ΟΠΡΕΤΙ

Τετάρτη, 17 Φεβρουαρίου 2016

Οι πρόγονοι των Ελλήνων του χωριού Οπρέτι προέρχονται από τα ορυχεία του Αχταλά και Αλαβερδί. Αυτοί, ως γνωστοί μεταλλωρύχοι από την πόλη Γκιουμισχανέ (Αργυρούπολη), ήρθαν στο Γεωργιανό Βασίλειο με προσωπική πρόσκληση του βασιλιά Ηρακλή Β'. 
Η μεγα­λύτερη ομάδα των μεταλλωρύχων ήρθε στη Γεωργία το 1763. Ο βα­σιλιάς της Γεωργίας Ηρακλής έδωσε στους Έλληνες μάστορες πολλά προνόμια. Στα τέλη του 18ου αιώνα οι ντόπιοι Αρμένιοι κατάφεραν να πείσουν τον βασιλιά να αγοράσει φθηνά τα χωνευτήρια χαλκού των Ελλήνων. Από τότε άρχισε να χειροτερεύει η οικονομική κατάσταση των Ελλήνων μαστόρων μεταλλωρύχων.
Οπρέτι

 Οι Έλληνες μάστορες έγιναν σκλάβοι των αυτοκρατορικών και τοπικών αρχών. Τα αφεντικά έ­παιρναν στη δουλειά τους Αρμενίους, τους Τάταρους του Μπορτσαλό και τους Πέρσες από το Ιράν. Οι Έλληνες αναγκαστικά εγκατέλειψαν τα ορυχεία και εγκαταστάθηκαν στα άγρια βουνά της περιοχής Μπορ­τσαλό.
Για πρώτη φορά το 1816 εμφανίστηκαν εδώ οι Έλληνες. Όμως το 1823 επίσημα γράφτηκαν 20 οικογένειες. Από το 1816 ως το 1829 κράτησε η πορεία του σχηματισμού του χωριού τους. Μετά από πολ­λές αναφορές το 1829 οι τοπικές αρχές αναγνώρισαν το Οπρέτι σαν έ­να νέο οικισμό. Το Οπρέτι αναγνωρίστηκε νομικώς και οι κάτοικοί του γράφτηκαν σαν κρατικοί αγρότες.
Η δύσκολη οικονομική κατάσταση των κατοίκων του χωριού Οπρέ­τι δεν τους επέτρεπε να χτίσουν εκκλησία για τις θρησκευτικές ανάγκες τους. Στο λόφο, κοντά στο χωριό, οι κάτοικοι βρήκαν τα ερείπια μιας παλιάς γεωργιανής εκκλησίας και αποφάσισαν να την αναστηλώσουν.
Η υπόθεση ξεκίνησε το 1839 και τελείωσε το 1841, οπότε και εγκαι­νίασαν την εκκλησία αφιερώνοντας την στο Μεγαλομάρτυρα Άγιο Γε­ώργιο. Από την έκθεση του πρωθιερέα Βασίλη Ανδριάνοβ, πρώτου υ­πεύθυνου των ελληνικών εκκλησιών της περιοχής Τσάλκας, προς τις τοπικές αρχές γνωρίζουμε ότι στις 31 Μαΐου του 1841 ιερέας στο χωριό Οπρέτι διορί­στηκε ο Χαρίτων Σπυριδόνοφ.
Άγιος Γεώργιος
Οι επισκέπτες του χω­ριού Οπρέτι σκέφτονταν την κατασκευή νέας ελλη­νικής εκκλησίας και υπο­στήριζαν τις πρωτοβουλίες των νεαρών, που ήθελαν να πάρουν εκκλησιαστική μόρφωση. Ο πρώτος Έλληνας, που πέρασε στην ιερατική σχολή της Τιφλίδας, ήταν ο Αναστά­σιος Τερζίογλου, κάτοικος του Οπρέτι. Η οικογένεια αυτού καταγότανε από το χωριό Αβλιάνι της περιο­χής της Τραπεζούντας.
 Επειδή ήταν γιός ιερέα, ο Αναστάσιος στα χρόνια των σπουδών στην ιερατική σχολή πήρε το ε­πώνυμο Παπαδόπουλος. Μετά τον Χαρίτωνα Σπυριδόνοβ ιερέας της εκκλησίας του Μεγαλομάρτυρα Γεωργίου του Οπρέτι διορίστηκε ο Α. Παπαδόπουλος. Ήταν πολύ πρόθυμος και μορφωμένος άνθρωπος. Με­τά τις λειτουργίες στην εκκλησία ο Αναστάσιος άλλαζε τα ρούχα του και μαζί με τους συγχωριανούς του έλυνε τα προβλήματα τους.
Ο πληθυσμός του χωριού Οπρέτι αυξανόταν, επειδή έρχονταν οι με­τανάστες από το Αχταλά, Αλαβέρδι και από την περιοχή της Τραπε­ζούντας. Τα ντοκουμέντα των αρχείων μας πληροφορούν για την κα­ταγωγή των κατοίκων του χωριού Οπρέτι.
 Σε ένα έγγραφο αναφέρε­ται: «Το 1854 ιερέας της ελληνικής εκκλησίας του Οπρέτι διορίστηκε ο Νικόλαος Παπαδόπουλος προερχόμενος από την περιοχή της Τρα­πεζούντας. Ο Παπαδόπουλος γεννήθηκε το 1822 στο χωριό Αβλιανί της περιοχής Τραπεζούντας. Ο παππούς του Δημήτριος και ο πατέρας του Λάζαρος ήταν ιερείς σε διάφορα ελληνικά χωριά της περιοχής της Τραπεζούντας.
Οι Έλληνες του Οπρέτι στην κάτω περιοχή του χωριού έχτισαν νέα εκκλησία και ξέρουμε ότι το 1854 εκεί διορίστηκε ιερέας ο Νικόλαος Παπαδόπουλος. Την εκκλησία αυτή την αφιέρωσαν στην Παναγία Μα­ρία. Ανάμεσα στους κατοίκους του Οπρέτι ήταν πολλοί μορφωμένοι, αλ­λά εδώ θα αναφέρουμε τη δραστηριότητα του Σολομώντα Παπαδόπουλου. Αυτός γεννήθηκε στις 5 Μαΐου του 1860 στο χωριό Αβλιάνα της περιοχής της Τραπεζούντας, από τη φτωχή οικογένεια του ιερέα Σπυρίδωνα. Όμως έμελλε να παίξει σημαντικό διαφωτιστικό ρόλο στη ζωή του ελληνικού πληθυσμού του Καυκάσου. Στην Οθωμανική Αυ­τοκρατορία κυριαρχούσαν η βαρβαρότητα και η αυθαιρεσία των φεου­δαρχών, που κατέστρεφαν τα χριστιανικά χωριά. Οι Έλληνες πωλούνταν σαν σκλάβοι ή κρύβονταν στα βουνά, σε δάση και σε σπηλιές. Με­ρικοί αναγκαστικά εξισλαμίζονταν. Οι Οθωμανοί χρησιμοποιούσαν πάντα βαρβαρικές μεθόδους.

 Στην ελληνική οικογένεια επικρατούσαν οι πατριαρχικές συνθήκες, όπως τώρα στα καλύτερα ελληνικά χωριά: ο σεβασμός προς τους μεγάλους, η χριστιανική ευσέβεια, η αρχαία α­πλότητα, οι στενές σχέσεις των μελών της οικογένειας. Τα ελληνικά σχολεία στην Οθωμανική Αυτοκρατορία δε βρίσκονταν σε καλή μοίρα, γιατί δεν τα έβλεπαν με καλό μάτι οι Οθωμανοί. Τα μαθήματα γίνο­νταν σε ένα αγροτικό σπίτι χωρίς φως. Οι δάσκαλοι ήταν σχολαστικοί, μορφωμένοι και τα παιδιά εκπαιδεύονταν με τη βέργα. Αυτή η περίο­δος στην ιστορία του ελληνικού σχολείου στην Ανατολή είναι γνωστή με το όνομα «Καϊνά σχολεία».
Η εκκλησία της Παναγίας χτίστηκε με έξοδα του ντόπιου κατοίκου Νικολάου Χασίροβ. Μέσα στην εκκλησία έβαλαν τρείς κολόνες, στις ο­ποίες στερέωναν τις εικόνες της Παναγίας με το Χριστό, του Αγίου Λα­ζάρου και του Εσταυρωμένου Χριστού. Τις εικόνες αυτές, που ήταν πά­νω σε ύφασμα, έφεραν οι Έλληνες από την Τραπεζούντα και τις φύλα­γαν σ’ αυτήν την εκκλησία ως το 1948, οπότε μαζί με άλλες εικόνες χάθηκαν για πάντα.
Το 1867 στο χωριό Οπρέτι μετανάστευσε η οικογένεια του Τερζάογλου από την περιοχή της Τραπεζούντας. Αυτή ήταν οι συγγενείς του ιερέα Νικολάου Παπαδόπουλου. Στον κατάλογο των οικογενειών αυ­τή η οικογένεια γράφτηκε ως Παπαδοπούλου Σπυρίδωνα. Μετά την μετανάστευση ο Σπυρίδωνας διορίστηκε ιερέας στην τοπική εκκλησία και ο γιός του Σολομώνας στάλθηκε σε ρωσικό σχολείο, στην περιοχή Μπέλι Κλιούτς (Άγκ Μπουλάχ), όπου έμαθε τα ρωσικά. Μετά από έ­να χρόνο ο πατέρας του τον πήρε πίσω και τον δίδασκε στο σπίτι. Ο εννιάχρονος Σολομώνας πέρασε στη σχολή των ευελπίδων στο Μπέλι Κλιούτς. Το 1874 γράφτηκε στη δεύτερη τάξη της ιερατικής σχολής της Τιφλίδας, την οποία τελείωσε το 1877.
Οπρέτι
Μετά τη σχολή ο Σολομώνας διορίστηκε ιερέας στο χωριό του και σκεφτόταν συνεχώς την κοσμική μόρφωση. Κάποτε κρυφά πήρε από τον πατέρα του 10 ρούβλια και πήγε στην πόλη Γκόρι, έδωσε εξετάσεις και έγινε φοιτητής. Όμως η φτώχεια τον ανάγκασε να επιστρέφει πί­σω στο σπίτι του. Μετά πέρασε στο σεμινάριο των Μπέλι Κλιούτς. 
Δι­ευθυντής του σεμιναρίου ήταν ο Έλληνας Διβάρης. Από τις 13 Νοεμ­βρίου του 1880 ο Σολομώνας δουλεύει στο σχολείο του Μπέλι Κλι­ούτς για 7 χρόνια. Αυτά τα χρόνια ήρθε σε στενή επαφή με τους φοιτητές του δασκαλικού σεμιναρίου της Τιφλίδας. Ακούστηκε ότι ήθελαν να τον στείλουν για σπουδές στην Τραπεζούντα, αλλά για ά­γνωστους λόγους αυτό δεν έγινε. 
Την πρώτη Σεπτεμβρίου του 1884 ο Σολομώνας μετατέθηκε στο Αχαλκαλάκι σαν επιτηρητής του σχολεί­ου, όπου έμεινε ως το 1888. Αυτό το έτος μετακόμισε στο Μαγγλίσι και άρχισε να διδάσκει στο δίχρονο σχολείο. Στις 15 Αυγούστου του 1893 μετατέθηκε στο σχολείο του Μπέλι Κλιούτς. Από τότε άρχισε να μαζεύει τους μαθητές από την περιοχή της Τσάλκας για το σχολείο του Μαγκλίσι. (Το 30 τοις εκατό των μαθητών, περίπου 25 άτομα, ήταν Έλληνες). Επί 13 χρόνια διεύθυνε το σχολείο. Σ’ αυτό το χρονικό διά­στημα το σχολείο αυτό τελείωσαν 113 σπουδαστές και απ’ αυτούς: 50 Ρώσοι, 51 Έλληνες, 2 Αρμένιοι, 6 Γερμανοί, 1 Εβραίος, 1 Τάταρος, 1 Λεζγκίνος.
Όσον αφορά τον πατέρα του Σολομώνα, αυτός, όπως και εκατοντά­δες κάτοικοι της περιοχής Τσάλκας, στα 1880 ετοιμάστηκε να μετα­ναστεύσει στην περιοχή του Κάρς. Δεν έφυγε όμως. Στις 28 Αυγούστου του 1887 μαζί με την οικογένειά του γύρισε πίσω στο χωριό του και συνέχιζε να υπηρετεί την εκκλησία. Ο Σολομώνας προπαγάνδιζε στη νεολαία της περιοχής Τσάλκας, ώστε οι νέοι να κατανοήσουν τη σοβα­ρότητα των σπουδών σε σχολεία και σεμινάρια της Γεωργίας και της Τπερκαυκασίας. Με την υποστήριξή του ένας κάτοικος του Οπρέτι, ο Ιωακείμ Κιλιμκάροβ, το 1902 τελείωσε το δασκαλικό σεμινάριο της Τπερκαυκασίας. Το ίδιο έτος γράφτηκε στο γυμνάσιο της Τιφλίδας.




Σωκράτης Αγγελίδης
Διδάκτορας της Ιστορίας-Ανατολικολόγος


Share
 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah