Τετάρτη, 2 Δεκεμβρίου 2015

Βαλκανική συμμαχία

Το Μάρτιο του 1912 η Σερβία και η Βουλγαρία συμμάχησαν εναντίον της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Στη συμμαχία αυτή προστέθηκε αργότερα και το Μαυροβούνιο.
Ελευθέριος Βενιζέλος
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος, που ήταν τότε πρωθυπουργός της Ελλάδας, θεωρώντας ότι, αν ξεσπούσε ένοπλη σύ­γκρουση στα Βαλκάνια χωρίς ελληνική συμμετοχή, θα χανό­ταν για πάντα η δυνατότητα να υλοποιηθούν οι ελληνικές εθνικές διεκδικήσεις στη Μακεδονία και τη Θράκη, υπέ­γραψε το Μάιο του 1912 αμυντική συμμαχία με τη Βουλγα­ρία.
 Οι δύο χώρες δεν κατάφεραν να συμφωνήσουν για το μοίρασμα των εδαφών της Μακεδονίας και συναίνεσαν απλώς στο να κρατήσει καθεμία όσα εδάφη θα κατάφερνε να αποσπάσει από την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Ένας παρά­γοντας που ώθησε τη βουλγαρική ηγεσία να δεχτεί μια τέ­τοιου είδους συμφωνία ήταν το γεγονός ότι η ήττα της Ελλά­δας στον Ελληνοτουρκικό Πόλεμο του 1897 είχε δημιουργήσει στους υπόλοιπους Βαλκάνιους την πεποίθηση ότι ο ελληνικός στρατός δεν αποτελούσε υπολογίσιμο παρά­γοντα. Οι Βούλγαροι, οι οποίοι θεωρούσαν ότι ήταν «οι Πρώσοι των Βαλκανίων», πίστευαν ότι στην καλύτερη περίπτωση ο ελληνικός στρατός θα εγκλωβιζόταν στα σύνορα ή θα ση­μείωνε λίγες τοπικές επιτυχίες, αλλά δεν θα κατάφερνε να διεκδικήσει με αξιώσεις εδάφη που αποτελούσαν στόχο της Βουλγαρίας.

Η ευκαιρία για επίθεση εναντίον της Τουρκίας δόθηκε στο Μαυροβούνιο, όταν η Τουρκία αρνήθηκε τη διευθέτηση των μεταξύ τους διαφορών που αφορούσαν τα σύνορα. Έτσι, της κήρυξε τον πόλεμο στις 25 Σεπτεμβρίου του 1912. Λίγες μέρες νωρίτερα η Βουλγαρία είχε ειδοποιήσει την ελληνική κυβέρνηση ότι η Τουρκία συγκέντρωνε στρατό στα μεταξύ τους σύνορα και ότι από κοινού με τη Σερβία είχαν αποφασίσει να επιτεθούν εναντίον της Τουρκίας, καλώντας την Ελλάδα να τιμήσει τη στρατιωτική τους συμφωνία.
 Η Ελλάδα συμφώνησε και στις 30 Σεπτεμβρίου οι πρεσβευτές της στην Κωνσταντινούπολη μαζί με εκεί­νους της Βουλγαρίας και της Σερβίας επέδωσαν τελεσί­γραφο στην Πύλη. Με αυτό απαιτούσαν, πέρα από την άμεση ανάκληση των τουρκικών στρατιωτικών δυνάμεων από τις παραμεθόριες περιοχές, πολλές άλλες ρυθμίσεις και μεταρρυθμίσεις. Μεταξύ άλλων, ζητούσαν την επικύ­ρωση της εθνικής αυτονομίας των εθνοτήτων της Οθωμα­νικής Αυτοκρατορίας και την αναλογική τους αντιπροσώ­πευση στο τουρκικό Κοινοβούλιο, την αναγνώριση των χριστιανικών σχολείων ως ισότιμων με τα μουσουλμανικά, το διορισμό χριστιανών σε δημόσιες θέσεις κ.λπ.
Όπως ήταν αναμενόμενο, η Πύλη χαρακτήρισε το τελεσί­γραφο «θρασεία απόπειρα επέμβασης στις εσωτερικές υπο­θέσεις της αυτοκρατορίας» και άρα «ανάξιο απαντήσεως». Έτσι, οι τρεις χώρες της κήρυξαν πόλεμο στις 4 Οκτωβρίου.
Ήδη από τις 17 Σεπτεμβρίου του 1912 στην Ελλάδα είχε κηρυχθεί επιστράτευση, η οποία υπογράφηκε από τον ίδιο το βασιλιά και τον πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο.
Εν τω μεταξύ, την 1η Οκτωβρίου του 1912 έγιναν δεκτοί στην ελληνική Βουλή οι Κρήτες βουλευτές και επιτεύχθηκε η πολυπόθητη ένωση με την Ελλάδα.
Το ελληνικό στρατηγείο με αρχηγό το διάδοχο Κωνστα­ντίνο εγκαταστάθηκε στην Αβερώφειο Γεωργική Σχολή κοντά στη Λάρισα και στις 5 Οκτωβρίου ο ελληνικός στρατός διάβηκε τα σύνορα της Μελούνας, μετά τον Τίρναβο, και προχώρησε προς την Ελασσόνα.
Οι Τούρκοι με αρχηγό τον έμπειρο Ταχσίν πασά είχαν οργανώσει την αμυντική τους γραμμή στα υψώματα βόρεια της Ελασσόνας, αλλά ο ελληνικός στρατός τούς ανάγκασε να υποχωρήσουν προς τα Στενά του Σαραντάπορου.
Τα στενά αυτά, τα οποία είναι απόρθητο φρούριο, οι Τούρ­κοι, με τη βοήθεια Γερμανών αξιωματικών, τα είχαν οχυρώσει υποδειγματικά. Μάλιστα, ο Γερμανός στρατηγός Γκολτζ είπε χαρακτηριστικά ότι θα γίνονταν ο τάφος των Ελλήνων.
Στα βορειοανατολικά του χωριού Σαραντάπορο, από το ύψωμα Σκοπιά μπορούσε να ελεγχθεί όλη η περιοχή από τον ποταμό Σαραντάπορο ως το δρόμο Ελασσόνας-Σερβίων στα δυτικά. Στη φυσική οχύρωση των στενών συνέβαλλαν τα υψώματα νοτιοδυτικά της Σκοπιάς και η δύσβατη πε­ριοχή στα βόρεια του χωριού Σαραντάπορο. Η προσέγγιση μπορούσε να γίνει μόνο μέσα από εξαιρετικά δύσβατες ορεινές διαβάσεις.
Το σχέδιο των Τούρκων ήταν να κρατήσουν σταθερή άμυνα ώστε να εμποδίσουν την προέλαση των Ελλήνων προς τα βόρεια.
Χάνι Χατζηγώγου
Ο αρχιστράτηγος Κωνσταντίνος εγκαταστάθηκε στο Χάνι Χατζηγώγου, όπου βρίσκεται και το μνημείο της μάχης του Σαραντάπορου, και στις 9 Οκτωβρίου ο ελληνικός στρατός εξαπέλυσε επίθεση. Παράλληλα, οι άλλες δυνάμεις κινήθηκαν από τα πλάγια ούτως ώστε να βρεθούν στα νώτα του εχθρού. Τα αποτελέσματα της πρώτης μέρας της μάχης ήταν μάλλον δυσμενή για τους Έλληνες. Κατά τη διάρκεια της νύχτας οι Τούρκοι, αντιλαμβανόμενοι την πρόθεση των Ελλήνων να τους περικυκλώσουν, υποχώρησαν προς τα Σέρβια, όπου τους περίμενε ελληνική μεραρχία, η οποία τους αιφνιδίασε και τους έτρεψε σε φυγή αφήνοντας πίσω τους άφθονο πολεμικό υλικό. Στη συνέχεια ο ελληνικός στρατός προωθήθηκε προς τον Αλιάκμονα, ενώ το από­γευμα της 12ης Οκτωβρίου ένα τμήμα της ταξιαρχίας ιππι­κού απελευθέρωσε την Κοζάνη.
Ύστερα από αυτή την εντυπωσιακή επιτυχία, το γενικό στρατηγείο εγκαταστάθηκε στην Κοζάνη, από όπου ο αρ­χιστράτηγος Κωνσταντίνος σκόπευε να βαδίσει προς το Μοναστήρι. Ο Βενιζέλος όμως ήθελε ο ελληνικός στρατός να συνεχίσει την πορεία του στη Μακεδονία και να μπει στη Θεσσαλονίκη προτού προλάβουν να το κάνουν οι Βούλγαροι, όπως σχεδίαζαν.

National Geographic Magazine