Το νυφέπαρμαν ή νυφόπαρμαν (Ο χουτζή μπασης, Οι δαδούχοι της γαμήλιας πομπής, Πρόχειρα τραπέζια στα πεζούλια και κεράσματα )

Παρασκευή 28 Νοεμβρίου 2014


α) 
Ο χουτζή μπασης, για τον οποίο γίνηκε λόγος στα προηγούμενα, ήταν ο υπεύθυνος για την τήρηση της τάξης. Κουβαλούσε πάντα μαζί του ένα μπουκάλι με ρακή και βρισκότανε σε συνεχή κίνηση, κερνώντας στο δρόμο κάθε άντρα ένα ποτήρι ρακή. Προτού δε ξεκινήσει η πομπή από το σπίτι του γαμπρού, τον καλούσαν επιτακτικά:
«έ, χουτζή μπασή»,
 οπότε εκείνος τραβούσε το ξίφος του από τη θήκη του και το κρατούσε ψηλά μπροστά στην πόρτα, ώσπου να βγει από μέσα ο γαμπρός. Το ίδιο έκανε και στην επιστροφή, μετά από τη στέψη, όταν φθάνανε στο σπίτι του γαμπρού. Ξανατραβούσε δηλαδή το ξίφος, κρατώντας το ψηλά, ώσπου να περάσουν οι νεόνυμφοι από κάτω. Το ίδιο επίσης έκανε και όσες φορές, κατά την επιστροφή της πομπής από την εκκλησία, συναντούσαν βρύση, γέφυρα ή σταυ­ροδρόμι. Κρατούσε το ξίφος απειλητικά, έτοιμος να εξουδετερώσει τα πονηρά πνεύματα ή τούς κακούς δαίμονες πού σύμφωνα με την πρόληψη που επικρατούσε μπορούσαν να προκαλέσουν κάποιο κακό στό γαμπρό ή στη νύφη.
Ο χουτζή μπασης, σε όλη τη διάρκεια της πορείας του «γαμοστόλου», επιτηρούσε ακόμα και τους νέους, έτοιμος να εμποδίσει κάθε νέο που τυχόν θα επιχειρούσε να αρπάξει έτσι από αστεϊσμό ή ορμώμενος από κάποιο αίσθημα σοβαρό τη λαμπάδα ή το μαντίλι κάποιου κοριτσιού, το οποίο δεν αποκλειόταν καμιά φορά να προοριζόταν και για γυναίκα του.

β) 

Ο φωτισμός της γαμήλιας πομπής από δαδούχους ήταν πανάρχαιο έθιμο, που αναφέρεται και από τον Όμηρο (Ιλ.. σελ. 292-293) και από τον Ησίοδο (Ηρακλ. 273-276), το οποίο διατηρήθηκε και στο μεσαίωνα. Ήταν δε απαραίτη­τος, γιατί το «νυφέπαρμαν» και η στέψη γίνονταν τη νύχτα ή το σούρουπο. Για το σκοπό λοιπόν αυτό, μπροστά από όλη τη γαμήλια πομπή πορευόντουσαν δαδούχοι νέοι, οι οποίοι κρατούσαν ψηλά δαδιά αναμμένα, μέσα στους λεγόμενους «μασαλάδες», από τα οποία άναβαν τις χρυσωμένες και πλουμιστές λαμπάδες τους οι άνθρωποι που αποτελούσαν την πομπή.
Στα Σούρμενα και σε άλλα μέρη του Πόντου, αντί για «μασαλάδες» χρησιμοποιούσαν φανάρια, με τα οποία φωτίζανε το «γαμοστόλο» όταν η στέψη γινότανε τη νύχτα.

γ)

Στο «γαμοστόλο» τόσο κατά την πορεία του για το «νυφέπαρμαν» όσο και κατά την επιστροφή του από την εκκλησία, μετά από τη στέψη, στο σπίτι του γαμπρού, κάθε οικογένεια συγγενική, φιλική και γνωστή, μπροστά από το σπίτι της οποίας περνούσε: «ένοιεν σινίν» ή «ένοιγαν σινίν», δηλαδή βγάζανε τραπέζια στα πεζούλια και κερνούσαν όλους με ρακή και μεζέδες, συνήθως τυρί, λουκάνικα, παστουρμά κλπ. Στα Κοτύωρα ο γαμπρός και ο κουμπάρος πετούσαν χρήματα ως δώρο στα τραπέζια αυτά.
Στην Αργυρούπολη και στα γύρω χωριά, μερικοί από το «γαμοστόλο» φώναζαν κατά διαστήματα στό δρόμο:
«Μπρε χουτζηλάρ ελάτε φιλ'
ελάτε 'ς σή κουτζής τό στουλάρ'
 όσοι θέλετε να τρώτε σακιαρλαμάδας».

Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah