ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ / ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Δ, Ε ) ΙΔΙΩΜΑ ΣΑΝΤΑΣ

Τρίτη, 9 Αυγούστου 2016

Δ

δατάχκουμαι = 1) δίνω οδηγίες 2) κάνω διαθήκη
δέβα(ή) = διάβαση, πέρασμα
δέβα = πήγαινε 
δεβάττοι = διαβάτες 
δέδ = μοιραίο 
δείσα = ομίχλη
δεισόκολε = που έχει τον κώλο του στην ομίχλη
 δελινάρι = φαΐ του δειλινού 
δερνοκοπάται ή δερνοκοπισκάται = δέρνεται, μαλλιοτραβιέται 
δέσσκεσαι = δένεσαι γιατί τρελάθηκες
διαβαίν πλάν = φεύγει γι' αλλού 
διαρμενεία = συμβουλή 
διάπλωμαν εγέντον = εξαντλήθηκε
 δίκλωπος = δόλιος 
διπλοκουράζνε = διπλοκουράζουν 
δόξα = φήμη, αξία
 δουκάλ = καπίστρι
 δουκαλεύνε = οδηγούν  τα ζώα με το καπίστρι 
δύχχερη = φούχτα με τα δυο 
δωδεκάρα = υπουργ. συμβούλιο
Δρόμος για την Σαντά

Ε

εβάρκιξεν = φώναξε δυνατά
 εβιτσίασεν = χτύπησε με βίτσα
 εβόρρα = ίσκιος
 εβουρουλεύτα = ερωτοκτυπήθηκα
 εγγαγγρώθεν = έγινε παράλυτος 
εγαζάνεψαν (τ) = κέρδισαν 
εγαντούρεψες (τ) = έπεισες 
εγαραλάϊξεν = φώναξε δυνατά
 έγγεψεν = ανάφερε 
εγέμ, εγέντζ, εγέμες = έγινα, έγινες, γίναμε 
εγιάντζεν = έκλινε, έγειρε 
εγκάλεσαν = κατάγγειλαν
έγκεν= έφερε 
εγλιάευεν= αργοπορούσε
εγλοίαξεν = γλίστρησε 
εγλοιαξία = μέρος ολισθηρό 
έγλυσεν = συνέτριψε
 εγλύσταν = βγήκαν οι κόκκοι
 εγνέφιξεν, εγνέφτσεν = ξύπνησε
 εγόνεψεν (τ) = έκατσε
 εγούευες (τ) = ήσουν φειδωλός
 εγουρνέθεν = ούρλιασε 
εγούρτεψεν = εξάρθρωσε 
εγράσταν = πάλιωσαν 
εγρίλεψεν = θέρισε, αποδεκάτισε
 εγροίξεν = κατάλαβε
 έγρυνεν = αγρίεψε 
εδέβεν = πέρασε 
εδέκαν κά = κατέβασαν 
εδελίασεν = μπέρδεψε 
εδέστεν και ’κ  εκραττεύτεν =δέθηκε και δεν κρατήθηκε
 εδιάρτσεν = μοίρασε 
εδιάσσκευεν = δίδασκε, κατηχούσε
 εδοκίασεν = τοποθέτησε δοκάρια
 έεις = έχεις
εζαϊφλάεψεν (τ) = έγινε ισχνός 
εζεγκοπάτεσεν = πάτησε στον αναβολέα της σέλας
 εζουκάτεψεν = θέλησε ν’ αντισταθεί
 εθαείς, εθαρείς = νομίζεις
 εθερέθεν = εξαγριώθηκε 
εΐδος = αιδοίο 
εκαλάτσσευαν = μιλούσαν 
εκαμάτιζεν = έβαλλε άλλους στη δουλειά του
 εκανέθεν = έφτασε 
εκαπίτσευεν = άλεθε παίρνοντας τα αλεστικά 
εκαράκωσεν = κλείδωσε με μάνδαλο
 εκαραμούτωσε = σκυθρώπιασε 
εκαρδοκόπεν = τρόμαξε πολύ 
εκειαπάν καικά = εκεί πάνω 
ε κιτι = ε καημένα
εκόλτσαν = ονόμασαν 
εκούζνεν = φώναζε 
εκουμουλιάουσαν = μαζεύονταν
 εκούρτεσεν = κατάπιε 
εκούφαναν = έγιναν βαθουλά
 εκρεμίουτον = έπεφτε 
εκρέμψεν = έριξε 
έλα = ερχομός 
ελάγκεψεν = πήδησε 
ελάϊσεν = κούνησε 
ελαΐστεν = κουνήθηκε 
έλαμνεν= όργωνε
 ελατάρτσεν = κουνήθηκε
 ελείβωσεν  = συννέφιασε 
ελετσσέγουμ (τ) = θα πεθάνω 
ελιγατούρεψεν = έστειλε με τη σύσταση να βιαστούν
 ελιγώθεν = λιποθύμησε
 έλλαζαν = έκαναν  αλλαγή 
ελτσσή (τ) = μέτρο
 έμ = και
Αγία Κυριακή Ισχανάντων

εμάντζεν =έκαψε και το μαύρισε
εμαρτακίασαν = τοποθέτησαν (μαρτάκια = φιντάνια )
εμέντζεν = ειδοποίησε
 εμέτσεν = μέθυσε 
εμιζιαβιρλιάεψεν (τ) = διέβαλε 
έμνεν = φιλοξενήθηκε 
έμνοστοι = εύχομαι να  είναι νόστιμο
εμποδέα = άκρη φορέματος γυναικών
εμουρδούλιζεν = έβγαζε φωνές 
εμπαίντζ = μπαίνεις
 έμπρια 'σ καικά = μπροστά σου 
εμπροζώσσκεται = βάζει πάνω της κάτι
εμπροϊστός = προεστός
 ενέας= αγαθά 
ενέγκασεν = κούρασε 
ενεπάαν = αναπαύθηκαν 
ενεσακίεν = τίναξε το φορτίο για  κάθεται στην πλάτη 
ενέσκαφτεν = βλαστημούσε τους πεθαμένους
ενέσπαλλεν = ξέχασε 
ενιάεις = λιπαίνεις
 ένοικα = κατοικία
ενούτζεν  επενούντζεν = σκέφθηκε πολύ
εντιδόνεσεν = αντήχησε 
εντούκεν = χτυπούσε
 εντώκες = κτύπησε 
εξέγκεν = έβγαλεν 
έξξιαν= έχυσαν 
εξεκαμπανίσταμε= απομακρυνθήκαμε τόσο ώστε να μη ακούμε καμπάνα
 έξεν= άκουσε 
εξιπνόϊσεν = πέθανε 
εξουκλούχ (τ) = έλλειψη 
εξύαν = χώθηκαν, όρμησαν 
εξεπλαμπανίγαμε = απομακρυνθήκαμε   πολύ 
επαίρνεν κά = υποχωρούσε 
επακλαεύτεν =έφυγε, πέθανε 
επαλαγώησεν = επισκεύασε, 2) τακτοποίησε
 επαρείδα = δεν είδα καλά 
επατούρευεν (τ) = βούλιαζε 
επάχνιξεν = άρχισε να φυτρώνει
 επεβρώτσεν = λέρωσε με περιττώματα
επεγανεύκουτον = έβρισκε της αρεσκείας του
επεζτούρεψε με = μ' εκαμε να βαρεθώ
έπ - εϊ (τ) = αρκετά 
επεκαικά = από κει
 επεκεί = κατόπι 
επεκειαπέσ = από κει μέσα 
επεκούμψεν = ακούμπησε 
επεκρέθαν = κρύωσαν, έχασαν διάθεση
επελίθωσεν = έγινε πέτρα επέμνα = έμεινα
επεξέγκεν = ανταπέδωσε, ξόφλησε 
επέρπαξεν = έπιασε ξαφνικά 
επέρπαξαν = διέκοψαν με άσχημο τρόπο
επεπίρνιξεν = σηκώθηκε πολύ πρωί 
επέρνιξεν = πέρασε το ποτάμι
 επεστέγασεν = ξεσκέπασε 
επεφόβσεν = έχασε το φόβο
 επέφυεν = ξέφυγε 
επεχωρίεν = χώρισε 
επιδέβεν = 1)παράτησε, 2) πέρασε το ύψωμα, τη στροφή
 επλούτωνε = απλωνόταν
 εποίνεν = έκανε 
Άγιος Χριστόφορος - Πιστοφάντων
επουγαλεύκουσαν (τ) = βαρέθηκαν
 επουσσμάνεψα (τ) = μετάνοιωσα 
επουσστίρτσαν = ψιθύρισαν
 εποταμίεν = παρασύρθηκε από το ποτάμι 
εράευεν (τ) = ζητούσε 
ερδουβάντζεν = έβγαλε το βούτυρο από το ανθόγαλα
 έρθεν κι επέμνεν = τα χρειάστηκε 
έρκιαντιαν (τ) = νωρίς 
ερούξεν = έπεσε έρουξαν  έξ = βγήκαν έξω, βγήκαν τρέχοντας 
έρται = έρχεται 
έρχαλ (τ) = ίσως 
εσαβούσσεψαν = παραμέρισαν
εσάεψεν (τ) = υπολόγισε, λογάριασε

εσάρεψεν (τ) = έφραξε, 2) κύκλωσε 
εσαριλάευεν (τ) = κιτρίνιζε 
εσέβαν = μπήκαν 
εσεβταλανεύτεν (τ) = ερωτεύθηκε
 εσέγκεν = έβαλε 
εσέρευαν = μάζευαν 
εσιζιλεύτεν = γλίστρησε 
εσίνεψεν = έπεσε αθόρυβα 
εσκάλωσεν = σκάλωσε κάπου 
εσκουτούλτσεν = μοσχομύρισε 
έσκωσαν ποδάρ = επιτάχυναν το  βήμα
εσολτόκοβεν = έκοβε σε λωρίδες 20 πόντους 
εσουμαρλάεψεν = παράγγειλε 
έσπρυναν = έγιναν άσπρα 
εσσιά (τ) = περιουσία 
εσσιασσίρεψεν (τ) = τάχασε 
εσσιάφλιζεν = άφριζε, σαλιάριζε
 εσσιασσχαλάεψεν = τάχασε 
εσσινεύταν = φαγώθηκαν οι ανωμαλίες της μυλόπετρας
 εσσιόπον (τ) = ταίρι 
εσσ - κιογουλτιάν (τ) μέ όλη την καρδιά 
εσσκίουτον = ράγισε 
εσσκυλογέρασα = γέρασα
 εσσοχοχοχό = προτρεπτικό να προχωρήσουν 
εστερίεσεν = σταμάτησε 
εστρέφτεν = συγκατετέθη 
εσυνεσέβεν = του μπήκε
 έσυρεν = επέσυρεν, υπόφερε πολύ
 εταγιανεύτεν (τ) =  έκατσε (;)
 εταγιάνεψεν (τ) = βάσταξε 
εταγουτεύτεν (τ) = σκορπίσθηκε 
εταγούτεψαν = σκόρπισαν
 ετάβιζαν = μάλλωναν
εταίρος = σύντροφος, φίλος
 ετάραξεν = ανακάτωσε
 ετέρεσεν = ανέθρεψε 
ετέρνεν = περιποιόταν 
ετιαβγαλάευαν (τ) = κατέφευγαν στο δικαστήριο
 ετιασσεύτεν = τρύπησε 
ετίζεψεν = έβαλε στη σειρά
 ετοπλάεψαν (τ) = μάζεψαν 
ετοπλαεύταν (τ) = μαζεύτηκαν 
ετσακοποδίαν = έσπασαν τα πόδια
 ετσαντζάρεψεν = σκαρφάλωσε
 ετσαραμπούλιζεν = έλαμπε
 ετσαρκέλιζεν = βοτάνιζε 
ετσίλτεψεν = κατούρησε
 ετσουνάξαν = έβγαλαν σπίθες
 ετσουρμούγκλιζεν = έκλαιγε δυνατά 
ετσουρώθεν = έκλεισαν
 ετσούρωσεν  άτο = δεν έβγαλε μιλιά
ετσσιάϊζεν = φώναζε δυνατά
 ετσσιάλεψεν = δεν τον έδωσε σημασία,αδιαφόρησε
 ετσσιάμπλιζεν = τσίμπλιαζε ,ανοιγόκλεινε τα βλέφαρα
 ετσσιάντζαν = σκόρπισαν 
ετσσιάτεψαν (τ)= συνάντησαν
 έτσσιουξαν = λυπήθηκαν 
ετσσίτιζεν = κοίταζε από τις χαραμάδες
εύκαιρος = άδειος, χωρίς φορτίο, ο ελαφρύς και στο μυαλό
ευτάγνε = έκανε
ευτάει = κάνει
εφάζνεν = τάιζε
εφκιάρ (τ) = πάθος
εφκιαρόπον = μικρό πάθος
εφόσσιξεν = έβαλε βαθιά,έθαψε
εφουρκίοταν = πνιγόταν 

εφουσκαλιδίασεν = έφερε φούσκες 
έφραζα = εφάρμοσα 
εφτουλάξαν = έσκασαν 
εφτύρκουσαν = τρόμαζαν κι έφευγαν
εφτουλίγαν= ξέσχιζαν τα ρούχα τους. 
εφώτιζεν = βάπτιζε 
εχαϊκούρευεν = αλάλαζε 
εχαντιλιάγαν = θάμπωσαν
 εχείμαζεν = διαχείμαζε
Άγιος Κωνσταντίνος- Ζουρνατσάντων
εχχεμένος = ευκατάστατος
 εχχέρεψεν = χήρευσε 
εχπαράεν = τρόμαξε 
έχπασαν = ξερίζωσαν, απέσπασαν
 εχπάσκουσαν = ξεκινούσαν 
εχπάστεν = ξεκίνησε 
εχτάρεψαν = σκάλισαν 
εχτέθεν = απέκτησε, έπαθε 
εχώρτσαν = διάλεξαν 
έψψεν= άναψε 
έψψεν απάν = επέμενε


(τ) λέξη τουρκική
Share
 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah