Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Απόσπασμα απο το βιβλίο : "ΣΕΡΡΑ-Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ" ΜΕΡΟΣ 6ο

6

Στα μάτια των περισσότερων γυναικών εκείνης της εποχής λίμναζε η μελαγχολία. Αντιφέγγιζαν την ερημία και μαζί την αδυναμία τους ν’ απλώσουν το χέρι μοναχές τους και ν’ αγγίξουν τη ζωή. Πάντα μεσολαβούσε κάποιος άντρας που καθόριζε και καθοδηγούσε. Άραγε μόνο τότε;

Η Ταλίν αναρωτιόταν σε τι έφταιξε και αποφάσισε ξαφνικά ο Γαληνός να ταξιδέψει στην Ορντού κι από κει στο Τσάμπασιν. Βεβαίως, καίτοι άπειρη, το θηλυκό της ένστικτο αρκούσε για να καταλάβει ότι του άρεσε. Διαπίστωσε και πόσο παθιασμένα την κοιτούσε όταν την έριξε προς τα πίσω ο σάκος της πυγμαχίας και την άρπαξε μην πέσει. Όμως ούτε καν τη φίλησε.
Επιθυμούσε κι η ίδια να τη φιλήσει, μα δεν το έκαμε. Την παράτησε απότομα και ξεπόρτισε στην αυλή. Ήθελε εκείνη τη στιγμή η Ταλίν να βάλει τα κλάματα. Όπως ξέσπασε σε αναφιλητά μόλις της ανήγγειλε ότι θα φύγει. Κι όπως έκλαιγε όλη την εβδομάδα της απουσίας του. Επειδή της έλειπε ο Γαληνός, αλλά και από φόβο. Ιδιαίτερα τα βράδια που τιναζόταν απ’ το στρώμα με κάθε θόρυβο, με κάθε τρίξιμο. Στην πραγματικότητα πιότερο κοιμόταν την ημέρα. Αγρίευε μες στο σκοτάδι. Μήτε λάμπα ν’ ανάψει, σύμφωνα με τις οδηγίες του Γαληνού, μήτε άνθρωπος να υπάρχει κάπου να προστρέξει εάν κάτι συνέβαινε, καμιά απαντοχή.
Κύλησαν έτσι έξι μερόνυχτα. Την επομένη, κατά το μεσημέρι, ήχησαν δυνατά χτυπήματα στην ξύλινη αυλόπορτα. Ποιος να ήταν; Την είχαν ανακαλύψει; Έτρεμε σύγκορμη, ώσπου έπαψαν να βροντούν.
Το απόγευμα γύρισε ο Γαληνός απ’ το Τσάμπασιν. Του το είπε κι έσπευσε θορυβημένος στη βιοτεχνία. Στη μισή ώρα στράφηκε ξανά.
«Ο χωροφύλακας Χαμζά Χαφίζ πέρασε χθες απ’ το εργοστάσιο και ρωτούσε αν δούλευε εκεί η Σάρα, η μητέρα σου», της εκμυστηρεύτηκε. «Ζήτησε και κατάλογο με όλους τους εργάτες κι ερεύνησε παντού στον χώρο και στην αποθήκη. Κατόπιν ανάγκασε τον επιστάτη να πάνε μαζί στο σπίτι του και έψαξε κι εκεί για σένα. Αυτός υποθέτω κοπανούσε το μεσημέρι, παρότι ο Πάντζιος δεν του ανέφερε το όνομά μου. Ίσως από κάπου να έμαθε πως είμαι αναδεχτός του ιδιοκτήτη της βιοτεχνίας και πού μένω».
Η Ταλίν άκουγε τρομοκρατημένη και δε μιλούσε. Δε μείωνε την αναστάτωσή της ούτε το φαινομενικά ήρεμο πρόσωπο του Γαληνού.

«Μπορεί ο Χαμζά Χαφίζ να εμφανιστεί από λεπτό σε λεπτό. Ένα κάρο κόσμος με είδε σήμερα στο λιμάνι», συνέχισε, κι έπειτα στάθηκε για λίγο ακίνητος πλάι στο γραφείο του. Θαρρείς σε πνευματική άσκηση η οποία θα τιθάσευε την εσωτερική του ταραχή. «Φεύγουμε!» της ανακοίνωσε. «Να προφτάσουμε πριν αρχίσει η απαγόρευση κυκλοφορίας».
«Πού θα πάμε;» τόλμησε να ρωτήσει η Ταλίν.
«Στο εργοστάσιο. Αύριο είναι Κυριακή και παραμένει κλειστό. Μετά, βλέπουμε».
Όμως δεν πρόλαβαν, καθώς έκρουσε το μπρούντζινο ρόπτρο της αυλόπορτας.
«Ήρθε το τέλος», μουρμούρισε ο Γαληνός και την έπιασε απ’ το χέρι.
«Θα με παραδώσεις;»
«Άμα δεν ανοίξω, θα βεβαιωθεί πως σε κρύβω και θα φέρει κι άλλους χωροφύλακες», της εξήγησε, κι αμέσως φώναξε: «Ανοίγω!»
Αντί αυτού οδήγησε την Ταλίν στο αποχωρητήριο.
«Όταν μπούμε στο δωμάτιο με τον Χαμζά Χαφίζ, βγες απ’ το παράθυρο δίχως να κάμεις θόρυβο. Στενό είναι, αλλά χωράς. Τοίχο τοίχο προσπάθησε να φτάσεις στον δρόμο. Κρύψου στα χαλάσματα δυο τετράγωνα παρακάτω κι εφόσον όλα πάνε καλά θα έρθω να σε ανταμώσω. Ο Θεός να μας βοηθήσει!»
Την άφησε, και διέσχισε τρέχοντας την αυλή.
«Ο κύριος Γαληνός Φιλονίδης;» ρώτησε ο ογκώδης άντρας, μόλις του άνοιξε.
«Ο ίδιος. Ο κύριος Φωστηρόπουλος δεν είστε;»
«Μάλιστα. Με πρόσταξε ο μητροπολίτης να σας ειδοποιήσω ότι σας αναμένει αύριο στο γραφείο του. Είχα περάσει και το μεσημέρι αλλά δε σας βρήκα».
«Ασφαλώς, τιμή μου! Σας ευχαριστώ!»
«Στις δώδεκα», επισήμανε ο κλητήρας της Μητρόπολης, και αποχώρησε.
Ο Γαληνός αμπάρωσε ξανά την αυλόπορτα. Επί μερικά λεπτά έπαιρνε βαθιές ανάσες κι εξέπνεε αργά, ωσότου έσπευσε στην Ταλίν. Έτρεμε σύγκορμη κι αυθόρμητα την αγκάλιασε.
«Άλλος ήταν. Άδικα ανησυχήσαμε. Πάντως ο κίνδυνος του Χαμζά Χαφίζ παραμένει», της είπε, και την κράτησε πέραν του δέοντος στην αγκαλιά του.
Την αγκάλιαζε κι αναρωτιόταν σε τι αγρίμι μεταμορφώνεται ο πόθος. Ακόμη και σ’ εκείνη τη συγκυρία τολμούσε να λακτίσει γλυκά εντός του. Τούτη η ακατανίκητη δύναμη τον πανικόβαλε και πριν από μια εβδομάδα, κι αναχώρησε άρον άρον για το Τσάμπασιν. Με σκοπό να δεθεί πιο σφιχτά με τη Φιλάνθη, ως μορφή αντίδοτου, και προκειμένου ν’ ανακτήσει και να στεριώσουν όσα ταρακούνησε συθέμελα ο πειρασμός της Ταλίν· ο επίσημος αρραβώνας του, ο λόγος του προς τη Φιλάνθη, τα πεθερικά και τον νονό του, η ηθική, οι αρχές, τα πιστεύω του και η εντιμότητά του, όλη του η υπόσταση. Ένιωθε σίγουρος ότι έπραξε σωστά κι επιπλέον να ελέγχει τον πόθο, να τον ορίζει.
Απ’ τη μεριά της η Ταλίν τρύπωσε στην αγκαλιά του όπως πέφτει η σταγόνα της βροχής στη θάλασσα και χάνεται στα νερά της. Άλλος δρόμος δεν ανοιγόταν γι’ αυτήν, ούτε άλλη θάλασσα την καρτερούσε.
Μια σταγόνα ήταν, δίχως ουρανό, δίχως γη. Μόνη θάλασσα να τη δεχτεί και να της απαλύνει την αγωνία ο Γαληνός. Ώσπου ξεμάκρυνε και τούτος και μια στις τόσες φώτιζε ο κόσμος της. Γιατί, καθώς δεν έπαψε η απειλή του Χαμζά Χαφίζ, έλαβε ο Γαληνός τα μέτρα του, χωρίς η ίδια να γνωρίζει με ποιους κουβέντιασε και τον στήριξαν.
Αμέσως μετά την επίσκεψή του την επομένη στον μητροπολίτη Χρύσανθο, επέστρεψε μαζί μ’ ένα ανδρόγυνο μωαμεθανών. Ακολουθώντας τις οδηγίες του φόρεσε την μπούργκα που της έδωκε κι ετοίμασε τον μπόγο της. Ύστερα, με τον άγνωστο άντρα να προπορεύεται βαστώντας δυο γιομάτες μεγάλες πάνινες τσάντες κι εκείνη στα τρία μέτρα ξοπίσω του, κίνησαν παριστάνοντας τη γυναίκα του.
Διάβηκαν τον δρόμο των ραφτάδων πίσω απ’ το χάνι του Παρασκευά, την περιοχή με τις βιοτεχνίες μεταξωτών, βαμβακερών σεντονιών και γυναικείων πέπλων, τα λεγόμενα τζαρ-τζάρια, διέσχισαν τη συνοικία του Αγίου Βασιλείου και κατέληξαν στο Κορακόρεμα ή Γκουγκούν Ντερέ. Εκεί, στην ανατολική όχθη του ρέματος και κατέναντι στα ερείπια του εξωτερικού τείχους και της τάφρου του κάστρου των Κομνηνών, εγκαταστάθηκε στο νέο της καταφύγιο. Κύκλωνε το σπίτι ψηλός μαντρότοιχος, η κεντρική είσοδος έβλεπε στο χωμάτινο μονοπάτι και διέθετε κήπο στην πίσω μεριά, προς το ρέμα, με μπόλικα απεριποίητα δέντρα.
Της έδειξε ο άντρας το πηγάδι καταμεσής του κήπου και τον εξωτερικό απόπατο και την άφησε ολομόναχη. Στις δυο στενόχωρες κάμαρες, οι οποίες μύριζαν μούχλα και κρέμονταν αράχνες και ξεφλουδισμένοι σοβάδες, δεν υπήρχε κανένα άλλο έπιπλο εκτός απ’ το ξύλινο κρεβάτι με το παμπάλαιο στρώμα κι ένα ετοιμόρροπο χαμηλό τραπέζι.
Απίθωσε στο χωματένιο δάπεδο τις παραφουσκωμένες τσάντες και βάλθηκε να συγυρίσει. Αράδιασε στο τραπέζι τα τρόφιμα και τη λάμπα πετρελαίου, κρέμασε τα ρούχα στα καρφιά του τοίχου κι έστρωσε τα σεντόνια και μια κουβέρτα στο ξεχαρβαλωμένο κρεβάτι. Άνοιξε κατόπιν διάπλατα τα παράθυρα και κάθισε στο πέτρινο πεζούλι του κήπου.
Έδυε ο ήλιος κι ακόμη δεν είχε εμφανιστεί ο Γαληνός. Την έπνιγε ο φόβος κι η ανησυχία τι θ’ απογίνει και συνάμα το άθλιο κατάλυμα και η απομόνωση. Έφταιγε κι ο περίβολος που της έκοβε τη θέα. Αποτόλμησε στο τέλος και σκαρφάλωσε στην πανύψηλη μουριά.
Πλέον, προφυλαγμένη απ’ το πυκνό φύλλωμα και τα κλωνάρια, αγνάντευε τριγύρω. Το κοντινότερο κτίσμα απείχε περί τα εκατό μέτρα. Οι δυο όχθες του ρέματος, όπως εκτείνονταν απ’ το άλλοτε λιμάνι των Βυζαντινών μέχρι το βουνό, ξεδιπλώνονταν κυματιστές και πότε έγερναν απότομα και πότε ομαλά με ελαφριά κλίση προς την κοίτη. Ανάμεσα στα τείχη, στα ερείπια, στα πλατώματα και παρόχθια ξεφύτρωναν τα χαμόσπιτα της φτωχολογιάς των μουσουλμάνων, αλλού σκόρπια κι αλλού κοπαδιαστά, κι όλα με βαθουλωμένες στέγες και τοίχους στο χρώμα της ώχρας απ’ την υγρασία και τη φθορά. Πλάι στις κατοικίες διακρίνονταν αυλές, κοτέτσια και στάβλοι, κήποι περιφραγμένοι με ξύλινους φράχτες και περιβόλια με πορτοκαλιές, λεμονιές, συκιές, κορομηλιές, μουριές και ροδακινιές. Θωρούσε και στα ακαλλιέργητα μέρη αγκαθιές, συστάδες δέντρων, μοναχικά πλατάνια και κυπαρίσσια, ενώ κισσοί περιέσφιγγαν πανταχόθεν τα μισογκρε-μισμένα κάστρα και τους πύργους.
Αποξεχάστηκε και κύλησε ο χρόνος. Σουρουπώνοντας είδε τον Γαληνό στην αντικρινή μεριά του ρέματος. Διέσχισε κατόπιν τη στεγνή κοίτη με γρήγορες δρασκελιές, ανέβηκε προσεκτικά στην επικλινή όχθη και μπήκε απ’ το παραπόρτι του κήπου.
Η Ταλίν βιάστηκε να κατεβεί απ’ τη μουριά και τον περίμενε πλάι στο πηγάδι.
«Εδώ θα είσαι ασφαλής», της είπε, περιφέροντας το βλέμμα. «Λίγο απόμερα, αλλά οι γείτονες είναι πάντα περίεργοι».
Ήθελε ν’ αποκριθεί ότι την τρομάζει η ερημιά, όμως προτίμησε να σωπάσει. Μπήκαν στο σπίτι κι ο Γαληνός ανέσυρε δυο κουβέρτες απ’ την τσάντα που κρατούσε και κάμποσα μαύρα πανιά. Σφάλισε τα παντζούρια και τα παράθυρα και πήρε να καρφώνει τα πανιά ολόγυρά τους.
«Για να μη διακρίνεται το φως της λάμπας τα βράδια», της εξήγησε. «Θ’ αμπαρώνεις την εξώπορτα κι όποιος και να σου χτυπήσει δε θ’ ανοίξεις. Ούτε θα βγεις στον δρόμο. Στον κήπο να κινείσαι ελεύθερα, δε φαίνεσαι από πουθενά. Ν’ αμπαρώνεις και την πόρτα του κήπου. Εγώ θα σου χτυπώ τρεις φορές, έπειτα μία και ξανά τρεις».
«Δε θα μείνεις μαζί μου;» ρώτησε ξέψυχα.
«Αποκλείεται!» αντέδρασε απότομα ο Γαληνός. Ωστόσο, βλέποντας το πρόσωπό της να συννεφιάζει, πρόσθεσε με γλυκύτερο τρόπο: «Έχω τη βιοτεχνία, τα μαθήματα, θα προ-καλέσουμε υποψίες αν πηγαινοέρχομαι. Θα κινδυνεύσεις κι εσύ κι εγώ. Όμως θα σ’ επισκέπτομαι συχνά. Πολύ πρωί ή το σύθαμπο. Άλλες ώρες μόνο σε μεγάλη ανάγκη. Θα φροντίζω και για ό,τι χρειάζεσαι».
Η Ταλίν μαράζωσε κι έτοιμη ήταν να βάλει τα κλάματα.
«Εγώ δεν έχω τίποτε και κανέναν...» κατάφερε να ψελλίσει.
«Πάντως απόψε θα κοιμηθώ εδώ. Δεν προφταίνω να επιστρέψω προτού αρχίσει η απαγόρευση κυκλοφορίας». Τουλάχιστον θα τη συντρόφευε την πρώτη νύχτα.


ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ