Η ΜΑΧΗ ΤΗΣ ΜΑΓΑΡΑΣ

Κυριακή 19 Μαΐου 2013

Τη νύχτα πολλές γυναίκες και παιδιά ενώθηκαν με τους αντάρτες που κατέβηκαν αμέσως στην υπαπαντή και στου Κοπαλάντων για να πάρουν μαζί τους τα γυναικόπαιδα καν να τα γλυτώσουν από την εξορία.
 Τους πήραν όλους περίπου 300 και τα ζώα τους και πρωί-πρωί έφτασαν στου  Χαρατζάντων πριν όμως προφτάσουν να κρυφθούν στο δάσος δέχτηκαν την επίθεση τσετέδων και στρατιωτών και τον μεν πληθυσμό είπαν να βαδίσει προς τη Μάγαρα (μεγάλο σπήλαιο), αυτοί δε έπιασαν γραμμή, πυροβόλησαν και οπισθοχωρώντας σιγά - σιγά έφθασαν και αυτοί μπροστά στη Μάγαρα. Έκαμαν πρόχειρα προχώματα για την άμυνα. Είχαν αντίκρυ τους 600 τσετέδες του Κάλφα και του αδελφού του, τακτικό στρατό από 3 συντάγματα με 3 κανόνια και 13 μυδραλιοβόλα, πίσω δε από τη Μάγαρα 600 καβαλάρηδες.

Ήσαν κυκλωμένοι από παντού μόνο μία δίοδος υπήρχε στη θέση «Μερτζάν λιθάρ» που την φύλαγαν 3 αντάρτες, για να φύγουν από κει σ' εσχάτη ανάγκη προς το δάσος Βαϊβάτερε.
Έπαιζε η σάλπιγγα και οι Τούρκοι έκαναν επίθεση κατά κύματα. Τα κανόνια βογκούσαν, τα μιδράλλια σ' εκνεύριζαν με το διαπεραστικό κρότο τους- χιλιάδες σφαίρες έπεφταν γύρω σου από απόσταση 50 μέτρων, διότι τόση απόσταση χώριζε τα δύο μέρη. Κόλαση αληθινή. Ευτυχώς ανάμεσα  στα δύο μέρη ήσαν δένδρα και θάμνοι πού ήσαν εμπόδιο σοβαρό στους επιτιθέμενους.
 Οι αντάρτες κατέβαλλαν υπεράνθρωπες προσπάθειες για να αποκρούσουν τις ατέλειωτες επιθέσεις, χωρίς όμως να έχουν και την ελάχιστη ελπίδα ότι θα γλυτώσουν τελικά. Σε μια στιγμή της μάχης οι αντάρτες απελπίστηκαν ο Ιωάννης Ξανθόπουλος εγκατέλειψε τη θέση του και πήγε κοντά στα γυναικόπαιδα που καταλάβαιναν τον έσχατο κίνδυνο, έκλαιγαν και σταυροκοπιούνταν· 
Μπορούσε όμως να μείνει εκεί; γυρνά πίσω οπότε βλέπει μερικούς Τούρκους να κατεβαίνουν από τα νώτα μαζί με ζώα- ειδοποιεί τον Ευκλείδη· αυτός συνιστά στους αντάρτες να κρατήσουν τις θέσεις τους, ο ίδιος δε με δυο άλλους τρέχει προς τους Τούρκους, τους βλέπει από μακριά και ρωτά ποιοι είναι.
 —Ανθρωποι του Κάλφα, απάντησαν.
 —Ελάτε γρήγορα τους ξαναείπε. Μόλις όμως οι Τούρκοι έκαμαν μερικά βήματα κατάλαβαν πώς αντίκρυ τους είχαν αντάρτες και θέλησαν να πυροβολήσουν αλλά δεν πρόφθασαν, γιατί δυο σκοτώθηκαν, ένας παραδόθηκε και δυο τραυματισμένοι έφυγαν.
Γυρίζουν στη θέση τους· βρίσκουν το γέρο - Τσιρίπ' σκοτωμένο, γιατί οι Τούρκοι κατά την απουσία τους βρήκαν την ευκαιρία, πλησίασαν και τον σκότωσαν.
Η μάχη εξακολούθησε ως τη νύχτα. Τότε οι αντάρτες αποφάσισαν να φύγουν επωφελούμενοι από το σκοτάδι, αλλά 3 από τους συντρόφους τους ήταν πολύ κοντά στους Τούρκους και ήταν αδύνατο να οπισθοχωρήσουν χωρίς να γίνουν αντιληπτοί και να κυνηγηθούν τους έριξαν χειροβομβίδες εκείνοι τις πέταξαν προς τους Τούρκους και οπισθοχώρησαν. Πήραν τα γυναικόπαιδα και ανέβηκαν «σή Μερτζάν λιθάρ» όπου έμειναν ως τις 3 μετά τα μεσάνυχτα.

Ο στρατός κατασκήνωσε επί τόπου για να συνεχίσει την μάχη την επομένη.
0ι αντάρτες συνεσκέφθησαν και απεφάσισαν τα μεν γυναικόπαιδα να τα στείλουν για να κρυφθούν στη Βιαϊβιάτιαρα όπου το δάσος ήταν πυκνό και απάτητο από το ανθρώπινο ποδάρι επειδή όμως είχαν και βρέφη και νήπια που με τις φωνές τους μπορούσαν να τους προδώσουν, γι αυτό τα έσφαξαν και τα τοποθέτησαν πλάι στο δρόμο. Οι δε αντάρτες γι να ξεγελάσουν το στρατό και να τους ακολουθήσει αυτούς και όχι τα γυναικόπαιδα, άφησαν ίχνη καταφανή επάνω στο δρόμο, ανέβηκαν στ' Ούζούν - σουρτι και κρύφτηκαν στο δάσος της Πογιαχανάς.
Καπετάν Ευκλείδης
Προς τα ξημερώματα οι Τούρκοι άρχισαν την επίθεση· απάντηση καμία προχώρησαν προς τη σπηλιά αλλά τη βρήκαν αδειανή· ακολούθησαν τα ίχνη και βρήκαν τα 7 νήπια σφαγμένα. Ειδοποίησαν το μέραρχο ο οποίος όταν ήρθε και τα είδε διέταξε το στρατό να αποσυρθεί στη Σαντά λέγοντας: Είναι αδύνατο να κυνηγηθούν άνθρωποι που σφάζουν τα παιδιά τους. Αλλά ούτε και στη Σαντά έκατσε. Φεύγοντας άφησε 150 καβαλάρηδες για να λεηλατήσουν ότι έμεινε, να κάψουν τα σπίτια και ύστερα να φύγουν και αυτοί.
Στη μάχη αυτή σκοτώθηκαν 12 Τούρκοι και τραυματίσθηκαν πολλοί, από δε τους αντάρτες σκοτώθηκε ο Τσιρίπ'. Ύστερα από μερικές μέρες οι αντάρτες πλησίασαν στη Σαντά για να δουν τι έγινε. Από το Κωφολείβαδο  έβλεπαν τα σπίτια να καπνίζουν, το δε καπνό σαν ομίχλη να σκεπάζει τα γύρω βουνά, και Τούρκους να περιφέρονται εδώ κι εκεί, λεηλατώντας ότι είχε μείνει·
Για να τρομοκρατηθούν οι Τούρκοι και να μη πατήσουν στη Σαντά, γιατί υπήρχε κίνδυνος να βγάλουν τις πατάτες και τα λάχανα με τα οποία ήλπιζαν να τρέφονται κατά το χειμώνα, οι αντάρτες έστησαν ενέδρα κοντά στο γεφύρι των Ζουρνατζάντων. Από το μέρος της Κολόσιας και των Φτελενιών ήρθαν πολλοί για λεηλασία, αλλά είδαν τους αντάρτες και έφυγαν πίσω φωνάζοντες· οι αντάρτες πυροβόλησαν και τους σκότωσαν σχεδόν όλους, 32 Τούρκους.
Τα γυναικόπαιδα που είχαν μαζί τους οι αντάρτες έστειλαν άλλα στα Λιβερά και άλλα στη Γαλλίανα, για να κατεβούν από κει στην Τραπεζούντα.
Μερικές άλλες γυναίκες σκορπισμένες στα δάση υπόφεραν πολύ ωσότου συναντήθηκαν με τους αντάρτες πού τις έστειλαν στη Γεμουρά.
Μετά την καταστροφή της Σαντάς είχε ελαττωθεί η πίστη των ανταρτών στον αγώνα τους, πού δεν είχε πλέον νόημα, κι' αυτό οδήγησε στην χαλάρωση της συνοχής τους, εκτός του ότι είχαν και προσωπικές διαφορές ανάμεσα τους.

Για το λόγο αυτό αλλά και για να δώσουν μικρότερο στόχο, χώρισαν σε ομάδες.
Από τη μεγάλη ομάδα (63 αντάρτες) του Κώστα Τσιλιγκιαρίδη (Ατέσ - ογλου) οι σαράντα αποφάσισαν να φύγουν στη Ρωσία, αλλά στο Ισπίρ προδόθηκαν πιάστηκαν 6, αναμεταξύ τους ήταν και ο ίδιος ο αρχηγός τους και στο Παϊπούρτ κρεμάστηκαν. Η ομάδα του Ευκλείδη αποφάσισε να φύγει με μοτόρ στο Βατούμ· αλλά προδόθηκε και αυτή και στην Κάτρα έχασε δύο που μεταφέρθηκαν στις φυλακές της Τραπεζούντας όπου δολοφονήθηκαν.
Οι άλλοι, ως την ανταλλαγή, καταδιώκοντες και καταδιωκόμενοι τρέχουν από τη Σαντά στη Ματσούκα και Κρώμνη και Ούζη και πάλι στη Σαντά για να χάσει ο στρατός τα ίχνη τους.
Τον Δεκέμβριο του 1922 είχε αναγγελθεί η ανταλλαγή και οι αντάρτες χωρισμένοι σε δύο ομάδες από την Ούζη κατέβηκαν νύχτα στην Τραπεζούντα όπου και κρύφτηκαν αλλά ύστερα από λίγο ανακαλύφθηκαν και μεταφέρθηκαν στις φυλακές· εκεί οι Τούρκοι, και μάλιστα ο Κάλφας, έκαμαν σχέδια να τους δολοφονήσουν.
Ο Ελβετός όμως πρόεδρος της ανταλλαγής με παρακίνηση του Λ. Λαμπριανίδη που ήταν μέλος της επιτροπής ανταλλαγής, έκαμε το βαλή υπεύθυνο προσωπικώς για την τύχη των κρατουμένων αλλά και κατά την ημέρα κατά την οποία επρόκειτο να επιβιβασθούν στο πλοίο, ή προκυμαία γέμισε από ένοπλους για να δολοφονήσουν τους αντάρτες. Έγινε ανάγκη πάλι να επέμβει ο Ελβετός για να απομακρυνθούν οι Τούρκοι και έτσι κατέφυγαν στην Ελλάδα.

Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah