Τετάρτη, 23 Μαρτίου 2016

Νυφόπαρμαν

Έρχουμαι, ρίζα μ’, έρχουμαι, έρχουμαι μη κομπών’τς με,
τα στράτας ίσ’ πολλά μακρά, τη κάκου μη σκοτών'τσ με.

Η παρανύφ’σα έμορφος, η νύφε άλλο καλλίων, 
ο κουμπάρον ζεμίαν ’κ’ έχ και ν’ ο γαμπρόν θερίον.

Την άσπρεσαν π’ εγάπεσεν, άσπρον αλευροσάκκιν,
 την κόκκινον π’ εγάπεσεν, μηλόπον σκωλεκιάριν,
 μελαχροινόν π’ εγάπεσεν, καμίαν ’κ’ εκομπώθεν,
 μελαχροινόν και το ψωμί κρατεί τον κόσμον όλεν.

’Σήμερον μαύρος ουρανός, σ’ ήμερον μαύρ’ ημέρα, 
’σήμερον θα χωρίουνταν μάνα και θεγατέρα.
’Σήμερον τ’ ηλιοκόρασον δύο καρδόπα έχει,
τ’ έναν αφήνει ση κυρού και τ’ άλλο παίρ’ και πάει.
Οσήμερον το κόρασον δύο πόρτας ανοίγει,
τ’ έναν ανοίγει κι ασπαλεί και τ’ άλλο ανεί κι εμπαίνει.

Αφή, κόρη, τον κύρη σου και ποίσον άλλον κύρη.
 Αφή, κόρη, τη μάνα σου και ποίσον άλλεν μάναν.
Αφή, κόρη, τ’ αδέλφια σου και ποίσον άλλ’ αδέλφια.

Ντο είχες, κόρη, κι έργευες, ντο είχες κι εργοπόρνες;
Είχα τον κύρη μ’ τον καλόν και χωρισίαν ’κ’ είχα, 
με την ευχήν άτ’ εθέλνα εγώ κι εργοπόρνα και ’κ’ έρχουμ’.
Ντο είχες, κόρη, κι έργευες, ντο είχες κι εργοπόρνες;
Είχα την μάνα μ’ την γλυκειάν και χωρισίαν ’κ’ είχα,
την ευχήν άτ’ς εθέλνα εγώ, για τ’ ατό εργοπόρνα.
Κόρη, που έσ’ και έργευες, εργοπόρνες και ’κ’ έρχους;
-Είχα τ’ αδέλφια μ’ τα καλά και χωρισίαν ’κ’ είχα,
 εθέλνα την ευχήν άτουν κι εργοπόρνα και ’κ’ έρχουμ’. 

 Φορίστε άτεν, σκεπάστε άτεν κι εμείς αγληγορούμε,
  τ’ οσπίτ’ν  άτ’ς  εν πολλά μικρόν κι απέσ’ πα ’κ’ εχωρούμε.
Φορίστε άτεν, σκεπάστε άτεν κι εμείς αγληγορούμε,
 τ’ οσπίτ’ν  έμουν πολλά μακρά κι εμείς αργοπορούμε.
Το πάρσιμον τη νύφες

ΠΑΡΑΤΗΡΗΣΕΙΣ ΚΑΙ ΣΧΟΛΙΑ
Ο ποντιακός γάμος δεν είναι απλώς ένα χαρούμενο γεγονός. Αποτελεί ταυτόχρονα και ένα συγκλονιστικό περιστατικό. Είναι «χαρά» μεγάλη, που δονεί συθέμελα τη λαϊκή ψυχή. Φανερώνει τα ευγενικά συναισθήματά της.
Η έξοδος της νύφης από το πατρικό σπίτι αναστατώνει τις ψυχές.
Ο ψυχικός δεσμός μάνας και κόρης συνταράσσεται στην κρίσιμη ώρα του αποχωρισμού. Γι' αυτό ακριβώς, ο ψαλμός της ποντιακής μούσας είναι τόσο μελαγχολικός.
«’Σήμερον μαύρος ουρανός, ’σήμερον μαύρ’ ημέρα»!
Δρασκελίζει η νύφη, για τελευταία φορά, το κατώφλι του πατρικού σπιτιού. Αφήνει το περιβάλλον, όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Όπου απόλαυσε τα χάδια και τη στοργή των γονιών της.  Αναλογίζεται το παρελθόν και στοχάζεται το μέλλον. Κομματιάζεται η καρδιά της. Η μισή μένει πίσω. Με την άλλη μισή πορεύεται προς το ύψιστο κοινωνικό της καθήκον. Από «ηλιοκόρασον» της γειτονιάς, θα γίνει «οικοδέσπενα», παράγοντας κρίσιμος για τη δημιουργία εστίας ζωής.

«’Σήμερον τ’ ηλιοκόρασον δύο καρδόπα έχει, 
τ’ έναν αφήνει σή κυρού και τ’ άλλο παίρ’ και πάει».

Η μια συγκίνηση διαδέχεται την άλλη και οι ποιητικές εικόνες παρουσιάζουν με έντονα χρώματα την ψυχική πορεία της νύφης.
«Οσήμερον το κόρασον δύο πόρτας ανοίγει, 
τ’ έναν ανοίγει κι ασπαλεί, τ’ άλλο ανεί κι εμπαίνει».

Πορεύεται η νύφη προς το σπίτι του γαμπρού. Το καινούργιο τούτο περιβάλλον της είναι άγνωστο. Σαν νύφη έχει καθήκοντα βαριά. Αποτελεί σκληρή συμβουλή το διαλάλημα της ποντιακής μούσας:

«Μάθα, κόρη, την αγρυπνίαν και την κακοπειρίαν,
 αύρι’ θα πας ση πεθερού σ’, να είσαι μαθεμέντσα».

Ξέρει η νύφη τι την περιμένει στα πλαίσια της καινούργιας ζωής της. ’Έχει πλήρη συναίσθηση των ευθυνών της. Αισθάνεται, γι’ αυτό, βαθιά την  ανάγκη, να ακούσει τις ευχές όλων των σπιτικών της, που είναι συμβουλές χρυσές. Αυτές οι ευχές καθυστερούν την έξοδό της από το πατρικό σπίτι.

«-Ντο είχες, κόρη, κι έργευες, ντο είχες κι εργοπόρνες;
-Θέλνα ασόν κύρη μ’ την ευχήν κι εργοπόρνα και ’κ’ έρχουμ’.
-Θέλνα  ση μάνα μ’ την ευχήν, για  τ’ ατό εργοπόρνα».

Παρουσιάζει ιδιαίτερη γραφικότητα το πάρσιμο της νύφης, όταν η γαμήλια πομπή είναι έφιππος. Αυτό συμβαίνει στην περίπτωση, που  η νύφη δεν είναι από το χωριό του γαμπρού. Όπως όλοι, έτσι και  η νύφη είναι καβάλα στο άλογο.
Προς την πλευρά των συμπεθέρων, η μάνα της νύφης απευθύνει τα τελευταία λόγια. Είναι ευχές και ταυτόχρονα δραματικές εκκλήσεις:
  «Συμπεθέρ’, άμον τον γιόν έσουν, να έχετεν και την θεγατέρα μ’.
 Τη στράταν να μη κόφτετεν. Να πάτε και να έρχουστεν».
Είναι εκφράσεις, που φανερώνουν κοινωνικές ιδέες και αντιλήψεις. Δεν πρέπει με το γάμο να διασπαστούν οι κοινωνικοί δεσμοί των ατόμων. Αντίθετα, αυτοί πρέπει να διευρυνθούν με την εξ αγχιστείας συγγένεια.

Στάθης Ι. Ευσταθιάδης