Απο που προέρχεται η λέξη Παρχάρ'

Κυριακή 27 Απριλίου 2014

Για τον όρο «παρχάρ’, παρχάρ’τς» διατυπώνονται διάφορες απόψεις. Προκύπτει από τη λέξη «παρχώριον», λένε μερικοί. Παρχώριον... παρ’ χώριον... παρχάριον... παρχάρ’. Δηλαδή, τόπος παρά το χωρίον, κοντά στο χωριό. Πιο ρομαντικοί είναι εκείνοι, που υποστηρίζουν, ότι ή λέξη «παρχάρ'» προέρχεται από τις λέξεις «παρά χαράν», δηλαδή, παρά χαράν, παρ’ χαράν, παρχάρ’. Και όλα αυτά, γιατί σόν παρχάρ’ υπάρχει χαρά, χαρούμενη ζωή.
Στην οροσειρά του Παρυάδρη υπάρχουν τα πιο πολλά και ξακουστά παρχάρια του Πόντου. Ο ίδιος ο Παρυάδρης ονομάζεται και «Παρχάρ’» και στα τουρκικά, «Μπαλχάρ’» η «Μπαρχάλ’Ντάγ». Οι λέξεις αυτές δεν υπάρχουν στην τουρκική γλώσσα, εκτός από τη λέξη «Ντάγ», που σημαίνει βουνό. 
Έχουμε όμως την τουρκική λέξη «Μπαχάρ’», που σημαίνει «άνοιξη» αλλά και «ανθισμένο τόπο, βοσκοτόπια κλπ.». Θα έδινε ασφαλώς την εντύπωση επιστημονικού σχολαστικισμού ή ακόμη και επιστημονικής φλυαρίας ο τυχόν ισχυρισμός, ότι η λέξη «παρχάρ’» προέρχεται από το όνομα «Παρυάδρης», ήτοι από το Παρυάδρης... Παρυάδρ’... Παράδρ’ και παρχάρ’!

Ο «Παρχάρ’τς» είναι οπωσδήποτε τόπος ανθισμένος, λιβάδι καταπράσινο, βοσκότοπος. Νομίζουμε, ότι οι παραπάνω απόψεις και σκέψεις καταπιέζουν τις έννοιες και απομακρύνονται από την πραγματικότητα. Εμφανίζεται και εδώ ή προσπάθεια της ωραιοποίησης των γεγονότων.
 Κατά τη γνώμη μας, η τουρκική λέξη «Μπαχάρ’» λύνει το πρόβλημα. Οι πόντιοι τα δυο σύμφωνα «μπ» τα προφέρουν συνήθως με το σύμφωνο «π». Επομένως, αντί μπαχάρ’, προφέρουν «παχάρ’» και με κάποιο αναγραμματισμό, «παρχάρ’». 
Από εδώ προκύπτουν και οι τουρκικές λέξεις «Μπαλχάρ» και «Μπαρχάλ Ντάγ» (δανεισμός και αντιδανεισμός).
Το όνομα «παρχαρομάνα» υποδηλώνει τη μάνα του παρχαριού. Είναι η γενναία τσοπάνισσα, που διαμένει πάνω στα ψηλά βουνά μήνες ολόκληρους μοχθώντας σκληρά. Έτσι, έχουμε και το «παρχαρόπουλο, παρχαρέτσαν, παρχαροκέφαλον, παρχαρομύτ’, παρχαροπέγαδον, παρχαρόνερον, παρχαρεύω κλπ.». 
Βρίσκεται ολότελα έξω από την πραγματικότητα η άποψη, ότι η λέξη «ρομάνα» προέρχεται από τη σύνθετη λέξη «ορομάνα», γιατί έτσι, ανάμεσα στην «ρομάνα» και «παρχαρομάνα» θα βάζαμε σινικά τείχη.
Ως προς το περιεχόμενο των ύπ’ όψιν τραγουδιών, διατυπώνουμε τούς ακόλουθους στοχασμούς.
Στον παρχάρ’ πηγαίνει όλος ο κόσμος για παραθέριση και διασκέδαση. Η επίσκεψη όμως αυτή δεν κρατάει παρά μόνο δυο-τρεις μέρες. Στον παρχάρ’ παραμένει μήνες ολόκληρους η παρχαρομάνα με τις αγελάδες της.
Επίσης και ο τσοπάνος με τα πρόβατα. Άλλη είναι ή περίπτωση παραθερισμού πλούσιων σε διάφορους ωραίους εξοχικούς τόπους.
Η παρχαρομάνα είναι ανδρογυναίκα με ενάρετη ψυχή. Ασκεί πάνω στα ψηλά βουνά δύσκολο επάγγελμα. Έχει εκεί εργαστήρι κτηνοτροφικό. Δεν έχει μόνο τις δικές της αγελάδες. Έχει και αγελάδες γειτόνων, πού τις φυλάγει με ορισμένους όρους και συμφωνίες, πού γίνονται ανάμεσα σ’ αυτήν και τούς ιδιοκτήτες των αγελάδων.

Η ζωή της παρχαρομάνας είναι σκληρή. Παλεύει με τα στοιχεία της φύσης. Διατρέχει και ηθικούς κινδύνους με την απρόοπτη εμφάνιση Τούρκων, τους οποίους αντιμετωπίζει σθεναρά. 
Υπάρχουν περιπτώσεις, που, σύμφωνα με την παράδοση, παρχαρομάνα σκότωσε Τούρκο με το ραβδί της «στουράκ’», ματαιώνοντας τα ανήθικα σχέδιά του.
Το ξεκίνημα της παρχαρομάνας από το χωριό προς τα ψηλά βουνά γίνεται με τρόπο πανηγυρικό. Την ξεπροβοδίζουν οι κάτοικοι με καλές ευχές, «να πάει καλά η χρονία, να εφτάει πολλά βούτορον κλπ.». Είναι η παρχαρομάνα ο κυρίαρχος παράγοντας μέσα στη φύση.
 Ξεκινάει πολλές φορές τον Φλεβάρη και γυρίζει τον Οκτώβρη. Και η επιστροφή της έχει πανηγυρικό χαρακτήρα. Την υποδέχονται εγκάρδια. Είναι πρόσωπο θρυλικό και αποτελεί μεγάλη τιμή για τους απογόνους της, να κληρονομήσουν την ιδιότητά της σαν παρχαρομάνας.
Στο ποίημα με τον τίτλο «Μαρούλα έπαρχάρευεν», η ποντιακή μούσα φανερώνει τη θρησκευτική πίστη της παρχαρομάνας, η οποία χτίζει με τα προϊόντα του μόχτου της (τυρί και μιντζίθρα) εκκλησιά και  Άγιο Βήμα.
Στο τραγούδι του «Δρουβανί'» περιγράφεται ο τρόπος, με τον οποίο γίνεται το βούτυρο. Φλέγεται το εσωτερικό του δρουβανιού από τα αλλεπάλληλα χτυπήματα και ζητάει κρύο νερό, για να κατασταλάξει.
Είναι τόσο νόστιμα τα κτηνοτροφικά προϊόντα του παρχαριού, το βούτυρο και ιδίως το ανθόγαλο «θόγαλαν».Ο λαϊκός ποιητής, νοσταλγώντας το, τραγουδά προς τις ρομάνες:
Ρομάνες πάτε σόν παρχάρ’, καλά δουλείας ποίστεν, όντες τρώτεν τό θόγαλαν, τον μερτικό μ’ αφήστε.
Η κόρη, που βγαίνει στον παρχάρ’, για να γίνει τσοπανοπούλα «ρομάνα», προκαλεί φλογερό έρωτα στην ψυχή του παλικαριού, που γίνεται κυνηγός στα βουνά, για να την συναντήσει.
Η κόρ’ έπήεν σόν παρχάρ’ νά γίνεται ρομάνα καί γιά τ’ άτέν θά γίνουμαι καί κυνηγός σ’ όρμάνια.

Σταθης Ευσταθιαδης


Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah