20 χιλιόμετρα νότια
από την Σαμψούντα, είναι το πέρασμα Σεϊτάν Ντερεσί -Το φαράγγι του Διαβόλου. Μέσα στο
φαράγγι αυτό περνούσαν όσοι βάδιζαν προς τα νότια. Μέσα από το φαράγγι αυτό
πέρασαν και δέκα αποστολές εξορίστων, από την Σαμψούντα, καθ'όλη τη διάρκεια
του 1919.
Κάθε αποστολή έφτανε στο Σεϊτάν Ντερεσί και εκεί καραδοκούσαν οι τσετέδες. Έπεφταν επάνω στους ανύποπτους
Χριστιανούς, για να τους κατασφάξουν. Ελάχιστοι σώθηκαν. Ή επειδή πρόλαβαν και
έφυγαν στις πλαγιές, ή επειδή θεωρήθηκαν νεκροί. Αυτοί οι ελάχιστοι, από το Σεϊτάν Ντερεσί, την Χάβζα και
το Καβάκ, που γλίτωσαν στα γύρω βουνά, δεν τόλμησαν να γυρίσουν στην θάλασσα.
Η θάλασσα του
Πόντου έβραζε από τα τουρκικά εθνικιστικά κινήματα, ήταν σκέτη φωτιά.
Προτίμησαν ρακένδυτοι, τον δρόμο προς τα νότια. Εκεί, πιο πέρα από τον Πόντο
υπήρχε Τουρκιά, που όχι δεν ήξερε τι γινόταν στον κόσμο, αλλά δεν είχαν ιδέα,
τι γίνεται στην ίδια την Τουρκία. Χωρίς φανατισμό, αγαθοί μουσουλμάνοι χωρικοί,
βοηθούσαν τους ταλαίπωρους χριστιανούς ζητιάνους, που έφταναν στα χωριά τους,
κατατρεγμένοι από τη φωτιά του Πόντου. Αυτοί είναι οι μόνοι ιστορικά μάρτυρες,
που μας διηγήθηκαν,
τι έγινε στην Χάβζα, στο Καβάκ και στον Σεϊ τάν Ντερεσί.
Έφτασαν αυτοί οι
ελάχιστοι, αφού διέσχισαν όλη την Τουρκία, στην Μερσίνα και από εκεί πρόσφυγες, κατέφυγαν
στην Ελλάδα. Τα γεγονότα αυτά είναι και η αιτία, που πληθυσμιακά ο Δυτικός
Πόντος δεν εκπροσωπείται στην σημερινή Ελλάδα τόσο δυναμικά, όσο ο Ανατολικός
Πόντος. Όταν κανείς ζήσει το δράμα των εξορίστων, που αντιμετώπισαν τον Λευκό
θάνατο, έρχεται να μακαρίσει τους αδικοσφαγμένους
του Σεϊτάν
Ντερεσί. Αυτοί δεν ταλαιπωρήθηκαν, ούτε πρόλαβαν να ζήσουν τον χαμό αγαπημένων
προσώπων τους. Πέθαναν 20 χιλιόμετρα μακριά από την πατρίδα τους, με μιά μαχαιριά.
Ποιο θάνατο να
ζηλέψει κανείς;
Πάντως έτσι, ή αλλιώς, υπολογίσθηκε, ότι 350.00
άνθρωποι έχασαν πρόωρα και αδίκως την ζωή τους, στον Δυτικό Πόντο. Έγκλημά
τους, ότι γεννήθηκαν Χριστιανοί.
Μετά από ταλαιπωρίες και πορείες
δυόμισι μηνών, έφτασαν οι Εσπιελήδες στην Σεβάστεια. Ποιοί Εσπιελήδες; Τα υπολείμματα ενός ζωντανού χωριού. Η
Σεβάστεια, αρχαία βυζαντινή πόλη, στρατιωτικό κέντρο της Τουρκίας, είχε μεγάλη
κίνηση τις μέρες εκείνες.
![]() |
| Η Ταμάμα με την "αδελφή της" Αϊσέ και την οικογένεια της |
Η κίνηση γινόταν
πιο έντονη από τις
μυριάδες εξορίστων, που γέμισαν την
πόλη. Το κράτος είχε βολέψει τον κόσμο, που επέζησε, σε στρατόπεδα, και
σχολεία. Ένα καζάνι στρατιωτικό έβραζε, για να χορτάσει τον κόσμο της
προσφυγιάς. Με την σούπα αυτή ήταν αδύνατο να χορτάσουν οι άνθρωποι και ιδίως
τα μικρά παιδιά.
Τα μικρά παιδιά βρήκαν την λύση. Ξέφευγαν από τους στρατώνες και περιφερόντουσαν στα σοκάκια της Σεβάστειας,
κτυπώντας τις πόρτες και ζητώντας
ελεημοσύνη.
Την ίδια δουλειά έκαμε η μικρή Ταμάμα. Στην αρχή δεν ήξερε, αλλά
πηγαίνοντας με τις μεγαλύτερες αδελφές της, έμαθε να ζητιανεύει. Οι
μουσουλμάνοι της Σεβάστειας ήσαν αγαθοί και καλοπροαίρετοι άνθρωποι. Δεν τους
άγγιξε τον τόπο η αντιχριστιανική και
αντιρωμαίικη μανία και φανατισμός.
Έβλεπαν την δυστυχία και δεν μπορούσαν να ξεφύγουν τους κανόνες του Κορανίου. Δεν ήταν
επιτρεπτό, αυτοί να τρώνε και να πίνουν, σαν να μη βλέπουν την γύρω δυστυχία.
Πολλές οικογένειες
Τούρκων, πήραν μέσα στο σπίτι τους μερικά ορφανά χριστιανών, για να περάσουν
την μπόρα της δυστυχίας. Συγκινητική η περίπτωση του Χατζή Εμίρ.
Φτωχός
βιοπαλαιστής -διόρθωνε τα παπούτσια της γειτονιάς- ζούσε σ' ένα φτωχικό μικρό σπίτι. Είχε 8 παιδιά, όλα
κορίτσια. Ζήτησε και πήρε δύο ορφανά αγόρια, για να ζήσουν μαζί τους. Και πόσο
τα αγάπησε; Κρυφή του ελπίδα, όταν ησυχάσει ο κόσμος και γυρίσουν οι Χριστιανοί
στα χωριά τους, ίσως με τη βοήθεια του Θεού, του αφήσουν τα ορφανά και έτσι ν'
αποκτήσει αγόρια, που τόσο πολύ ποθούσε.
Σιγά, σιγά, η
Ταμάμα ξεθάρεψε και ήθελε να πηγαίνει μόνη της στην ζητιανιά. Αιτία ήταν, που δυό φορές
κάποιοι καλοί μουσουλμάνοι, στο αντίκρυσμα της δάκρυσαν και την λυπήθηκαν, της
έδωσαν ρουχαλάκια, από τα παιδιά τους, γιατί αυτά, που φορούσε η ίδια, ήσαν πια
κουρέλια.
Η Μαρικούλα και η Συμέλα, μετά στον στρατώνα,
της τα πήραν και τα φόρεσαν οι ίδιες. Από τότε η Ταμάμα δεν ήθελε να ζητιανεύει
μαζί με τις αδελφές της. Αλλά και όταν τους έδιναν κάτι φαγώσιμο, έπρεπε να το
μοιραστεί με τις αδελφές της, γι' αυτό
προτιμούσε να βγαίνει μόνη της. Ο καθένας με την τύχη του.
Την εποχή εκείνη
ήρθε, με μετάθεση από το Ερζερούμ στην Σεβάστεια, ο ταγματάρχης Οκαϋ Μουσταφά. Το Ερζερούμ και
όλο το Καρς είχαν πέσει στα χέρια των Ρώσσων. Ο Στρατός ο Τουρκικός
οπισθοχώρησε και έτσι ο Ταγματάρχης βρέθηκε στην Σεβάστεια. Η πόλη είχε τότε
πάρα πολύ στρατό, κυρίως για το μέτωπο με τους Ρώσσους.
Η στρατιωτική
διοίκηση, έδωσε στον ταγματάρχη, ένα επιταγμένο αρμένικο σπίτι, στον δρόμο
Ιστικλάλ Τσατεσί, της Σεβάστειας. Εκεί τακτοποιήθηκε ο ταγματάρχης Μουσταφά
Οκαϋ, με την κόρη του Αϊσέ, που τον συνόδευε σε όλες τις μεταθέσεις του. Ο
Μουσταφά Οκαϋ αγαπούσε πολύ την μοναχοκόρη του Αϊσέ και η αγάπη αυτή
έγινε ακόμη μεγαλύτερη, όταν εδώ και δύο χρόνια, έχασε την γυναίκα του Μπακιέ, την μητέρα της Αϊσέ.
Η Αϊσέ ήταν τώρα
γύρω στα 15 της χρόνια και μπορούσε άνετα να περιποιείται τον εαυτό της, το
σπίτι και τον χήρο πατέρα της. Εκείνο που την στεναχωρούσε στην Σεβάστεια,
μόλις πρωτοήλθαν, ήταν η ανυπαρξία γνωστών και συγγενών. Στις διάφορες
επαρχίες, όπου υπηρέτησε ο πατέρας της και ιδιαίτερα όταν ζούσε η μητέρα της,
πάντοτε είχαν μεγάλο κύκλο γνωριμιών. Η Μπακιέ, ήταν μια ευχάριστη κοινωνική
γυναίκα και το σπίτι της ήταν πάντα ανοικτό, για τους συναδέλφους του ανδρός
της και τις οικογένειες τους.
Έτσι,
είχε μάθει από μικρή η Αϊσέ, στο έμπα έβγα του κόσμου και τώρα στην Σεβάστεια
την στεναχωρούσε, που η πόρτα έμενε κλειστή και δεν
πρόσμενε κανένα να την επισκεφθεί. Ελπίδες είχε, ότι με τον καιρό ο πατέρας
της, θα δημιουργούσε πάλι κύκλο γνωριμιών. Αλλά τώρα ήταν δύσκολο για τον
ταγματάρχη. Όσο ζούσε η Μπακιέ, όλα ήσαν πιό
εύκολα. Τώρα με κόρη 15 χρονών, δεν μπορούσε ο Μουσταφά έτσι εύκολα, να
κουβαλάει κόσμο στο σπίτι του. Η κόρη του ήταν σε ηλικία παντρειάς και θα ήταν ντροπή.
Γιωργος Ανδρεάδης












Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου