Σάββατο, 24 Σεπτεμβρίου 2016

Τρία επικίνδυνα ταξίδια μου στη ρημαγμένη Σάντα. Ταξίδι Α'

Τον Φλεβάρη ταυ 1922 βρισκόταν ο Μητροπολίτης Ροδοπόλεως Κύριλλος σε μεγάλη αγωνία. Οι στρατιωτικές αρχές Τραπεζούντας μαίνονταν εναντίον των ανταρτών  της Σάντας και τους κατηγορούσαν  πως ληστεύουνε και σκοτώνουν πολλούς Τούρκους άδικα. Οι αρχές πιέσανε τον Μητροπολίτη να ασκήσει όλη του την επιρροή στους αντάρτες για να πάψει το κακό. Πολλές μέρες ο Μητροπολίτης γύρευε να βρει κάποιον που να έχει γνωριμία με τους αντάρτες, μα δεν εύρισκε κανένα. Τελευταία εγώ, που μ' έκαιγε ο πόθος να προσφέρω κάποιο καλό στην πατρίδα μου, παρουσιάστηκα μόνος μου στον Μητροπολίτη και του δήλωσα πως είμαι  πρόθυμος ν' αναλάβω κάθε υπηρεσία που αφορά την πατρίδα μου τη Σάντα. Ο Μητροπολίτης μου έδωσε το γράμμα που είχε  έτοιμο και μ' έστειλε με δύο Τούρκους χωροφύλακες στη Σάντα, αφού μου ευχήθηκε καλό κατευόδιο.
Το ταξίδι μου αυτό έγινε σε πολύ  ακατάλληλη στιγμή από δύο απόψεις. Πρώτον είχαμε χειμώνα και ένα ταξίδι στη Σάντα  τον χειμώνα μπορούσε να σου αλλάξει τον  αδόξαστο. Δεύτερον, σ' όλη τη διαδρομή  απο την Τραπεζούντα ως τη Σάντα είχαμε φανατικά τουρκοχώρια, που γυρεύανε να πιούνε το αίμα κάθε Σανταίου που συναντούσανε. 
Στο δρόμο  έτυχα πολλούς Τούρκους χωριάτες με φυσιογνωμία  κακούργων να τραβούν παράμερα τους χωροφύλακες και να τους κρυφομιλάνε. Εγώ σαν αφελής που ήμουν δεν μπορούσα να υποψιαστώ το παραμικρό, μα όταν γυρίσαμε μετά τρεις μέρες από την Σάντα μου αποκαλύψανε οι χωροφύλακες το μυστικό. 
Τους λέγανε οι χωριάτες: «Αυτός μήπως είναι Σανταίος; Αχ, αν δεν ήσασταν εσείς μαζι του!» Πάντως ήξερα κι  εγώ πως θα διατρέξω κινδύνους, μα η ιδέα του να προσφέρω κάποια εκδούλεψη στα δοξασμένα μας παληκάρια με παρακίνησε να κλείσω τα μάτια μου και να πάρω τον ανήφορο της Σάντας.
Την 26 του Φλεβάρη οι συνοδοί μου χωροφύλακες ζητήσανε να επισκεφτούν σ' ενα χωριό της Δρόνας κάποιον Τούρκο Χότσα φίλο τους, που δίδασκε σ' ένα ιδιωτικό γραμματοδιδασκαλείο. Από περιέργεια τους ακολούθησα κι εγώ και βρέθηκα μπροστά σε κωμικοτραγικό θέαμα, το εξης: Ο Χότσας με την παχιά γενειάδα του καθόταν σταυροπόδι πάνω σε ψάθα μέσα σε μια μικρή σχολική αίθουσα με εμβαδόν 16 τ. μέτρων, και δίδασκε 50 περίπου τουρκόπαιδα, αγόρια και κορίτσια διαβάζοντάς τα ρητά του Κορανίου και απαιτώντας να τα επαναλαμβάνουν και αυτά. Τα παιδιά κάθονταν κι αυτά πάνω σε ψάθες σταυροποδητί και σειάμενα κουνάμενα επαναλάμβαναν με στριγκλιές φωνές τα λεγόμενα του Χότσα. 
Εξαφνα είδα να πέφτει αλύπητα το μαστίγιο του βοηθού του Χότσα  πάνω στα κεφάλια μερικών τουρκοπαιδων που τάχα παρεκτρέπονταν την ώρα του μαθήματος, ενώ τα καημένα τα παιδιά εκτός της απαγγελίας των ρητών του Κορανίου τίποτε άλλο κακό δεν κάνανε. Ο βοηθός αυτός ήταν αμόρφωτος με φυσιογνωμία και με εμφάνιση άξεστου χωριάτη και η δουλειά του ήταν το μαστίγωμα και μόνο το μαστίγωμα, για το οποίο πληρωνόταν αδρά  από τον ίδιο τον Χότσα.
 Παρακολούθησα ως 2 ώρες την διδασκαλία του Χότσα, και τίποτε επί πλέον του Κορανίου δεν είδα και δεν άκουσα. Όλα μου προξένησαν αηδία, μου ζωντάνεψαν στα μάτια μου τα δικά μας παλαιά γραμματοδιδασκαλεία και με υπεχρέωσαν να οικτίρω τους Τούρκους χωριάτες για την κατάντια των σχολείων τους.

Την ίδια μέρα φθάσαμε στήν Ουζη και από κει με συνοδεία 4 γέρων κατοίκων της Ουζης ανεβήκαμε στη Σάντα στις 28 του Φλεβάρη. Οι χωροφύλακες δεν τολμήσανε ν' ανέβουν στη Σάντα και παρέμειναν στο τουρκοχώρι Αγρίδ. Στην άνοδο μας συναντήσαμε πολλούς δρόμους χαλασμένους και γεφύρια γκρεμισμένα, και καταλάβαμε τι χαλασμός κόσμου έγινε στη Σάντα πριν λίγους μήνες. 
Φτάσαμε στην ενορία Τερζάντων και ούτε ίχνος ανταρτών φάνηκε. Είδαμε τα πυρπολημένα σπίτια των Τερζάντων, και τα γεροντάκια μου κλαίγανε για την τόση δυστυχία της Σάντας! Σα μπήκαμε στη εκκλησία των Αγ. Θεοδώρων Τερζάντων μοιρολόγια σπαραχτικά αντήχησαν. Ήσαν πάλι τα γεροντάκια μου, που μόλις είδαν την εκκλησία ερειπωμένη ξέσπασαν σε λυγμούς, εκτόξευαν κατάρες και αναθέματα εναντίον των Τούρκων, μοιρολογούσαν, αναστέναζαν, βογγούσαν! Πρώτη φορά στη ζωή μου άκουσα τόσο απέλπιδες και σπαραξικάρδιες κραυγές! Και είχανε τα γεροντάκια μου δίκαιο. Αυτά μεν έκλαιγαν και βογγούσαν, εγώ δε έτριζα τα δόντια μου από εθνικό μίσος εναντίον των βαρβάρων Τούρκων  και δεν ξέρω τι θα έκανα αν τη στιγμή  εκείνη συναντούσα Τούρκο.
 Τα ερείπια των σπιτιών των Τερζάντων βαμμένα από τους μαύρους καπνούς της πυρκαγιάς έμοιαζαν με τον περίβολο της κόλασης του Δάντη και η αφάνταστη ερημιά που βασίλευε και έξω και μέσα στο άλλοτε πολυθόρυβο χωριό μας έφερε ανατριχίλα. Ξαφνικά φύτρωσε μπροστά μας ένας αντάρτης  οπλισμένος απ' την κορφή ως τα νύχια και η συγκίνησή μας με τη συνάντηση αυτή ήταν απερίγραπτη. Με συγκλόνισε η σκέψη πως σ' εκείνη την μαύρη εποχή βρεθήκανε τίμια παληκάρια να διεκδικήσουν την τιμή της Σάντας και να την φυλάξουν αμόλυντη από την τούρκικη λέπρα.
Ισχανάντων

 Η φωνή μου πνιγόταν στο λαρύγγι μου και με δυσκολία μπόρεσα να χαιρετήσω το παλικάρι και να μάθω απ' αυτό τα καθέκαστα για την πικρή ζωή των ανταρτών. Ετσι κουβεντιάζοντας ανεβήκαμε στο Πινατάντων και ύστερα στο Ισχανάντων. Τα γεροντάκια μου παντού αναστέναζαν βλέποντας τα χαλάσματα χιλίων σπιτιών, σχολείων και εκκλησιών. Σαν ανεβήκαμε στο Ισχανάντων απομακρύνθηκα λίγο από τα γεροντάκια και πήγα να επισκεφτώ το έρημο σπιτάκι μου. 
Το είδα το σπιτάκι μου γκρεμισμένο, πυρπολημένο και δεν πίστευα στα μάτια μου. Νόμιζα πως ονειρευόμουνα, νόμιζα πως θα φθάσουν στο σπίτι τα μικρά μου αδελφάκια τιτιβίζοντας, πως θα ακουστεί  η διαπεραστική φωνή της μάνας μου, πως θα φανεί η αυστηρή και σοβαρή μορφή του πατέρα μου, πως θα έρθουν σε λίγο σ' επίσκεψη οι γείτονες και θα συγχαρούν τη μάνα μου για τον ερχομό του ταξιδιάρη του γιού της  και... τι να πώ; Αφηρημένος, τσακισμένος έκλαιγα  πάνω στα χαλάσματα του σπιτιού μου. Και σκεπτόμουν; Ευλογημένο σπιτάκι! Πόσες αναμνήσεις περικλείεις! Ήσουν για μένα μέγαρο, παλάτι, αυτός ούτος ο οίκος του Θεου! Και τώρα ήρθαν οι Ζουλού της Μικρασίας και σε γκρέμισαν! Ανάθεμα στους κακούργους αυτούς της Ανατολής που δεν σεβαστήκανε κανένα Ιερό και  όσιο του Ελληνισμού!
 Μερικοί αντάρτες μόλις με είδαν υποψιάστηκαν μήπως έρχομαι να μάθω τα μυστικά της ζωής τους  και σαν κατάσκοπος της τουρκικής κυβερνήσεως να της προδώσω τα μυστικά αυτά. Δεν σκέφτηκαν οι ευλογημένοι πως ο Νυμφόπουλος που ήταν δάσκαλός τους θα εξακολουθούσε να είναι μέχρι τέλους της ζωής του ο καλύτερος φίλος και προστάτης τους, πως ο Νυμφόπουλος που μισούσε τους Τούρκους μέχρι θανάτου θα ήταν αδύνατο να προδώσει τους μαθητές του σ' αυτούς και πως η τούρκικη κυβέρνηση δεν είχε την ανάγκη να μάθει τα της ζωής τους, αφού της ήσαν όλα γνωστά.
 Οι αντάρτες μας αν και αργότερα η εκτίμηση τους στο πρόσωπό μας για τις μεγάλες προς αυτούς εκδουλεύσεις μας δεν είχε όρια, μολαταύτα την  ημέρα εκείνη της 28 του Φλεβάρη 1922 τέσσερις απ' αυτούς παρασυρθήκαν από τον Κώστα Κουρτίδη και το πήρανε απόφαση ναι και καλά να με σκοτώσουνε. Ο Κώστας Κουρτίδης σαν μαθητής μου που ήταν γνώριζε τον χαρακτήρα μου και ήταν υπερβέβαιος ότι δεν ήταν δυνατόν να προβώ σε προδοσίες, μα το ζήτημά της αδελφής μου Ελένης, την οποία χωρίσανε οι Κουρτιδαίοι από τον άντρα της, με ανάγκασε να τους επιπλήξω πριν  ένα χρόνο και τότε ο Κώστας με την ιδέα του βρήκε την κατάλληλη ευκαιρία να με εκδικηθεί.
 Όταν έφθασα στο Πιστοφάντων όπου ήταν το  αρχηγείο των ανταρτών, διέκρινα τους ως άνω τέσσερεις αντάρτες να με κοιτάζουν με βλοσυρό βλέμμα, μα δεν μπόρεσα να καταλάβω πως με πήραν για κατάσκοπο. Ο Κώστας Κουρτίδης με ρώτησε ξαφνικά: "Μιλτιάδη αν δεν μας εύρισκες εδώ τι θα έκανες;" του απάντησα :" Εφόσον είχα ανώτερη διαταγή θα δρασκέλιζα όλα τα βουνά, τα δάση τις χαράδρες και τις σπηλιές της Σάντας για να σας βρω , να σας επιδώσω το γράμμα και να συννενοηθώ μαζί σας". 
Μου λέει κι αυτός: "Με αυτά που λες κατάντησες πράγματι κατάσκοπος". Εγώ γνωρίζοντας ποιο σκουλήκι τον τρώει του απάντησα. "Παρακαλώ, δεν είναι λόγια αυτά, είχα αυστηρές διαταγές να σας βρω και σας βρήκα".
Κατά τις φοβερές εκείνες στιγμές ένας μόνον από τους αντάρτες, ο μαθητής μου Χριστόφορος  Αγγελίδης, μου έκανε μεγάλες περιποιήσεις. Ενα τέτοιο πράγμα μέσα στη φωλιά των ανταρτών ήταν αρκετό να με κάνει ν' αντιληφτώ ότι ο μαθητής μου αυτός πήρε την απόφαση ν' αντιταχθεί σε κάθε δολοφονική απόπειρα των τεσσάρων εναντίον μου, μα εγώ τότε δεν αντιλήφθηκα ούτε τους σκοπούς των τεσσάρων ούτε και την σκέψη του Αγγελίδη. 
Εκεί που τρώγαμε με τον  Αγγελίδη πατάτες ξεροψημένες στη φωτιά του τζακιού, έξαφνα  έκατσε κοντά μου ο λυράρης Συμεών Τοπαλίδης και μου λέει: "Μιλτιάδη είναι αλήθεια που λένε ότι είσαι κατάσκοπος;" Πριν προφτάσω να του απαντήσω του είπε ένας από τους τέσσερις, ο Ιωάννης Κουρτίδης :"Πράκ ονί σέν τσάλ κεμεντσεή, ονούν ισί πιτμίσ τιρ" (Αφς τον, εσύ παίξε την λύρα σου, η δική του δουλειά είναι τελειωμένη». Με αυτά εννοούσε ότι θα με εκτελέσουν.
Οι ζοφερές αυτές φράσεις μούδωσαν να καταλάβω σε πόσο δεινή θέση βρίσκομαι, αυτές ήσαν άρκετές για να παγώσουν το αίμα στις φλέβες και του πλέον ψύχραιμου, κι εγώ συγκρατήθηκα και σήμερα ακόμη απορώ πως δεν έπαθα συγκοπή, Με έσωσε τότε από βέβαιο θάνατο η απεραντη ψυχραιμία μου. Δυο από τους τέσσερεις, με πολιόρκησαν και σαν άλλοι ανακριτές άρχισαν να μου ζητούν πληροφορίες για διάφορους  συγγενείς τους που ζούσαν στη Χότση και στην Τραπεζούντα. Εκεί πού ζητούσαν πληροφορίες ψιθύριζαν μεταξύ τους τα παρακάτω: «Βρέ παιδιά ό,τι είναι να μάθωμε απ’ αυτόν ας το μάθουμε τώρα, αύριον θα είναι αργά.» Εγώ τότε απαντούσα πρόθυμα στις ερωτήσεις τους και... έχει ο θεός! Μέσα σε τέτοια παγερή ατμόσφαιρα έζησα ενα 24ωρο και την επαύριο 1 του Μάρτη το απόγευμα φάνηκαν να έρχονται απ’ την Γαλίανα οι αρχηγοί των ανταρτών, ο Ευκλείδης Κουρτίδης και ο Γιάννης Κουφατζής.
Είσοδος σον Πιστοφάντων

 Αμέσως τότε άλλαξαν τα πράγματα. Οι αρχηγοί επέπληξαν τους τέσσερις για τη στάση τους απέναντί μου και ήρθαν να μου ζητήσουν πληροφορίες. Ο Ευκλείδης μάλιστα ήθελε να μάθει  γιατί δεν με συνόδευαν οι χωροφύλακες ως την Σάντα, και όταν του είπα πως δεν τολμήσανε να πατήσουνε οι χωροφύλακες το έδαφος της Σάντας, λυπήθηκε υπερβολικά για την παρεξήγηση που έγινε και δήλωσε ξάστερα πως οι αντάρτες της Σάντας δεν τρέφουν σκοπούς επαναστατικούς, αν δε έφεραν αντίσταση στις διαταγές της Κυβερνήσεως για την στρατολογία τους, το έκαναν για να περισώσουν την ατομική τους ύπαρξη και την τιμή των οικογενειών τους. Πήρανε τότε οι Αρχηγοί από τα χέρια μου το γράμμα του Δεσπότη και το διαβάσανε. Το  γράμμα έλεγε:

Προς τους εν Σάντα και τη περιφερεία  αυτής ευρισκομένους Σανταίους φυγοστράτους και φυγοδίκους:
Φέρομεν εις γνώσιν σας ότι η Σεβαστή ημών Κυβέρνησις εξέδωκε νόμον ύπ' Αριθμ. 183 και ημερομηνίαν 21 Ιανουαρίου τρέχοντος έτους, δια του οποίου δηλούται ότι οι μετερχόμενοι την ληστείαν προσερχόμενοι δε και παραδιδόμενοι οικειοθελώς εις τας κατά τόπους πολιτικάς Αρχάς δεν φυλακίζονται, αλλ' απλώς υπάγονται εις στρατιωτικήν θητείαν, επειδή δε προς κατάπαυσιν των ληστρικών συμμοριών απεφάσισεν η Κυβέρνησις αυστηρώς να καταδιώξη τας εκασταχού τοιαύτας συμμορίας δια τακτικού στρατού και επειδή αυτό τούτο το αληθές συμφέρον σας απαιτεί να παύση ο μέχρι σήμερον ληστρικός και εναντίον του νόμου βίος σας, δια ταύτα πατρικώς σας συμβουλεύομεν να κατέλθητε αμέσως και χωρίς άλλο εις Τσεβιζλήκ και να παραδοθήτε  εις τας εκεί πολιτικάς Αρχας, όντες βέβαιοι ότι αυταί θα σας δώσωσι την αμνηστείαν σας και ασφαλώς και ακινδύνως θα σας αποστείλωσιν εκεί, όπου ευρίσκονται και οι λοιποί συμπατριώται σας.
Την απόφασιν ταύτην διεκοίνωσεν εις ημάς ο Φιρκά Κομαντανή της Τραπεζούντος, όστις μας εδήλωσε συγχρόνους ότι απηνώς θα καταδιώξη πάντας  ανεξαρτήτως και την τελείαν καταστροφήν σας θα επιφέρη εν περιπτώσει καθ' ήν δεν ηθέλετε προσέλθει εγκαίρως. Επιθυμούμενη να επωφεληθήτε από την ευκαιρίαν αυτήν  και να σπεύσητε να σώσητε την κινδυνεύουσάν ζωήν σας. Θεωρούντες δε καλόν να στείλητε προς ημάς εις Λιβεράν δύο ή τρία άτομα ίνα λάβητε περισσοτέρας λεπτομερείας του νόμου και διαβεβαιώσεις περι των αγαθών διαθέσεων της Κυβερνήσεως, και ευχόμενοι τω Παναγάθω θεώ να διαφωτίση τον τε νουν και την καρδίαν σας διατελούμεν. 
Εν Τραπεζούντι τη 15 Φεβρουαρίου 1922
 Διάπυρος προς θεόν ευχέτης   
  Ο Ροδοπόλεως Κύριλλος 

Στο γράμμα αυτό απάντησεν ο Αρχηγός:

Σεβασμιώτατε,

Ασπαζόμενοι την δεξιάν σας δηλοποιούμεν ότι ενεχερίσθημεν παρά του κ. Μιλτιάδου Κ. Νυμφοπούλου το πατρικόν γράμμα υμών. Δεν μας φαίνονται παράξενοι αι πατρικαί υμών συμβουλαί  και γνωρίζομεν καλώς ότι πάντοτε πρέπει ν' ακολουθήση  τις την ευθείαν οδόν μετά ευθυκρισίας και ευσυνειδησίας. Το γνωρίζομεν καλύτερον παντός άλλου και τούτο δεν χρήζει συζητήσεως. Ημείς οι Σανταίοι πάντοτε εδείξαμεν πίστιν και αφοσίωσιν εις την Σεβ. Κυβέρνησιν και υποταγήν εις τους νόμους, δεν υπήρχεν ούτε παρουσιασθή αφορμή να απειθήσωμεν, αλλά μόνον όταν παρουσιάζοντο κακοποιά τινα στοιχεία να προσβάλλωσι την τιμήν, την περιουσίαν και την ύπαρξίν μας, τότε μόνον εδεικνύομεν μίαν τάσιν απλούστατα να υπερασπιζώμεθα ημάς αυτούς, χωρίς να κακοποιήσωμεν ουδένα άλλον. Το τοιούτον νομίζομεν δικαίως  εγίνετο  και δεν έπρεπε να κακοφανή την Σεβ. Κυβέρνησιν ούτε να δώση αύτη προσοχήν εις διαβολάς μερικών καλοθελητών και να  προβή εις μίαν καταστροφήν τοιαύτην η οποία  αν ήτο γεγραμμένη εις την ιστορίαν χωρίς να την βλέπη τις ιδίοις οφθαλμοίς θα εθεωρείτο μυθώδης και αδύνατος.
Οσάκις ηθέλησεν η Σεβαστή Κυβέρνησις να παρουσιασθώμεν, άνευ ουδεμίας αντιρρήσεως παρουσιάσθημεν και εδώσαμεν εξηγήσεις δια παν το οποίον εγίνετο εις βάρος μας υπ' άλλου τινός και κατά την τελευταίαν πρόσκλησιν της Σεβ. κυβερνήσεως  παρουσιάσθημεν πάλιν προ δυο κυβερνητικών υπαλλήλων, εις τους οποίους εδείξαμεν όλην την καλήν μας διάθεσιν περί παραδόσεως, όπερ και θα εγίνετο εάν οι επί τούτω σταλέντες επολιτεύοντο δικαίως. 
Δεν ήλθον να μας στρατολογήσωσιν αλλά να λεηλατήσωσιν, ν’ ατιμάσωσι γυναίκας, ν' απαγάγωσι παιδία 10 καί 12 ετων και άλλα παρόμοια, τα οποία έδωσαν δικαίως υποψίας εις τον λαόν να σχηματίση την ιδέαν ότι πρόκειται  περί σφαγής και ούχί περί στρατολογίας και ούτω γυναίκες και παιδία διεσπάρησαν ανά τα δάση εν απογνώσει και απελπισία. Λοιπόν ποίον είναι άραγε το σφάλμα μας; 
 Και αν υποθέσωμεν ότι έσφαλλον πέντε και δέκα άτομα,  ήτο μήπως δίκαιον τόσα αθώα πλάσματα, τόσα μικρά να υποστώσι μαρτυρικότατον θάνατον υπό το άγριον φάσμα της πείνης; Περίεργος λογική! Η σημερινή ακόμη συμπεριφορά μας δεικνύει ότι ουδένα κακόν σκοπόν έχομεν, αφού δεν προέβημεν μέχρι σήμερον εις ουδέν αντικυβερνητικόν. Απλούστατα υπερασπιζόμεθα την ύπαρξίν μας, την οποίαν ο Θεός είναι δίκαιον να  αφαιρέση. Το να παραδοθώμεν δε ύστερον από  μίαν τοιαυτην καταστροφήν μας φαίνεται πολύ αλλόκοτον και ανόητον, διότι έπαυσε πλέον ο επί γης προορισμός μας. Αφού απωλέσαμεν τας οικογενείας μας, την τιμήν και την  περιουσίαν μας δεν  πρέπει πλέον να ζήσωμεν και επομένως ουδέν μας πτοεί . Εγίνετο το τοιούτον εάν επέστρεφον αι οικογένειαι και αποκαθίσταντο εις την πατρίδα των. Αυτά τα ολίγα δηλώσατε εις την Σεβ. Κυβέρνησιν, ής την ευμένειαν εξαιτούμεθα.

Ασπαζόμεθα την δεξιάν σας  
 Ευκλείδης Κουρτίδης

Εν Σάντα τη 1 Μαρτίου 1922
Ευκλείδης & Κώστας Κουρτίδης

Τα πράγματα άλλαξαν όπως είπαμε. Πολλοί  αντάρτες και μάλιστα αυτοί που με πήραν για κατάσκοπο, μου εμπιστεύτηκαν  επιστολές και λίρες χρυσές για να τις εμβάσω ταχυδρομικώς στις οικογένειες τους που βρίσκονταν εξόριστες στο Ερζερούμ  στο Χουνούζ κι αλλού. Τους πρόσφερα τις εκδουλεύσεις μου μ' όλην μου την ψυχή. 
Το πρωί της 2 του Μάρτη πιήρα τα γράμματα των ανταρτών και ετοιμάστηκα να φύγω με τα καλά μου γεροντάκια. Ήρθαν να μας ξεπροβοδίσουν όλοι οι αντάρτες, 50—60 παλικάρια διαλεκτά, ατσαλένια. Στο πρόσωπο των παληκαριών αυτών διέβλεπα την Εθνική Νέμεση να κυνηγάει τους απαίσιους Τούρκους για τα κακουργήματα τους απέναντι του Εθνους μας, διέβλεπα την ίδια μας την Ελλάδα  ολοζώντανη να ορθώνεται  απειλητική μπροστά στον βάρβαρο Τούρκο και να του ζητήσει να σεβαστεί τα απαράγραπτα δίκαια του Ελληνισμού. Οι σκέψεις αυτές μου προκαλούσαν συγκίνηση ανείπωτη. Πολλά παλικάρια είχαν  εκδηλώσει τη λύπη τους για τον  αποχωρισμό μας και με παρακινούσαν να μείνω μαζί τους. Εγώ αφού τους ευχαρίστησα από βάθους καρδίας τους υπενθύμισα πως αυτό θα ήταν μία παρασπονδία εκ μέρους  μου και πως θα είχε κακές συνέπειες και για την δική μου και για τις δικές τους οικογένειες που διέμεναν στην Τραπεζούντα. Στο μεταξύ σκέφτηκα πως ήταν ανάγκη να πω κάτι στα παλικάρια  εφόσον ήμουν και δάσκαλός τους, μα απ' την πρώτη στιγμή που τα αντίκρισα μαζεμένα και  επί ποδός, η συγκίνηση μου έπνιξε τη φωνή στο λαρύγγι.
 Συγκρατήθηκα επιτέλους και τους είπα τα παρακάτω λίγα: «Καλά μου παιδιά ολόκληρος ο πληθυσμός της Τραπεζούντας και των περιχώρων παρακολουθεί και  συμπαθεί τον αγώνα σας. Κάψτε, ρημάξτε τους Τούρκους που θα τολμήσουν να πατήσουν το έδαφος της Σάντας και να μολύνουν τα άγια χώματα της πατρίδος μας. Αυτό δεν μπορεί να έχει κακές συνήθειες για τον ελληνικό πληθυσμό της περιφέρειας Τραπεζούντας. Θεωρώ όμως καθήκον μου να σας συμβουλεύσω να αποφύγετε την λεηλασία τούρκικων χωριών και τον σκοτωμό Τούρκων έξω από το έδαφος της  Σάντας, γιατί οι βάρβαροι καταχτητές μας θα προβούν σε αντίποινα που θα  μας  αφανίσονν. Σας  αφήνω γειά»..
Την ίδια μέρα μας ξεπροβόδισαν οι αντάρτες με τις καλύτερες ευχές. Βρήκαμε τους 2 χωροφύλακες στο τουρκοχώρι Αγρίδ, και την άλλη μέρα κατεβήκαμε μαζί τους στο χωριό Μέσωνα, όπου πλαγιάσαμε στο σπίτι του χωροφύλακα Ισείν.
 Εκεί γνωριστήκαμε με τον πατέρα του Ισείν, γεροντάκι διάχυτο με φυσιογνωμία επιβλητική. Αφού ανταλλάξαμε μαζί του μερικά  αστεία, μου λέει το γεροντάκι: "Χότζα εφέντη, νάσιλ τσικτούν Σάνταγια; Πέν τεγίμ σανά, γιά τσόκ στεσαρετλή σουν, γιά τσόκ τελή σουν", (Δάσκαλε, πως βγήκες στή Σάντα;  Νά σου πω, ή πολύ τολμηρός είσαι, ή πολύ τρελός). 
Γέλασα και του είπα: "Τι να σου πω γέρο, έγινα και είμαι και το ένα και το άλλο".
Το πρωί της άλλης μέρας φτάσαμε στην Τραπεζούντα και διαβιβάσαμε την απάντηση των ανταρτών στον Μητροπολίτη.


Μιλτιάδης Κ. Νυμφόπουλος