Φροντισμένη στη διατύπωση και το ύφος η γραφή του Γ. Κ. Χατζόπουλου.

Σάββατο 30 Μαΐου 2015

Ο Γ. Κ. Χατζόπουλος άρχισε να γράφει, σχετικά νωρίς, για τον Πόντο και τους Πόντιους. Το πρώτο του δημοσίευμα για τον Πόντο — για τον συνοικισμό Αντρεάντων της Αμισού (Σαμψούντας) — καταχωρήθηκε στην «Ποντιακή Εστία» το 1963, στο τεύχος 164. Υπηρετούσε, τότε, τη θητεία του στην αεροπορική βάση (πτέρυγα μάχης) του Σέδες (Θέρμης Θεσσαλονίκης).
Η γραφή του — πάντοτε, σχεδόν — είναι φροντισμένη στη διατύπωση και στο ύφος. Χρησιμοποιεί συχνά σύνθετες και πολυσύνθετες λέξεις, δάνειες ή δικής του σύνθεσης — κάτι πολύ χαρακτηριστικό στην ποίηση του Ηλία Τσιρκινίδη, την οποία ο Γ. Κ. Χατζόπουλος γνωρίζει καλά — αλλά και μακρές περιόδους στη σύνταξη, με όσο γίνεται περισσότερα φραστικά στολίδια. Τα γραπτά του αποκτούν, έτσι, αρκετή πρωτοτυπία, και, ταυτοχρόνως, φανερώνουν ποικιλία συγγραφικών ικανοτήτων, που καλύπτουν το σύνολο του έργου του, που περιλαμβάνει ιστορικά, λαογραφικά, λογοτεχνικά και άλλα κείμενα.
Ο Γ. Κ. Χατζόπουλος δεν ανήκει στην πρώτη γενιά των προσφύγων, το έργο του, όμως, παραπέμπει στις ωραιότερες στιγμές εκείνης της γενιάς, αφού ο αναγνώστης μένει με την εντύπωση ότι όλα όσα γράφει δεν προέρχονται από ακούσματα και διαβάσματα, αλλά ότι περιγράφει γεγονότα που τα έζησε ο ίδιος, τόση πειστικότητα έχουν τα γραπτά του! Όλα αυτά δείχνουν, όχι μόνον έρευνα και μελέτη, στοχαστική εμβάθυνση στις πηγές, αλλά και βαθύτατη συγκίνηση όταν πιάνει τη γραφίδα.
Τα έργα του Γ. Κ. Χατζόπουλου δικαιολογημένα θα πρέπει να καταταγούν στο σύνολο των καλύτερων της γραμματείας των Ποντίων, ειδικότερα, και των Ελλήνων, γενικότερα.
Ο συγγραφέας Γ. Κ. Χατζόπουλος παραμένει πιστός στην ποντιακή και, γενικότερα, την ελληνική παράδοση, αποφεύγοντας τους κενόλογους νεοτερισμούς. Ίσως το στοιχείο αυτό, που τον χαρακτηρίζει, να οφείλεται, κατά ένα μεγάλο μέρος, και στην ευλάβειά του. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι μεγάλο μέρος του πλούσιου συγγραφικού του έργου καλύπτουν οι μονογραφίες του για τη ζωή και το έργο του όσιου Γεώργιου Καρσλίδη. Έχοντας ως αφορμή ή κέντρο αναφοράς τον όσιο Καρσλίδη — που έγινε γνωστός αποκλειστικώς από τον Γ. Κ. Χατζόπουλο — προβάλλει και υπερασπίζεται την χριστιανική ορθόδοξη πίστη και τις πεποιθήσεις του, σε μια εποχή που οι άνθρωποι ξεμάκρυναν αρκετά από τα πνευματικά, αλλοτριωμένοι από τα αφειδώς προσφερόμενα σήμερα υλικά προϊόντα.
Ο Παναγιώτης Τανιμανίδης γράφει στο πόνημά του «Ο σεβασμός στην ανθρώπινη ύπαρξη και η εποχή μας» ότι: «Επίσημες στατιστικές μας πληροφορούν ότι στον κόσμο υπάρχει πολλή αθλιότητα, περίσσευμα υποκρισίας, αδιαφορίας και περιφρόνησης προς τον άνθρωπο».
 Ο όσιος Γεώργιος Καρσλίδης, χωρίς αλαλαγμούς και άστοχες σκοπεύσεις, παρά μόνον με την ανθρωπιά και ό,τι του υπαγόρευε η πίστη του, πολέμησε όλα αυτά, που αποτελούν καθημερινή διαπίστωση και βίωμα των περισσότερων ανθρώπων. Αυτή, ακριβώς, η διαπίστωση και ο θαυμασμός του προς το φιλανθρωπικό έργο του όσιου Γεώργιου Καρσλίδη, οδήγησαν, ροφανώς, τον Γ. Κ. Χατζόπουλο να γράψει τις μελέτες του.

Η ενασχόληση του με τη λαογραφία
Το μεγαλύτερο μέρος του έργου του περιλαμβάνει σύντομες — κυρίως — λαογραφικές μελέτες. Οι περισσότερες από αυτές αφορούν τη γενέτειρα των γονέων του, τον συνοικισμό Αντρεάντων της Αμισού, αλλά ασχολήθηκε και με τη θρακιώτικη λαογραφία. Στη συλλογή λαογραφικού υλικού εργάζεται με μέθοδο και προσπαθεί — πετυχαίνοντάς το αρκετά — να αποφύγει το τυχαίο και το συμπτωματικό. Η γραφή του δείχνει έναν ανεξάρτητο διανοητή, αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι δεν επηρεάστηκε από παλαιότερους, που ασχολήθηκαν με τη λαογραφία και ιδιαιτέρως από τους συγγραφείς της πρώτης προσφυγικής γενιάς. Αποτελεί, δηλαδή, συνεχιστή — τις περισσότερες φορές — Πόντιων λαογράφων.
Πρωτοτυπία θαυμαστή παρουσιάζει η μελέτη του με τίτλο «Η άμαξα στον Πόντο», που μεταφράστηκε και στην πορτογαλική γλώσσα. Είναι σπάνιο μεταξύ των Ποντίων να γράφονται μελέτες για τέτοια ειδικά λαογραφικά θέματα. Οι Πόντιοι λαογράφοι γράφουν, συνήθως, γενικότητες και δεν ξέρουν ή δεν τολμούν να καταπιαστούν με θέματα που χρειάζονται επίμονη και επίπονη έρευνα.
Ακόμη και η μελέτη του Γ. Κ. Χατζόπουλου για ένα θέμα που θα μπορούσε να πει κανείς ότι είναι εξαντλημένο, δηλαδή την αγάπη και την ξενιτιά στην ποντιακή ποίηση,παρουσιάζει ιδιαίτερο ενδιαφέρον έτσι όπως παρουσιάζεται από αυτόν. Μερικά από τα δημοσιεύματά του σε διάφορα περιοδικά αποτέλεσαν, τελικώς, την ύλη βιβλίων του, που εκδόθηκαν σε αυτοτελείς τόμους.

Το ιστορικό έργο του Γ. Κ. Χατζόπουλου
Στο ιστορικό του έργο, που το συγκροτούν προσωπικά του ακούσματα και, κυρίως, η μελέτη των πηγών («Αρχείον Πόντου» και άλλα περιοδικά που κυκλοφορούν μετά το 1927 στην Ελλάδα) αντιμετωπίζει τα γεγονότα, γενικώς, με ήρεμη κρίση, παρά τον ενθουσιασμό του, που διαφαίνεται ανάμεσα στις αράδες των κειμένων του.
 Με την πρώτη ματιά και με επιπόλαιη παρατήρηση, φαίνεται να μοιάζει η εκφραστική του Γ. Κ. Χατζόπουλου με τη μεγαλοστομία που χαρακτηρίζει τους περισσότερους Πόντιους συγγραφείς ,αλλά όταν κανείς προσέξει καλά, διαπιστώνει ότι όσα γράφει απέχουν πολύ από τα συνηθισμένα. Προφανώς, οι αρχαιολογικές του γνώσεις τον κατευθύνουν προς το ουσιώδες και όχι το επιφανειακό.
Όπως, δηλαδή, ο αρχαιολόγος χρησιμοποιεί τη σκαπάνη για να ανακαλύψει και να φανερώσει τα ευρήματα του, έτσι και ο ιστορικός Γ. Κ. Χατζόπουλος ψάχνει μεθοδικά και με προσοχή, προσπαθώντας να μην καταστρέψει κάποιο άλλο αρχαίο κομμάτι, που δεν αποτελεί τον πρώτο στόχο του.
Εύλογο ήταν, πολλά από τα δημοσιεύματά του, με ιστορικό περιεχόμενο, να αναφέρονται και αυτά — όπως και στα λαογραφικά — στη γενέτειρα των γονέων του, τον συνοικισμό Αντρεάντων της Αμισού (Σαμψούντας).

Πάνος Καϊσίδης
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας

Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah