ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ / ΕΡΜΗΝΕΙΑ (Α) ΙΔΙΩΜΑ ΣΑΝΤΑΣ

Σάββατο, 6 Αυγούστου 2016

(τ) λέξη τουρκική, (περσ.) περσική (αρμεν.) αρμενική (ρωσ.) ρωσική.

αβαράς (τ) = άεργος 
αβλούκια = ξυνολάπαθα
αβουτείν = αυτοί
αβραχχιόνα = βραχίονας 
αβατζζής (τ) = κυνηγός 
αβούτος - ε - ο = αυτός - ή -ό 
αβτζζιλούχ (τ) = κυνήγι
αγάπς = της αγάπης
 αγιαράευτον = άχρηστο
 αγιάτ = χαγιάτι
αγκάλ = να καταγγείλεις 
αγλιαεύ (τ) = αργοπορεί 
αγνά = παράξενα
αγνόν = παράξενο
 αγούρ = άνδρες 
άγουρος = άνδρας
αγράρθωπος = άγριος άνθρωπος
αγράσσκεμος = πολύ άσχημος
αδά = εδώ
αδακά = εδώ κοντά
αδαπέσ =  εδώ μέσα
αέρακας = γεράκι
αέτς = έτσι
αητέντζ  = αετός
αθέρα = δύναμη, φόρα
άθια = άνθη
αιίδ = κατσίκι
αΐκος , αΐξα, αΐκον = τέτοιος-α-ον
αΐθια = παρ’ ολίγο
αϊνάδας = καθρέπτες
αϊν οϊν = τυχαίο, μικρής  αξίας
ακαμάτιν = ακατέργαστο
ακεί = εκεί
ακλείδια = χωρίς κλειδιά 
άκλερος = άμοιρος 
αλάϊ (τ) = τάγμα 
αλάϊ μαλάϊ = και  όλο 
Ισχανάντων-Πινατιάντων-Τερζάντων
 αλαττσσιαλία (τ) = παρδαλά 
αλεπός = 1) αλεπού, 2) το μέρος της φτερωτής
 αλήγορα = γρήγορα 
αληνά = αληθινά 
αλιαπία (τ) = πήχεις 
αλισσβερίσσι (τ) = δοσοληψία 
αλισσβεριτζζής (τ) = έμπορος 
άλλο μίαν = υστέρα από λίγο 
αλογάντ = αγωγιάτες μέ άλογα 
άμα (τ) αλλά
αμάν (τ) = προσοχή, 2) στη στιγμή
άμε = πήγαινε
αμιάκια (τ) = κόποι
άμον = δπως, σαν
αμοντό = ευθύς ως
αμουρατσούζκον = άμοιρο
αμπάρ (τ) =αποθήκη γεννημάτων
άν (ο Τούρκον) = επέμεινε
άναβα = εξόν, εκτός
αναβάρα = εφιάλτης
αναλλαγάδια = ρούχα γιορτινά
αναλλάζω = φορώ γιορτινά
άναλος = ανάλατος
ανάμνον = περίμενε
αναπλυσία = έλλειψη καθαριότητας
ανασπάλτς = ξεχνάς
αναφαΐα = έλλειψη τροφής
αναχάπαρα = ξαφνικά
ανέννοια = δίχως έγνοια
ανεχχετία = ανέχεια, φτώχεια 
ανοιχτής = μάγος 
αντάρα = θύελλα 
άντζζακ (τ) = μόλις 
αντζόπον = κνήμη, πόδι 
αντραέφσα = κουνιάδα 
αξξτιαμτάν κελετσσέγουμ (τ) = το βράδυ θα έρθω 
άξον = άκουσε 
αοΐκος βλ. αΐκος = τέτοιος
 Απα = άγνωστης σημασίας 
απαγκέσ = πάνω, επιφανειακά 
απαγκαικά = 1) κάτω 2) επιπλέον
 απαδά = από δω 
απαδαμέρ = μεθεπόμενη 
απάν άτς = επιφάνεια σώματος
 απάν καικά = προς τα κάτω 
απάν αφκά = πάνω κάτω 
απατζζήν (τ) ράφτην 
απέ = από
 απέσ = μέσα
απεγάνευτος = ακατάδεκτος 
απελογέθεν = αποκρίθηκε 
απέσ άθ = μέσα του
 απιδέβα με = παράτα με
 απιδιαβαίνω = παραιτώ 
απισσκέσ = αναμεταξύ 
αποβρωτίζ = λερώνει 
αποθεδέν = από πουθενά 
αποκάμ = δαυλός 
αποκατάν = προς τα πάνω 
από κοντά σ = αφ’ εαυτού σου 
αποκουμπιάγ = ξεκουμπώσου 
αποκουντά = σπρώχνει από εκεί
απαλάμια = παλάμη 
αποκρούται = κρυώνει 

αποξαμούνταν = απλώνουν τα χέρια για να χτυπήσουν 
αποξάφτς = σου περνά ο οργασμός
αποξύσμ = το τελευταίο παιδί
 απουράταν  ασσιαγά (τ) απο δώ προς τα κάτω 
αποχιονώνε = ξεχιονίζουν
 απραεμένος = άρρωστος, δυστυχής
 απράνας = πριν από λίγο 
αρ = λοιπόν 
αρ (τ) = φιλότιμο 
αραεύω (τ)=  ζητώ
 αραευτής = εκείνος που γυρεύει 
αραπάδας (τ) = κάρα
 αραπατζζήν = καροτσιέρη
 αργαστέρ = μαγαζί 
αργαστεράς = καταστηματάρχης 
άργυρα = ευτυχισμένα 
αρσσίνν = μέτρο ίσο με 68 πόντους
 αρτούκ(τ) = λοιπόν, έτσι 
αρτούτσσ (τ) = κέδρος 
αροθυμία = πόθος επιστροφής 

ας= από 
άς = άφησε 
ας σου = αφού 
ασσαευτοσύνια = απροσεξία, αδιαφορία
ασαιαγά (τ) = προς τα κάτω
 ασλάεμαν (τ) = εμβολιασμός 
ασσιούχς (τ) = λαϊκός ποιητής 
ασπαλείς = κλείνεις 
άσπλαχνα = αλύπητα 
Άσπρη θάλασσα = Αιγαίο 
αστάρ (τ) = φόδρα 2) τό πρώτο στοκάρισμα ή βάψιμο
 ασχώρετος = ασυγχώρητος 
ατείν = αυτοί 
ατεινέτερον = αυτών 
άτεχνος = χωρίς τέχνη 
ατματσσιάς = γεράκι 
ατουκά = 1) αυτού κοντά, 2) στην υπόθεση αυτή 
ατου πάν = αυτού πάνω
άτρες = διεύθυνση 
ατσσιαΐπκον (τ) = παράξενο 
ατσσιαλιά (τ) = βιαστικό
 ατσσιάπαν (τ) = άραγε 
αφεντοπαίδ = αρχοντόπουλο 
άφιαρουμ (τ)= εύγε 
αφκά = κάτω 
αφκάτισ = αποκάτω σου
 αφουκάτος = δικηγόρος 
αφουκρεθέτε = ακούστε 
άφσι = άφησε 
άφτς = ανάβεις 
αχά = να, ιδού 
αχάνω = ανοίγω το στόμα 
αχαστοί = με ανοικτό στόμα 
αχάξαν = νάτο πάλι 
αχμάχ (τ) = ανόητος 
αχούλ (τ) νους 
αχουλία = γνωστικά 
αχπαράζ = ξαφνιάζει, τρομάζει 
αχπάσσκεται = ξεκινά 
άχτ (τ) =πόθος που δύσκολα εκπληρούται 
άψιμον = φωτιά


Share
 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah