ΣΜΥΡΝΗ 1922: Η μεγαλύτερη μετακίνηση πληθυσμού στην Ιστορία

Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Από τότε που ο άνθρωπος, αποδιωγμένος, εγκατέλειψε την Εδέμ, ξεκίνησε ένα μακρύ κοπιαστικό ταξίδι. Άνθρωποι, φυλές, λαοί σε συνεχή περιπλάνηση, οι μεταναστεύσεις αυτές είναι οι ρίζες της ιστορίας.
 Με το διωγμό τον 1922, όμως, άρχισε αυτό που δικαίως μπορεί να θεωρηθεί το πιο μακρύ -το πιο θεαματικό -οδοιπορικό στην ιστορία. Πρόκειται για την αναγκαστική μετακίνηση δύο εκατομμυρίων χριστιανών και μωαμεθανών και στις δύο ακτές του Αιγαίου. Ωστικές δυνάμεις επισωρεύονταν αργά μέσα στους αιώνες, ώσπου ξαφνικά αυτά τα παλιρροϊκά ανθρώπινα κύματα σηκώθηκαν και τελικά ξέσπασαν.
Αιχμάλωτοι και όρθιοι οι Τούρκοι στρατιώτες που τους φρουρούν. (φωτο: Σ. Ντ. Μόρις)

Η ανάκαμψη της Τουρκίας μετά την ήττα της στον A' Παγκόσμιο Πόλεμο και ο επακόλουθος θρίαμβός της επί των Ελλήνων στη Μικρά Ασία ήταν οι αιτίες αυτής της μεγάλης μετακίνησης, που τελικά πήρε τη μορφή ενός «διακανονισμού ανταλλαγής» φυλετικών μειονοτήτων -σύμφωνα με ειδικούς όρους- που τελούσε υπό την υψηλή επίβλεψη της Κοινωνίας των Εθνών.
 Ωστόσο, τα πρώτα επεισόδια του δράματος της ανταλλαγής έμελλε να παιχτούν με την υπόκρουση των κανονιών, το κροτάλισμα των πολυβόλων και με φόντο τις φλόγες από το ολοκαύτωμα της Σμύρνης.

Τα πρώτα θύματα

Οι 'Ελληνες του εσωτερικού της Μικράς Ασίας ήταν τα πρώτα θύματα της ανταλλαγής. Μακριές ουρές από ανθρώπινα ράκη σε ένα ταξίδι οκτακοσίων περίπου χιλιομέτρων από τα μετόπισθεν των Τούρκων εθνικιστών ως τα παράλια.
Παρόλο που οι περισσότεροι από αυτούς ζούσαν σε περιοχές οι οποίες απείχαν πολλές εβδομάδες δρόμο από τη ζώνη των πολεμικών επιχειρήσεων, είναι ευνόητο ότι οι Τούρκοι εθνικιστές δεν χαίρονταν καθόλου νιώθοντας στα νώτα τους τους μακρινούς συγγενείς των Ελλήνων εχθρών τους. Έτσι, λοιπόν, το διάστημα 1920-1921 το κύμα των προσφύγων προχωρούσε αδιάκοπα ανάμεσα στα χιονισμένα βουνά και τις κατακαμένες έρημες πεδιάδες της Μικράς Ασίας, αφήνοντας πίσω του αναρίθμητους νεκρούς.
Για περισσότερο από δύο χιλιάδες χρόνια στα βάθη της Μικράς Ασίας ανατράφηκαν πολλοί απόγονοι των ανήσυχων εκείνων πνευμάτων που είχαν ακολουθήσει το Μέγα Αλέξανδρο στις εκστρατείες του στην Ασία.
Χίλια χρόνια ακόμα νωρίτερα οι ακτές της είχαν εξελληνιστεί από τους Πρωτοελλαδίτες που εγκατέλειπαν βιαστικά τη γενέθλια γη τους μετά την Κάθοδο των Δωριέων. Διωγμένοι τώρα από τις αγροικίες τους με τις κληματαριές κι από τα παραπήγματα των παζαριών τους, συνωθούνταν μισόγυμνοι στις αγορές των παραλίων, σαν ναυαγοί που καλούσαν απεγνωσμένα οποιοδήποτε περαστικό πλεούμενο για να τους σώσει από τα διογκούμενα κύματα της προσφυγιάς.
Έτσι, οι πρώτοι 100.000 πρόσφυγες του μεγαλύτερου μεταναστευτικού κύματος της ανθρώπινης ιστορίας πέρασαν σιγά σιγά στην Ελλάδα.
Στα τέλη του καλοκαιριού του 1922, καθώς το ατμόπλοιό μου έπλεε ανάμεσα σε δύο μεγάλα ακρωτήρια στην είσοδο του κόλπου της Σμύρνης, την ώρα που ο ήλιος σκαρφάλωνε στο βουνό Πάγος για να φωτίσει τις κόκκινες στέγες των σπιτιών που έζωναν με χάρη τις πλαγιές του, δεν συνειδητοποιούσα ότι η αυγή που αντίκριζα έμελλε να είναι μία από τις τελευταίες που θα ανέτελλαν πάνω από την αρχαία Σμύρνη.
Όταν βγήκαμε στη στεριά, στην κατάμεστη από πλοία προκυμαία, η συντροφιά μου κι εγώ έπρεπε να περάσουρε μέσα από καραβάνια με καμήλες κι από στενά σοκάκια που από πάνω τους κρεμόταν τα αντικριστά μπαλκόνια των σπιτιών, από τα οποία οι ένοικοι μπορούσαν σχεδόν να ανταλλάξουν χειραψία.
Μια ανάβαση στην ψηλότερη κορυφή του Πάγου, με τα μισογκρεμισμένα τείχη της αρχαίας οχύρωσης, μας πρόσφερε τη θέα ενός μεγάλου άβακα με τις επιμελώς διαχωρισμένες συνοικίες της Σμύρνης.
 Η τούρκικη ξεχώριζε από τους μιναρέδες και τα κυπαρίσσια της, η φράγκικη από τις θαυμάσιες κατοικίες της, ενώ η ελληνική και η αρμένικη από την πυκνή δόμηση και το εκπληκτικό πλήθος των μικρομάγαζων. Ένα πανόραμα από κόκκινες στέγες κι ολόγυρα η απέραντη απαλή καμπύλη του γαλάζιου της θάλασσας που εκτεινόταν ανάμεσα στις ακτές που αγκάλιαζαν τον κόλπο.
Σμύρνη : Πριν την καταστροφή

Κοσμοσυρροή προσφύγων επί ένα εξάμηνο

"Ας τραβήξουμε μια τελευταία φωτογραφία από τη Σμύρνη» είπαμε πριν αρχίσουμε την κατάβαση. Ίσως ήταν όντως «η τελευταία», αφού λίγες βδομάδες αργότερα αυτό το υπέροχο πανόραμα της ειρήνης και της ευημερίας έγινε στάχτη: Με την επίθεση των Τούρκων, την 26η Αυγούστου, οι γραμμές του ελληνικού στρατού κατέρρευσαν σε ένα μέτωπο 240 χιλιομέτρων.
Επακολούθησε κατακλυσμός προσφύγων επί έξι μήνες, λες και είχε μεταδοθεί ο πανικός τηλεπαθητικά, κατά μεγάλα κύματα που σάρωναν την Ανατολία, τη Σμύρνη, τη Θράκη και την Κωνσταντινούπολη. Οι Έλληνες που ζούσαν στις αχανείς αυτές περιοχές αφυπνίστηκαν ξαφνικά, ανακαλύπτοντας ότι βρίσκονταν στο χείλος  μιας επικίνδυνης δίνης.
Πρόσφυγες που ξεκινούσαν από μέρη που βρίσκονται μέχρι και 240 χιλιόμετρα στο εσωτερικό κατευθύνονταν κοπαδιαστά προς τα παράλια και τη Σμύρνη. Στην αρχή έφταναν με τα τακτικά δρομολόγια των τρένων ή  με τις άμαξες.
Κουβαλούσαν μπόγους με κουβέρτες και χράμια, λίγα σκεύη που είχαν πάρει από τα σπίτια τους, ίσως και μερικά ζώα. Καθώς η μακρινή πραγματικότητα του πολέμου ολοένα πλησίαζε, η φυγή του κόσμου ακολουθούσε ξέφρενο ρυθμό: δέκα, μετά είκοσι, κατόπιν τριάντα χιλιάδες πρόσφυγες την ημέρα. Οι λίγες αποσκευές που όλο και λιγόστευαν προμήνυαν το τρελό φευγιό που θα ακολουθούσε μπροστά στη φωτιά και τη σφαγή. Το χάραμα της 7ης Σεπτεμβρίου βρήκε ολότελα απογυμνωμένα πλήθη ανθρώπων που παρέπαιαν, γυναίκες που θρηνούσαν την πρώτη τους οικογενειακή τραγωδία, μανάδες χωρίς φαΐ για τα μωρά τους, οι οποίες είχαν αναγκαστεί να εγκαταλείψουν τα μεγαλύτερα παιδιά τους σε χωριά στο δρόμο.
Η μεγάλη προκυμαία της Σμύρνης είχε γεμίσει πλέον ασφυκτικά από 150.000 περίπου εξόριστους που κατασκήνωναν και κοιμούνταν εκεί απλώνοντας χράμια και κουβέρτες για να προφυλαχτούν από το λιοπύρι, που η κάψα του και μόνο προμήνυε την επέλαση της φωτιάς.
Ψωμί! Ψωμί!Ψωμί!.Έλληνες τους οποίους άφησαν οι Τούρκοι ελεύθερους μετά από ένα χρόνο αιχμαλωσίας (Φωτο: Σ. Ντ. Μόρις)

Ο γενικός πρόξενος των ΗΠΑ κάλεσε όλους τους ομοεθνείς του -το προσωπικό του Αμερικανικού Κολεγίου, τους εκπροσώπους των τοπικών οργανώσεων περίθαλψης και των εμπορικών οίκων- να δημιουργήσουν μια επιτροπή που αργότερα έγινε γνωστή ως American Disaster Relief Committee. Η επιτροπή αυτή ανέλαβε τη διανομή ψωμιού σε όλη την προκυμαία.
Καθ’ όλη τη διάρκεια της 8ης Σεπτεμβρίου, μέχρι αργά τη νύχτα, ηχούσαν τα ποδοβολητά των ηττημένων ελληνικών στρατευμάτων καθώς ορμούσαν στα πλοία που περίμεναν με αναμμένες τις μηχανές. Ύστερα όλα μαζί, ακολουθούμενα απ’ όσα άλλα πλοία βρίσκονταν στο λιμάνι, γίνονταν καπνός και σκιές μέσα στο πέλαγος.
 Σαν αυλαία που σηκώνεται αργά, η ανατολή του ήλιου αποκάλυψε μόνο τις σκυθρωπές φιγούρες των ουδέτερων θωρηκτών που είχαν έρθει να «εποπτεύσουν» το καταστροφικό τέλος της μικρασιατικής περιπέτειας της Ελλάδας στο νεκρό από εμπορική κίνηση λιμάνι της Σμύρνης.
Λίγες ώρες αργότερα μια ίλη του τουρκικού ιππικού μπήκε στη Σμύρνη. Οι έφιπποι στρατιώτες με τις μαύρες στολές και τα κρεμασμένα γιαταγάνια περνούσαν μπροστά από τα κλειδομανταλωμένα μαγαζιά φωνάζοντας συνεχώς «μη φοβάστε» και σηκώνοντας το αριστερό τους χέρι για να καθησυχάσουν τα κάτωχρα πρόσωπα του κοσμάκη που στριμωχνόταν στους πλαϊνούς δρόμους και τα σοκάκια.
Πριν πέσει η νύχτα όλη η δύναμη του ιππικού είχε μπει στην πόλη, μαζί με τις δύο μεραρχίες του πεζικού που ακολουθούσαν.

Χορός από φλόγες καταλήγει σε πύρινη Λαίλαπα
Λίγες μέρες μετά τη θριαμβευτική είσοδο των Τούρκων στη Σμύρνη, το πλήθος που είχε καταλάβει την προκυμαία είδε φλόγες να χορεύουν πάνω από την αρμένικη συνοικία με τα ξύλινα σπίτια, δύο χιλιόμετρα μακριά. Ο χορός τους σε λίγο είχε πάρει τη μορφή πύρινης λαίλαπας. Η φωτιά, που θέριευε με τον άνεμο, περνούσε από μπαλκόνι σε μπαλκόνι κι εξαπλωνόταν στους δρόμους και τα σοκάκια. Πολύ γρήγορα η ξέφρενη επέλασή της κάλυψε τη διάμετρο των δύο χιλιομέτρων της πόλης, συνεχίζοντας προς την προκυμαία, και η μεγάλη μάζα των προσφύγων στριμωχνόταν ανάμεσα στο τεράστιο πύρινο μέτωπο και την απεραντοσύνη της θάλασσας.
Τώρα πλέον νέα πλήθη έρχονταν να προστεθούν σωρηδόν στα προηγούμενα - φυγάδες κάτοικοι της Σμύρνης, φορτωμένοι με μωρά και στρώματα που πρόλαβαν να μαζέψουν την τελευταία στιγμή. Η πόλη είχε γίνει ένα γιγάντιο πυρωμένο καμίνι. Ο άνεμος παρέσυρε τις φλόγες στην προκυμαία και η κάψα ήταν τόσο τρομακτική, που οι άνθρωποι μούσκευαν τις κουβέρτες τους στη θάλασσα για να τυλιχτούν μ’ αυτές και να προστατευτούν. Αφηνιασμένα άλογα με τα χάμουρά τους να έχουν πιάσει φωτιά έτρεχαν πανικόβλητα μέσα στον κόσμο, γκρεμίζοντας στο πέρασμά τους φλεγόμενα σώματα ανθρώπων.
Όλο το απόγευμα, μέχρι να χαθεί και η τελευταία ακτίνα του ήλιου πίσω από ένα σύννεφο καπνιάς, και όλη τη νύχτα στη λάμψη της φωτιάς, πλήθη ανθρώπων και ζώων ξεχύνονταν απ’ τους δρόμους της καταδικασμένης πόλης ψάχνοντας για διέξοδο στην ανάστατη από το παραλήρημα προκυμαία. Έντρομα πρόσωπα, ζώα με αγριεμένα απ’ τη φρίκη μάτια, ανθρώπινες κραυγές που μπερδεύονταν με το χλιμίντρισμα των αλόγων, τις στριγκλιές από τις καμήλες, τους συριγμούς από τα ποντίκια καθώς το έσκαγαν αγεληδόν από τους υπονόμους, εγκαταλείποντας τα έγκατα της χαμένης Σμύρνης.
Μερικά αντιτορπιλικά είχαν πλησιάσει τόσο κοντά στο λιμάνι, ώστε τα πληρώματά τους μπορούσαν να δουν καθαρά αυτό το πανδαιμόνιο με φόντο το μέτωπο της φωτιάς σε μήκος τριάμισι περίπου χιλιομέτρων. Οι ναύτες μπορούσαν να νιώσουν τώρα την εφιαλτική οσμή της εκατόμβης, ν’ ακούσουν τις στριγκλιές του πλήθους καθώς άνθρωποι που βρίσκονταν στις μπροστινές γραμμές σπρώχνονταν βίαια από εκείνους που τους άγγιζαν οι φλόγες στις πίσω ή παρασύρονταν προς την άκρη του μόλου, πέφτοντας τελικά στη θάλασσα.
Μπροστά σ’ αυτό τον εφιάλτη των 300.000 ψυχών που ποδοπατιούνταν στην προκυμαία χωρίς ελπίδα διαφυγής απ’ τον κλοιό της φωτιάς και της θάλασσας, οι περιγραφές του εμπρησμού της Τροίας ωχριούσαν.
Όταν, με το χάραμα, σι άνθρωποι της American Relief Committee κατευθύνθηκαν με τα αυτοκίνητά τους προς την προκυμαία, σταματώντας συχνά πυκνά για να βγάλουν τα πτώματα απ’ το δρόμο, τα δύο τρίτα της Σμύρνης είχαν μεταμορφωθεί σε ένα σωρό από κάρβουνα που ακόμα σιγόκαιγαν. Στον πίνακα ανακοινώσεων ενός κινηματογράφου που είχε καεί και έστεκε ολόγυμνος, βλοσυρή σκιά ανάμεσα στα ερείπια, χτυπούσαν στο μάτι τα κόκκινα γράμματα του τίτλου απ’ το τελευταίο έργο: «Ο Χορός του Θανάτου»!
Ψηλά στις πλαγιές του Πάγου υψώνονταν άθικτοι οι μιναρέδες του τούρκικου μαχαλά, σαν σύμβολα νίκης.
Σμύρνη: Πριν την καταστροφή

Χιλιάδες άστεγοι σε υπόγεια και στην προκυμαία
Όταν, τρεις μέρες αργότερα, η πυρκαγιά καταλάγιασε από μόνη της, 100.000 άνθρωποι άφησαν την προκυμαία για να χωθούν σε κελάρια που θύμιζαν τα ασφυκτικά γεμάτα καταφύγια του Παρισιού την περίοδο των αεροπορικών επιδρομών. Στο μεταξύ, έξω συνεχίζονταν οι εκρήξεις, που έμοιαζαν με μικρούς βομβαρδισμούς, δημιουργώντας σύννεφα καπνού που σαν μπαλόνια ανέβαιναν στον ουρανό πάνω από τα ανατιναγμένα με δυναμίτη κτίρια.
Για μία ακόμα βδομάδα οι υπόλοιποι 200.000 πρόσφυγες συνέχισαν να ζουν, να πεθαίνουν και να γεννούν μωρά πάνω σ’ εκείνη την αξέχαστη προκυμαία. Αφού οι φούρνοι είχαν καεί ή δεν λειτουργούσαν εξαιτίας της έλλειψης νερού, προσπαθούσαν να χορτάσουν την πείνα τους είτε με ωμό κρέας από τα ψοφίμια των ζώων είτε με γαλέτες που οι Αμερικανοί ναύτες έφερναν σε κονσέρβες.
Όλα τα νοσοκομεία είχαν, επίσης, καεί μαζί με τους ενοίκους τους. Επόμενο ήταν, λοιπόν, μέσα σ’ όλο αυτό το πλήθος -το συνωστισμένο τόσο ασφυκτικά, που οποιοσδήποτε έπεφτε κάτω κινδύνευε να ποδοπατηθεί μέχρι θανάτου- να υπάρχουν γυναίκες οι οποίες γεννούσαν νεκρά μωρά, και τα κρατούσαν πάνω στα στεγνά στήθη τους. Άλλωστε, δεν είχαν πού να τα θάψουν. Περίμεναν κάποια νέα έφοδο -με την εμφάνιση, ίσως, ενός κουβά νερού- που θα άνοιγε προσωρινές διόδους γι’ αυτές, επιτρέποντάς τους να εναποθέσουν το «φορτίο» τους στη σπλαχνική αγκαλιά της θάλασσας.
Μακάβριο ψάρεμα μετά την καταστροφή της Σμύρνης.Νεαροί Τούρκοι προσπαθούσαν να βγάλουν πτώματα στην ξηρά χρησιμοποιώντας κομμάτια σύρμα, ώστε να πάρουν ότι πολύτιμο είχαν επάνω τους (φωτο: Σ. Ντ. Μόρις)

Τώρα πια ο βυθός της σμαραγδένιας θάλασσας ήταν γεμάτος πνιγμένους. Συμμορίες ιερόσυλων ψάρευαν με αγκίστρια δεμένα σε τηλεγραφικό σύρμα τα πτώματα από το νερό, αναζητώντας δαχτυλίδια και αδειάζοντας τις τσέπες τους.
Πώς να το σκάσει κανείς από ένα λιμάνι όπου τα μόνα διαθέσιμα πλεούμενα ήταν τα θωρηκτά των ουδέτερων δυνάμεων; Όταν νύχτωνε, ωστόσο, τα σκάφη αυτά πρόσφεραν τουλάχιστον την προστασία των προβολέων τους. Διότι από κάθε σκοτεινό σημείο της προκυμαίας σηκώνονταν πλήθος κραυγές που ο αέρας τις μετέφερε προς τη θάλασσα, μαρτυρώντας την παρουσία των συμμοριών της νύχτας ανάμεσα στα θύματά τους. Τότε το εκτυφλωτικό φως των προβολέων στρεφόταν προς το σημείο αυτό και αμέσως οι οιμωγές σταματούσαν.
Μόνο μία φορά εμφανίστηκε στο λιμάνι εμπορικό πλοίο, αλλά και απ’ αυτό αποβιβάστηκαν αξιωματικοί με κόκκινα φέσια. Αφού έκοψαν το λαιμό δώδεκα κριαριών, γονάτισαν δίπλα στο αιμάτινο ρυάκι για να ευχαριστήσουν τον Αλλάχ που χάρισε τη νίκη στο έθνος τους.
Βρετανοί και Αμερικανοί ναύτες μεταφέρουν τραυματίες στη Σμύρνη(φωτο: Σ. Ντ. Μόρις)

Η επιτροπή σώζει 60.000 οικογένειες από την εκτόπιση

Εξαιτίας της έλλειψης πλοίων για τη μεταφορά τους, 60.000 οικογένειες προσφύγων από όλες τις κοινωνικές τάξεις -από χωρικοί μέχρι και τραπεζίτες- επρόκειτο να «εκτοπιστούν στο εσωτερικό». Η φοβερή είδηση περνούσε από στόμα σε στόμα.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή η Disaster Relief Committe, οι εθελοντές της οποίας δεν είχαν αλλάξει τα ρούχα τους μια βδομάδα τώρα, πρόσφερε μια μοναδική υπηρεσία. Με τις επίσημες διαβεβαιώσεις των Τούρκων ότι τα ελληνικά πλοία που δεν θα έφεραν την εθνική τους σημαία και δεν θα ήταν δεμένα στο λιμάνι θα εξαιρούνταν από την κατάσχεση, εκπρόσωπος της επιτροπής έσπευσε με αντιτορπιλικό στην Αθήνα. Εκεί, με γραπτές εγγυήσεις για την τήρηση αυτών των δεσμεύσεων, συγκέντρωσε μια μοίρα πλοίων διάσωσης και επέστρεψε μαζί τους στη Σμύρνη.
Στο μεταξύ, η τουρκική διοίκηση είχε κοινοποιήσει στους Συμμάχους ότι θα έδινε την άδεια για τη μετακίνηση των προσφύγων, εξαιρώντας μόνο τους άντρες ηλικίας 17 έως 45 ετών.
Ταυτόχρονα σχεδόν ξέσπασε η επανάσταση στην Ελλάδα. Στη Μυτιλήνη και στη Χίο 75.000 ηττημένοι στρατιώτες, δυσαρεστημένοι από την κυβέρνηση, κατέλαβαν πολεμικά και εμπορικά πλοία. Στη συνέχεια επιβιβάστηκαν και ξεκίνησαν για την Αθήνα τραγουδώντας δημοκρατικά τραγούδια και επιδεικνύοντας κοροϊδευτικά ομοιώματα του βασιλιά.
 Οι σκηνές μεγάλης χαράς και ενθουσιασμού που είχαν εκτυλιχθεί τρία χρόνια νωρίτερα στην πρωτεύουσα είχαν δώσει τώρα τη θέση τους στην εικόνα ενός πλήθους που έστεκε άναυδο καθώς τα αεροπλάνα πετούσαν από ψηλά προκηρύξεις που πρότειναν ως μοναδική λύση εθνικής σωτηρίας την επανάσταση.
Την παραμονή της εκκένωσης πάνω απ’ τα κεφάλια των προσφύγων της Σμύρνης ένα άλλο αεροπλάνο -αυτή τη φορά τουρκικό- πετούσε προκηρύξεις κάνοντας κύκλους στον αέρα. Φέιγ βολάν ενημέρωναν συνεχώς το άστεγο -τώρα πια και ακυβέρνητο- πλήθος ότι όσοι δεν κατάφερναν να φύγουν μέσα σε μία βδομάδα θα εκτοπίζονταν. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα το επόμενο πρωί
350.000 άνθρωποι -μέσα στον πανικό της φυγής- να περάσουν απ’ την μπάρα της προκυμαίας κι ύστερα από ένα σωρό άλλες παρόμοιες μπάρες μέχρι να φτάσουν στην αποβάθρα του σιδηρόδρομου. Στο λιμάνι ήταν αγκυροβολημένα τα αναμενόμενα από καιρό πλοία -πόσο μικρά και απελπιστικά λίγα φαίνονταν τούτη την ώρα!-, πλοία ελληνικά με αμερικανική σημαία.
Την πρώτη μέρα εκατοντάδες πρόσφυγες συνθλίβονταν μέχρι θανάτου στην προκυμαία ή σπρώχνονταν μέχρι πνιγμού στην αποβάθρα, ώσπου οκτώ πλοία, υπό τη συνοδεία αμερικανικών αντιτορπιλικών, αναχώρησαν παίρνοντας μαζί τους 43.000 ψυχές. Για όσους έμεναν πίσω υπήρχαν μόνο άλλες έξι ευκαιρίες -μία την ημέρα- και ύστερα η απόγνωση της εκτόπισης στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.

Έξι μέρες ακόμα μπροστά στις μπάρες, εκεί όπου ακούγονταν στριγκλιές από απελπισμένες γυναίκες που σπρώχνονταν για να περάσουν προς την ελευθερία και φωνές συζύγων που σέρνονταν προς τα πίσω για να μπουν στις ουρές των υπό εκτόπιση αντρών, δεμένων απ’ τον καρπό με σκοινιά εκεί όπου οι γυναίκες θρηνούσαν και σι άντρες ρίχνονταν απεγνωσμένα στη θάλασσα· εκεί όπου τους έψαχναν όλους αρπάζοντας ό,τι πολύτιμο είχαν, ενώ έστελναν τους πιο πλούσιους πίσω ξανά στην πρώτη μπάρα, με την ελπίδα ότι θα εμφανιστούν την επομένη με νέα χρήματα,εκεί όπου η ξαφνική θέα ενός πλοίου διάσωσης έφερνε το θάνατο, από τσαλαπάτημα ή από πνιγμό,εκεί όπου η νυχτερινή περίπολος εντόπιζε άντρες -υπό εκτόπιση- οι οποίοι, μέσα σε καταιγισμό πυροβολισμών, κολυμπούσαν για να ξεφύγουν από τη φωτεινή δέσμη του προβολέα κάποιου αντιτορπιλικού, που απότομα έστρεφε το φως του αλλού, υπακούοντας στη διαταγή κάποιου πονόψυχου κυβερνήτη: «Σβήστε τον, δώστε στους ταλαίπωρους μια ευκαιρία!»
Με την έρευνα των Τούρκων από σπίτι σε σπίτι άλλοι 100000 πρόσφυγες, που ήταν κρυμμένοι σε υπόγεια, ήρθαν να προστεθούν στο πλήθος της προκυμαίας, που ολοένα λιγόστευε. Το γεγονός αυτό καθιστούσε απαραίτητη την παράταση της προθεσμίας των έξι ημερών.

NATIONAL GEOGRAPHIC
November 1925
Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah