Δίστιχα

Τρίτη 5 Απριλίου 2016

Τα δίστιχα είναι δύο ειδών. Τα περισσότερα είναι εμπνεύσεις της στιγμής σε διασκεδάσεις και χορούς, συνήθως έχουν περιεχόμενο ερωτικό, επαναλαμβάνουν τα ίδια με φτηνή ψεύτικη αισθηματολογία, είναι μονότονα και ανούσια, λίγα έχουν και ποιητική έξαρση.
 Η ομοιοκαταληξία αναπληρώνει και την έννοια και τη συνεκτικότητα ,  γιατί στα περισσότερα απ' αυτά ο πρώτος στίχος έχει μια σχέση με την ουσία του δεύτερου π.χ. Εβράδυνεν ο βραδιανόν αψήστεν τα φωτίας, κι οντάν ακούς το θάνατον κωφά να είν' τ' ωτία 'σ.

Δεν τα ονομάζουμε δημοτικά τραγούδια , όχι μόνο γιατί αυτό το είδος το δανειστήκαμε από τους Τούρκους, αλλά και γιατί μόνο ατομικά πάθη συναισθήματα της στιγμής ψάλλουν και όχι τη σκέψη του λαού. Και αν οι Σπαρτιάτες αντί να ψάλλουν : Άμες δε γ'εσόμεθα πολλώ κάρρονες (εμείς όμως θα γίνομε πολύ καλύτεροι), αν έψαλλαν λέω, Να σαν που κείται με τ'εσέν , άραγε θα μπορούσαν να διαπλάσουν εκείνο το σιδερένιο σώμα και το αδαμάντινο φρόνημα να περιφρονούν το θάνατο για τη σωτηρία της πατρίδας ή μόλις άκουγαν την κραυγή του πολέμου θα ζητούσαν να κρυφθούν;
Κοντά στα δίστιχα αυτά είναι τα άλλα , τα καθαρώς λαϊκά , αυτά που διατυπώνουν κάποιο σοφό γνωμικό , κάποια συμβουλή φρόνιμη, κάποια παρατήρηση βγαλμένη από την πείρα , καθάριο απόσταγμα λαϊκής θυμοσοφίας, χαρακτηριστικά των σκέψεων και αισθημάτων του λαού που τα δημιούργησε:
1. Χωρίς αέραν το πουλίν, χωρίς νερόν το ψάρι, χωρίς εγάπ' 'κι γίνεται κανέναν παλικάρι .
2. Αγάπη που  'κ' εγάπεσεν φιλίαν που 'κ  εποίκεν, χαϊβάν έρθεν κ' επέρασεν, γαλαπαλούχ εποίκεν.
3. Την έμορφον όλ' αγαπούν σαεύνε το χατήρν ατς, την άσσκεμον κανείς 'κι θέλ' κι όλ βλαστημούν το κύρν' ατς.
4. Ξύλον 'κ είμαι να καίουμαι, μήλον να φαϊσκούμαι, ναϊλλοί εμέν π' εγέρασα κι άλλο κι αγαπισκούμαι.
Είναι γνωμικά, λαϊκά , γενικά χωρίς εξαίρεση και τόσο όμορφα.

Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah