Παρασκευή, 30 Οκτωβρίου 2015

ΧΑΛΔΙΑ , Η ΚΟΙΤΙΔΑ ΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΩΝ Μέρος 3ο

ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΕΞΑΡΤΗΣΗ
ΟΛΟΙ ΟΙ ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΙΚΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ υπάγονταν, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα, στη μακρινή μητρόπολη Χαλδίας και Χερροιάνων και όχι στην πλησιέστερη μητρόπολη τους. Το καθεστώς της πνευματικής διαρχίας, της συνύπαρξης δηλαδή δύο ανεξάρτητων πνευματικών αρχόντων στην ίδια περιφέρεια, με κύριο χαρακτηριστικό την πνευματική επικυριαρχία του «νόμιμου» μητροπολίτη Χαλδίας σε τμήμα του ποιμνίου κάποιου άλλου, είναι γεγονός αξιοσημείωτο και μοναδικό στα χρονικά της εκκλησιαστικής διοίκησης. 
Ο A. Α. Παπαδόπουλος αναφέρει σχετικά: «... οι αρχιερείς Χαλδίας είχαν την αξίωσιν να παρακολουθούν παντού τα εκπατριζόμενα πνευματικά τέκνα των και ούτω να εισχωρούν εις άλλας επαρχίας του Πόντου και της Μικράς Ασίας και της Μεσοποταμίας». Το προνόμιο αυτό παραχωρήθηκε στους μητροπολίτες Χαλδίας «λόγω ανωτέρας βίας και πολιτικής ανάγκης» και εξακολούθησε νόμιμα να ισχύει για την πλειοψηφία των μεταλλουργικών οικισμών, ακόμη κι όταν αυτοί απώλεσαν την αίγλη τους, παρήκμασαν και μετατράπηκαν σε αγροτικούς.
Γερβάσιος Σουμελίδης
Η επιμονή των μητροπολιτών Χαλδίας, μέχρι και τους τελευταίους χρονικά, τον Γερβάσιο Σουμελίδη (1864-1905) και τον Λαυρέντιο Παπαδόπουλο (1905-1922), να διατηρήσουν τον έλεγχο και τις εξουσίες τους σε όλα τα μεταλλεία των Ελλήνων του Πόντου, μπορεί έως έναν βαθμό να εξηγηθεί από την αγωνία τους να διασώσουν στις μακρινές εστίες του ελληνισμού την ελληνορθόδοξη παράδοση, καθώς και τα ήθη και έθιμα του Πόντου (τρανή απόδειξη αποτελεί το περιεχόμενο κωδίκων και κανονισμών δημογεροντίας των μεταλλουργικών οικισμών). 
Το ζωηρό ενδιαφέρον τους όμως για τα μεταλλεία, το οποίο κάποιες φορές εκδηλώθηκε με έντονες πιέσεις προς τους άλλους ποιμενάρχες, αλλά και τους κατοίκους των μεταλλουργικών οικισμών, οφείλεται αποκλειστικά και μόνο σε οικονομικούς λόγους. 
Αποβλέποντας στις τεράστιες οικονομικές απολαβές από την παραγωγή των μεταλλείων, oι μητροπολίτες Χαλδίας διεκδίκησαν και απέκτησαν το δικαίωμα της επικυριαρχίας της μητρόπολής τους σ' αυτά, de jure και de facto, χάρη στην ισχύ και το κύρος των αρχιμεταλλουργών, καθώς και στην πίεση που μπορούσαν να ασκήσουν oι τελευταίοι «δυναστική χρώμενοι χειρί» άμεσα στο Οικουμενικό Πατριαρχείο και έμμεσα στην Οθωμανική κυβέρνηση. 
Η «επικυριαρχία» τους σε όλους τους μεταλλουργικούς οικισμούς, με εξαίρεση τα Άργανα και Κεμπάν μαντέν που προσαρτήθηκαν στη μητρόπολη Αμίδης εξακολούθησε να ισχύει, ακόμη και όταν όπως ήδη έχει αναφερθεί, τα μεταλλεία παρήκμασαν και με τον καιρό οι εν λόγω οικισμοί μετατράπηκαν σε αγροτικές εγκαταστάσεις.

Η ΤΑΞΗ ΤΩΝ ΜΕΤΑΛΛΟΥΡΓΩΝ
Η ΕΣΩΤΕΡΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ της τάξης των μεταλλουργών στην περίοδο της ακμής των μεταλλείων της Χαλδίας παρέμεινε αμετάβλητη και σ' όλους τους μεταλλουργικούς οικισμούς - αποικίες που δημιουργήθηκαν, στη συνέχεια, εκτός των γεωγραφικών ορίων της. Τα ανώτατα αξιώματα κατείχαν ιεραρχικά:
α) ο Γενικός μαντέν Εμίνης (διευθυντής των μεταλλείων της Μ. Ασίας),
β) ο μαντέν Εμίνης (επόπτης σε κάθε μεταλλείο),
γ) ο Γενικός αρχιμεταλλουργός ή ουμουμή μαντεντζή-πάσης (προϊστάμενος όλων των μεταλλείων της Χαλδίας) και 
δ) ο Ειδικός αρχιμεταλλουργός ή εμπρολάτης ή ουστάμπαοης (προϊστάμενος ενός μεταλλείου). Το αξίωμα του γενικού και ειδικού αρχιμεταλλουργού, εκτός ελάχιστων εξαιρέσεων (του Αρμένιου Σανόζ και του Γερμανού Paul Krauser, γαμπρού του περιβόητου αρχιστράτηγου νοη de Goltz), κατελάμβαναν Έλληνες σε όλη τη διάρκεια της λειτουργίας των μεταλλείων της Χαλδίας και των μεταλλουργικών αποικιών της.
Η προς όφελος του έθνους δράση των αρχιμεταλλουργών, όπως αυτή προκύπτει από τις πηγές (λ.χ. τους κώδικες της πατριαρχικής αλληλογραφίας), τονίστηκε και εξυμνήθηκε όχι λίγες φορές στη βιβλιογραφία. Οι φιλοπάτριδες και φιλόμουσοι αρχιμεταλλουργοί δεν περιορίσθηκαν μόνο στην εξεύρεση νέων μεταλλοφόρων περιοχών, στην εξασφάλιση εργασίας και την προστασία του ελληνικής καταγωγής εργατικού δυναμικού των μεταλλείων ενώπιον των τουρκικών αρχών και ιεροδικείων. 
Το εθνικό τους έργο επεκτάθηκε στην προστασία και την ανέγερση σχολείων, ναών, δημοσίων κτιρίων και ευαγών ιδρυμάτων, στη δωρεά ανεκτίμητης αξίας ιερών κειμηλίων στους ναούς και τις μονές του Πόντου, καθώς και στη γενναία οικονομική ενίσχυση των Αγίων Τόπων.
Συμπαραστάθηκαν, επίσης, όχι μόνο ηθικά αλλά και χρηματικά, στους ομοεθνείς τους της απέναντι πλευράς του Αιγαίου κατά την Επανάσταση του 1821, καθώς και στην Κρητική Επανάσταση το 1866. Υφιστάμενοι του αρχιμεταλλουργού ήταν οι μπασίρηδες (εργοδηγοί ή παραστάτ') κάθε γαλαρίας (αρ. λ. μαγαρά). Υπό τη διεύθυνση αυτών εργάζονταν ομάδες εργατών (ισδζίδες, ici = εργάτης).
 Η κονιορτοποίηση των μεγάλων όγκων του μεταλλεύματος και ο διαχωρισμός του από τις πέτρες γινόταν από τους τσαγιλτζήδες ή τσαουλτζήδες. Την πλύση του μεταλλεύματος και τον καθαρισμό του από τις πέτρες και τις άχρηστες ουσίες, όπως το τσουρούφ (σκουριά), εκτελούσαν οι γαλτζήδες ή καλδζίδες και οι γιουμαδζίδες (πλύσταροι).
 Οι αγωγιάτες, γνωστοί και ως κατιρτζήδες ή γατιρτζήδες ήταν επιφορτισμένοι με τη μεταφορά του συσσωρευμένου μεταλλεύματος στους φούρνους τήξης του. Οι μουτεβελλήδες ή παραστάτες εργάζονταν στους φούρνους και επέβλεπαν τη διαδικασία τήξης του μεταλλεύματος. Στους φούρνους και στα χωνευτήρια (τ.λ. γκαλ χανέ) εργάζονταν, επίσης, και οι χειριστές των φυσερών (φυσητές), τα οποία ήταν απαραίτητα για την καλύτερη καύση του ξυλοκάρβουνου.
Όλοι οι μαντεντζήδες (madenci), οι απλοί εργάτες των μεταλλείων, παρ' όλο που βρίσκονταν στη βάση της ιεραρχίας της τάξης των μεταλλουργών, ήταν χάρη στις γνώσεις, την εξειδίκευση και την εργατικότητά τους, απαραίτητοι για την ομαλή και εύρυθμη λειτουργία κάθε μεταλλείου. Η εργασία τους ήταν πολύ δύσκολη και επίπονη και πραγματοποιούνταν πάντα κάτω από άθλιες συνθήκες. Η εξόρυξη του μεταλλεύματος γινόταν με συνεχή κίνδυνο της ζωής των εργατών. Δεν ήταν, δυστυχώς, λίγα τα δυστυχήματα μέσα στις ανήλιαγες, εξαιρετικά στενές και ολισθηρές στοές εξαιτίας αιφνίδιων πλημμυρών από υπόγεια ρέματα ή κατάρρευσης των ανύπαρκτων ή ανεπαρκών υποστηλώσεων, που κόστιζαν τη ζωή πολλών άτυχων εργατών.
 Το σύντομο δημώδες άσμα του Πόντου, που διασώζει στο χειρόγραφό του ο Τσιτενός γέροντας I. Αβραμάντης, διεκτραγωδεί με παραστατικότητα και ρεαλισμό τη σκληρή ζωή του μεταλλουργού:
Άποψη του χωριού Κουλάκαγια που ανήκε στην εκκλησιαστική επαρχία Κολωνείας


Νύχταν ημέραν λάσκουμαι απέσ' σα μαγαράδας

 κύρην, μάναν κ' εγνώρισα απέσ' σα μαχαλάδας.
Όλ' λέγνε με, άχαρε, θαμμένε, ποθαμένε
κι η κάλη μ' η χιλιάκλερος, τσικάρι μ' πονεμένε.
Όλ' τρώγνε το ψωμίν ατουν σο φως και σην ημέραν, 
κι εγώ ο κακορρίζικον ση λαγουμί την αθέραν.
Όλ' φορούνε και αναλλάζ'ν και πάν' σα πανηγύρια
 κι εμείς πα οι πουγαλεμέν' σα γούμια, σα τσαμούρια.


Λεξιλόγιο
 λάσκουμαι = περπατώ /περιοδεύω,
 απέσ' = προς τα εντός /μέσα,
 μαγαρά = γαλαρία / στοά μεταλλωρυχείου,
 χιλιάκλερος = πολύ δυστυχισμένος,
 τσικάρι = σπάχνο,
λαγούμ(ιν) = υπόνομος για τη διάσπαση λίθων φουρνέλο,
 η αθέρα = ρεύμα ανέμου / πνοή,
 αναλλάζω=- αντικαθιστώ τα καθημερινά ρούχα με γιορτινά, 
πουγαλεμένος = ταλαίπωρος / άτυχος /δυστυχής, 
γουμ' = άμμος /πηλός, 
τσαμούρ(ιν) - λάσπη πηλός).