ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ ΚΑΙ ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΣΥΝΘΗΚΕΣ ΣΤΗ ΝΟΤΙΑ ΡΩΣΙΑ

Παρασκευή 2 Μαΐου 2014

ΤΟ ΚΥΡΙΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΣΤΙΣ ΚΟΙΝΩΝΙΚΕΣ συνθήκες που σηματοδοτούσαν τη Νότια Ρωσία ήταν το φαινόμενο της δουλείας, που επικρατούσε μέχρι την κατάργησή της με το Διάταγμα του 1861. 
Πράγματι η Χειραφέτηση, όπως είναι γνωστή, απελευθέρωσε εκατομμύρια δούλους σε όλη τη χώρα από δεσμά εξάρτησης που υφίσταντο επί αιώνες και υποχρεώσεις που είχαν προς τους ευγενείς. Στην περιφέρεια της Νέας Ρωσίας οι δούλοι ήταν σημαντικά λιγότεροι από τους δούλους των βορειότερων επαρχιών της αυτοκρατορίας. Έφταναν περίπου στο 1/3 του συνολικού πληθυσμού της συγκεκριμένης περιφέρειας, όταν στην υπόλοιπη Ρωσία το ποσοστό τους κυμαινόταν ανάμεσα στο 40% ως το 60% του συνολικού πληθυσμού.
 Η αιτία ήταν το γεγονός ότι η Νέα Ρωσία είχε περιληφθεί στον κορμό της επικράτειας μετά το 1775, συνεπώς οι δούλοι που ζούσαν εδώ είχαν μεταφερθεί κατά κύριο λόγο από βόρειες περιοχές. Αν αξίζει να σημειώσουμε σε σχέση με τη ζωή των δούλων είναι οι εξαιρετικά άθλιες συνθήκες διαβίωσης, πράγμα που έχει αποδοθεί έντονα στα έργα της ρωσικής λογοτεχνίας.
Εννοείται, βεβαίως, ότι οι μετανάστες, Έλληνες και αλλοδαποί, δεν ανήκαν καθ’ οιονδήποτε τρόπο στο καθεστώς της δουλείας, δεν μπορούσαν να μεταβληθούν σε δούλους, αλλά ούτε μπορούσαν οι ίδιοι να κατέχουν δούλους παρά σε εντελώς εξαιρετικές περιπτώσεις. Κατείχαν, για παράδειγμα, δούλους αποκτούσαν δικαιώματα ευγενών -και αυτό συνέβαινε σ’ εκείνους που είχαν σταδιοδρομήσει στον στρατό καταλαμβάνοντας υψηλότατες θέσεις. Εν γένει, πάντως, οι περισσότεροι των μεταναστών και κυρίως οι Έλληνες άποικοι του ρωσικού νότου επιδόθηκαν στο εμπόριο. Λιγότεροι σαφώς ήταν εκείνοι που ασχολήθηκαν με την αγροτική παραγωγή. Θεωρείται, ότι οι Γερμανοί και οι Βούλγαροι άποικοι, περισσότερο οι πρώτοι, διακρίνονταν για τη δεξιότητα που διέθεταν στη διαχείριση κτημάτων με υψηλή παραγωγικότητα.
Ευνόητο είναι ότι οι χωρικοί-δούλοι εργάζονταν στα κτήματα των ιδιοκτητών-ευγενών, προσφέροντας ανέξοδα την εργασίας τους, έχοντας εκ παραλλήλου το δικαίωμα να επιβιώνουν μέσω της παραγωγής του φέουδου. 
Δηλαδή, ένα τμήμα της παραγόμενης ποσότητας κατευθυνόταν αποκλειστικά στην κατανάλωση των χωρικών οικογενειών. Το υπόλοιπο τμήμα του προϊόντος ανήκε στην ιδιοκτησία του γαιοκτήμονα, ο οποίος είχε και τη δικαιοδοσία της διανομής-πώλησης κατά τη βούλησή του. 
Τούτο σήμαινε, ότι οι γαιοκτήμονες είχαν άμεσο συμφέρον να κρατούν τους καλλιεργητές σε επίπεδα φτώχειας, προκειμένου να εξασφαλίζουν για τους εαυτούς τους σημαντικά διαθέσιμο όγκο προϊόντων προς εμπορία.
Εμπορεύματα & τελωνοφύλακες στο λιμάνι.Στο λόφο το παλάτι του Βοροντσόφ (Ιστορικό & Λαογραφικό Μουσείο Οδησσού
Δεν χρειάζεται να τονίσουμε ιδιαίτερα ότι το στάρι και οι άλλοι δημητριακοί καρποί (βρώμη, κριθάρι, σίκαλη), όσο και ο λιναρόσπορος ήταν τα κυριότερα αγροτικά αγαθά που καλλιεργούνταν στις αχανείς εκτάσεις της μαύρης γης. Προϊόντα υψηλής παραγωγικότητας λόγω της ευφορίας του εδάφους και όχι εξαιτίας κάποιας υψηλής ειδίκευσης των καλλιεργητών, ή εξαιτίας της χρήσης μηχανημάτων. 
Εμπορεύματα που είχαν μεγάλη ζήτηση στις δυτικές αγορές, πιο συγκεκριμένα στα αστικά κέντρα των βιομηχανικών χωρών της Ευρώπης. Ιδιαίτερα όσο η Βιομηχανική Επανάσταση προόδευε, οπότε οι ανάγκες διατροφής των αστικών πληθυσμών, αλλά και οι εισροές αγροτικών πρώτων υλών στον βιομηχανικό τομέα αυξάνονταν, τόσο πολυτιμότερα γίνονταν τα προϊόντα της γεωργίας του ρωσικού νότου για την Ευρώπη.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει η διαδικασία της μεταφοράς των προϊόντων από τους τόπους παραγωγής του εσωτερικού. Είναι αυτονόητο, ότι χωρίς την αδιάκοπη ροή φορτίων από την ενδοχώρα προς τα λιμάνια και κυρίως προς το μεγαλύτερο εμπορικό κέντρο την Οδησσό, δεν θα ήταν δυνατό να υπάρξει αυτή η απογείωση των εξαγωγών.
 Οι μεταφορές πραγματοποιούνταν μέσω του χερσαίου δικτύου και, όπου ήταν δυνατό και πιο συμφέρον, μέσω των ποταμών. Οι χερσαίοι δρόμοι αυλάκωναν ολόκληρη τη μαύρη ζώνη. Πλήθος αμαξιών που τα έσερναν βόδια, καραβάνια, μετακινούνταν καθημερινά σε όλη τη διάρκεια του έτους, ιδιαίτερα όμως τους μήνες του φθινοπώρου και της άνοιξης. Η κακή κατάσταση των δρόμων, η σκόνη το καλοκαίρι και η λάσπη από τις βροχές δημιουργούσαν μόνιμα προβλήματα, δύσκολα να αντιμετωπιστούν.
 Το χειμώνα παγωνιά και αέρας έκαναν ανυπόφορη την κατάσταση των μεταφορών, πολύ περισσότερο όταν έλιωναν οι πάγοι του χειμώνα και τα ρυάκια γινόντουσαν ορμητικά παρασύροντας αμάξια, ζώα και φορτία.
 Τα ποτάμια παρουσίαζαν τα δικά τους προβλήματα. Αβαθή σε ορισμένα σημεία, με νησίδες και καταρράκτες σε άλλα, έκαναν μερικές φορές αδύνατη τη μεταφορά. Όπου όμως ήταν δυνατό να πραγματοποιηθεί ήταν προτιμότερη σε σχέση με το χερσαίο δίκτυο, διότι ήταν περισσότερο ασφαλής και μάλλον ταχύτερη στη μετακίνηση του φορτίου.
Όταν το εμπόρευμα έφτανε στην Οδησσό είτε πάνω στα αμάξια, είτε μέσω των φορτηγίδων του Δνείστερου, αποθηκευόταν στις ειδικές αποθήκες έτοιμο για αποστολή στο εξωτερικό. Όταν οι πληροφορίες συνηγορούσαν σε επικερδή πώληση, τότε οι έμποροι είχαν κάθε λόγο να προωθήσουν το προϊόν προς την ξένη αγορά το συντομότερο δυνατό. Όταν συνέβαινε το αντίθετο, όταν, δηλαδή, η παραγωγή σιτηρών της Δυτικής Ευρώπης ήταν μεγάλη, ή όταν σημειωνόταν οικονομική κρίση στο διεθνές εμπόριο, οπότε κατά τεκμήριο οι τιμές παρουσίαζαν πτώση, οι έμποροι προτιμούσαν να κατακρατήσουν το εμπόρευμα με την προσδοκία καλύτερου κέρδους.
Κατά μία έννοια ο αποικισμός της Νότιας Ρωσίας συνέπεσε με τη βιομηχανική έκρηξη της Δύσης. Ήταν εύλογο, συνεπώς, ότι η αύξηση των εργατικών χεριών και το ενδιαφέρον των αποίκων για το εμπόριο είχαν ως αποτέλεσμα να πολλαπλασιαστούν οι καλλιεργούμενες εκτάσεις, να διογκωθεί η αγροτική παραγωγή των σιτοφόρων περιοχών και οι έμποροι να προσανατολίσουν τις επιχειρήσεις τους στην εξαγωγή προς το εξωτερικό και ειδικά προς τη Δυτική Ευρώπη.
 Οι εξελίξεις αυτές ήταν που άλλαξαν ριζικά την τύχη των λιμανιών της Νότιας Ρωσίας και πάνω απ' όλα της Οδησσού. Το λιμάνι της Οδησσού έγινε ο κρίκος που συνέδεε την αγροτική παραγωγή της ενδοχώρας της Ρωσίας με τους τόπους κατανάλωσης των προϊόντων στη Δύση. Εξαιτίας αυτού είναι προφανείς οι παράγοντες που ευνόησαν την ευημερία της Οδησσού, και είναι κατανοητές οι αιτίες που οδήγησαν στην οικονομική ακμή της πόλης. 
Είναι εμφανές, εξίσου, το πώς και γιατί οι Έλληνες επωφελήθηκαν από αυτές τις οικονομικές εξελίξεις. Ήταν αυτοί που ανέλαβαν την πρωτοκαθεδρία στο εξωτερικό εμπόριο των μακρινών αποστάσεων, πρώτοι ανάμεσα στις υπόλοιπες εθνότητες που ζούσαν, επίσης, στην Οδησσό. Εξάγοντας αγροτικά προϊόντα στη Δύση και εισάγοντας βιομηχανικά αγαθά για κατανάλωση στην τοπική, αλλά και τις γειτονικές αγορές, συσσώρευσαν κεφάλαια και δημιούργησαν τεράστιες περιουσίες, τόσο που η οικονομική και κοινωνική θέση τους στην κοινωνία της Οδησσού έγινε περιφανής και συγχρόνως αξιοζήλευτη. Προκαλούσαν τον θαυμασμό των περιηγητών, τον σεβασμό των αλλοεθνών και την προστασία των ρωσικών αρχών, δείγματα της υψηλής προόδου που χαρακτήριζε τις εμπορικές επιχειρήσεις τους.

ΒΑΣΙΛΗΣ ΚΑΡΔΑΣΗΣ

Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah