοιμάσθηκαν να αποπλεύσουν στη Ρωσία. Η μαζική αναχώρηση του ελληνικού στρατού δεν έγινε ποτέ και μόνο στις 20 Ιανουαρίου 1919 οι πρώτες ελληνικές ένοπλες δυνάμεις με 3.600 άνδρες προσέγγισαν στο λιμάνι της Οδησσού. Η κύρια αποβατική επιχείρηση έγινε μεταξύ 27 Φεβρουαριου και 11 Μαρτίου, 26 Μαρτίου και 1η Απριλίου του 1919. Το σύνολο του εκστρατευτικού στρατού ήταν 23.351 Έλληνες στρατιώτες (βλ. Γενικό Επιτελείο Στρατού).
ΚΙΛΚΙΣ

β. Η εκκένωση της Κριμαίας και η όξυνση του προσφυγικού προβλήματος.
Η θέση των Ελλήνων στη νότια Ρωσία ήταν δύσκολη. Η κεντρική ένωση των Ποντίων του Αικατερινοντάρ διαπιστώνει, προς το τέλος του Γενάρη του 1919, ότι η σωτηρία του ελληνισμού έγκειται πλέον στήν διάσωση της εκκλησιαστικής και εκπαιδευτικής του ανεξαρτησίας, την κοινοτική του οργάνωση και τη διατήρηση της ελληνικής ιθαγένειας, για όσους το επιθυμούν.
Στις 21 Απριλίου, αντιπροσωπεία του μπολσεβίκικου στρατού επισκέπτεται τον Κακουλίδη1, αρχηγό του στόλου, στο αντιτορπιλικό “Κιλκίς” και του εκφράζει τις φιλικές διαθέσεις των μπολσεβίκων προς το ελληνικό έθνος. Έδωσαν την υπόσχεση της διευκόλυνσης για την αποχώρηση του ελληνικού στρατού και την εκκένωση περιοχών όπου διέμεινε ελληνικός πληθυσμός. Μ’ αυτές τις διαθέσεις δόθηκαν εντολές από τον Σταυριδάκη2 να αναπτυχθούν φιλικές σχέσεις με τα τοπικά σοβιέτ. 
Γενικά οι σοβιετικοί έδειχναν καλές προθέσεις έναντι των Ελλήνων και σκλήρυναν τη θέση τους έναντι των Γάλλων. Πριν ο Σταυριδάκης εγκαταλείψει την Κριμαία, είδε τον Βιβένκο, που ήταν αρχηγός του σοβιετικού στρατού, τον Λένιν, τον πρόεδρο του νέου σοβιέτ της Κριμαίας και τον Πετρόβσκυ της αντιπροσωπείας των σοβιέτ της Ουκρανίας. Σε μία τελευταία συνάντηση, στη Γιάλτα, οι τρεις σοβιετικοί έδωσαν στον Σταυριδάκη υπογραμμένη δήλωση με την οποία αποδέχονταν τις περισσότερες από τις αξιώσεις που έγιναν εξ ονόματος του ελληνικού πληθυσμού.
 Τα προξενικά και διπλωματικά δικαιώματα των Ελλήνων θα είναι σεβαστά, η ζωή, η ελευθερία και η κινητή περιουσία των Ελλήνων δε θα θιγεί. Οι Έλληνες δε θα στρατεύονται ούτε θα υποβάλλονται σε καταναγκαστικά έργα. Η θρησκευτική ελευθερία, οι κοινότητες και τα ιδρύματα θα είναι ελεύθερα.
Οι κομμουνιστές έδειξαν διαθέσεις να δημιουργήσουν καλές σχέσεις με την Ελλάδα και ζήτησαν μία κάποια διαβεβαίωση ότι δε θα αποβιβαστούν άλλα ελληνικά στρατεύματα και δε θα προσεγγίσουν άλλα ελληνικά πλοία εναντίον τους στα ρωσικά λιμάνια. Ο Σταυριδάκης τους βεβαίωνε ότι η Ελλάδα πήρε μέρος στην εκστρατεία ως μέλος της συμμαχίας των Μεγάλων Δυνάμεων και εξέφρασε την προσωπική του άποψη ότι η εκστρατεία, σ’ ό,τι αφορά την Ελλάδα, βρίσκεται στο τέλος της.
Με την εκκένωση της Σεβαστούπολης, 100.000 περίπου Πόντιοι μετακινήθηκαν προς τα παράλια του Βατούμ, με την προσδοκία να μεταφερθούν στον Πόντο. Οι ελληνικές αρχές έκαναν ό,τι μπορούσαν. Ο ίδιος ο ναύαρχος Κακουλίδης (ποντιακής καταγωγής) έστειλε το καταδρομικό “Βέλος” στήν Τραπεζούντα και γρήγορα έφτασε κι αυτός με το “Κιλκίς”, με εξουσιοδότηση του Άγγλου ναυάρχου Κάλθορπ. 
Ο Βενιζέλος ο ίδιος ζητούσε να γίνει ό,τι είναι δυνατόν, για να διευκολυνθούν οι “άτυχοι Έλληνες του Πόντου” και ο Σταυριδάκης πήγε στο Νοβοροσίσκ για τον επαναπατρισμό των Ποντίων στον Πόντο (Διομήδης σελ. 248). Εκεί είχαν συγκεντρωθεί 20.000 περίπου Πόντιοι Έλληνες και περίμεναν την τύχη τους.
Το αντιτορπιλικό «Ιέραξ» μόλις επέστρεψε από την Οδησσό το 1920.

γ. Η ουκρανική εκστρατεία. Το προσφυγικό πρόβλημα των Ελλήνων της νότιας Ρωσίας και η εκκένωση της Οδησσού.
Οι ρωσικοί πληθυσμοί έδειξαν δυσαρέσκεια στις εκδηλώσεις ενθουσιασμού των Ελλήνων της Ρωσίας, που υποδέχονταν τα ελληνικά στρατεύματα. Οι τοπικοί πληθυσμοί δεν είχαν αφοπλιστεί μετά την αναχώρηση των Γερμανών και η ρωσική αστυνομία ήταν άβουλη και ανίκανη να τηρήσει την τάξη. Ο ελληνικός στρατός ήταν κάτω από τις οδηγίες της γαλλικής διοίκησης και θεωρούνταν ως στρατός δευτέρας τάξεως και φυσικά με μειωμένο ηθικό. Από τις αναφορές των στρατηγών Τσολακοπούλου, Ρέμπελου, φαίνεται η δραματική κατάσταση του ελληνικού στρατού και της κατάστασης που επικρατούσε. “Ολοκληρωτική αναρχία” είναι το αποκορύφωμα των διαπιστώσεων των Ελλήνων στρατηγών. Οι πληροφορίες αυτές θορύβησαν τον Βενιζέλο και τους συνεργάτες του.
Προ το τέλος του Φεβρουάριου 1919, οι σοβιετικοί και οι Ουκρανοί εθνικιστές πήραν θέσεις ακριβώς απέναντι στους Έλληνες. Στις 26 Φεβρουαριου, ο Ρακόφσκυ, πρόεδρος του συμβουλίου των Κομισσαρίων και Υπουργός Εξωτερικών, στέλνει στο Διομήδη έντονο διάβημα κατά της ελληνικής συμμετοχής στην αντιμπολσεβικική εκστρατεία. Και τελειώνει ο Ρακόφσκυ στο διάβημα αυτό, με την απειλή ότι: “Η επίθεση των Ελλήνων θα θεωρηθεί ως κατασκοπεία και η ελληνική ανάμειξη δε θα μείνει χωρίς συνέπειες για τους Έλληνες που ζουν στην Ουκρανία.
Το διευθυντήριο των Ουκρανών εθνικιστών στέλνει τότε αντιπροσωπεία στην Αθήνα με το Ματουσέφσκυ και δηλώνει τη θέληση των εθνικιστών να διατηρήσουν καλές σχέσεις με την κυβέρνηση των Αθηνών και να προστατεύσουν τις ξένες εθνικές μειονότητες, μεταξύ των οποίων πρώτη θέση έχουν οι Έλληνες.
Το Μάρτιο, οι μπολσεβίκοι παίρνουν τη Χερσώνα, το Νικολάιεφ, την Μπερεζόφσκα, το Μαριοπόλ, ενώ η επόμενη επίθεση είναι κατά της Οδησσού.
Σχέδια καταστρώνονται για την εκκένωση των ελληνικών παροικιών της Οδησσού και ανακοινώνονται στον Έλληνα στόλαχο ναύαρχο Κακουλίδη. Στις 26 Μαρτίου 1919, δίνεται η επιστολή εκκένωσης της Οδησσού. Με την απειλή των κανονιών των γαλλικών και ελληνικών πολεμικών, οι μπολσεβίκοι επιτρέπουν την εκκένωση της Οδησσού, που άρχισε στις 4 Απριλίου 1919 και είχε διάρκεια τριών ημερών. 12.000 περίπου Έλληνες εγκατέλειψαν την Οδησσό, ενώ ο ελληνικός στρατός μετακινήθηκε προς τα δυτικά του Άκερμαν, για να εξασφαλίσει την προστασία των ελληνικών πληθυσμών. Έτσι, το 1919, δημιουργήθηκε οξύ προσφυγικό πρόβλημα. 
Οι αρχές της Κωνσταντινούπολης δεν τους δέχονταν, αλλά ούτε και από τη Θεσσαλονίκη τα μηνύματα ήταν ενθαρρυντικά. Ένας αριθμός έφτασε στην Κωνστάντζα, όπου όμως η ρουμανική κυβέρνηση δε συνεργαζόταν. Σε λίγο άρχισε η φυγή από όλη τη νότια Ρωσία και το βάρος του προσφυγικού κόσμου έπεφτε πάλι στην ελληνική κυβέρνηση. Εδώ πρέπει να τονιστεί ότι από όσα είναι γνωστά, το κύριο μέλημα του Βενιζέλου ήταν να μη μεταφέρουν οι πρόσφυγες της Ρωσίας την κομμουνιστική ιδεολογία, αλλά ούτε και πληροφορίες για την ουκρανική εκστρατεία, για να μη βλαφτεί η λεγόμενη βενιζελική πολιτική του. Εξάλλου, η ιδέα της υποδοχής στην Ελλάδα των προσφύγων είχε ωριμάσει στο Βενιζέλο και κάθε παρουσίαση του θέματος στη διάσκεψη της ειρήνης ήταν ανώφελη, γιατί οι κυβερνήσεις είχαν να ασχοληθούν με πιο σοβαρά ζητήματα.
Πρόσφυγες

δ. Το τέλος της εκστρατείας στην Κριμαία και οι επιπτώσεις της στην ιστορία τον ελληνισμού της Ρωσίας.
Μετά την εκκένωση της Οδησσού, το καθήκον των συμμαχικών στρατών ήταν να αποτρέψουν τον Ερυθρό Στρατό να διαβεί τον Δνείπερο ποταμό.
Έτσι, ο ελληνικός στρατός με 20.000 άνδρες, και 4.000 Πολωνούς κατέλαβαν το δυτικό μέρος του ποταμού, ενώ στις 17 Ιουλίου του 1919 όλες οι ελληνικές ένοπλες δυνάμεις διεκπεραιώθηκαν από την Βεσσαραβία στη Μικρά Ασία. Όμως, στη Ρουμανία έμεινε το ζήτημα της μεγάλης ελληνικής μειονότητας και το ζήτημα των “Κουτσοβλάχων”. Έτσι έμεινε ανοιχτό για τη διπλωματία του Βενιζέλου και για το ελληνικό έθνος και ένα άλλο ζήτημα, του οποίου η προσπάθεια για επίλυση ήταν επίμονη και μακροχρόνια και θα διαρκούσε μέχρι το Β' παγκόσμιο πόλεμο, οπότε και λύθηκε οριστικά όχι όμως από τους πολιτικούς σε κάποιο συνέδριο ή διάσκεψη, αλλά από τις ίδιες τις δυνάμεις του ελληνισμού.
Οι επιπτώσεις της εκστρατείας των Ελλήνων στην Ουκρανία ήταν δυσμενείς τόσο για την επιβίωση των Ελλήνων του Πόντου (που ζούσαν στη νότιο Ρωσία και Υπερκαυκασία), αλλά άλλο τόσο για τον ελληνισμό του Πόντου και την ίδρυση της δημοκρατίας του Πόντου. Φυσικά είχε δυσμενείς συνέπειες και για την έκβαση του ένοπλου αγώνα των ανταρτικών σωμάτων του Πόντου. Έτσι το όνειρο του ποντιακού ελληνισμού με συμπαγείς όγκους πληθυσμού πάνω από 2.000.000 ψυχές, έμεινε απραγματοποίητο.

Αχιλλέας Στεφ. Ανθεμίδης


1. Ο Κακουλίδης, ήταν ποντιακής καταγωγής και αρχηγός του στόλου της ελληνικής αποστολής.
2. Εκπρόσωπος της ελληνικής κυβέρνησης.