Ήντιναν, Ήλε μ’, ερωτώ κανείς ’κι φανερώνει
’ς σα ποία στράτας ουρανού, νουνιγματί’ στερέας,
να πάω και να ησυχάζ’ η ψή μ’ το πονεμένον.
Ήλε μ! Ναι, Ήλε μ’! Έμορφον πρόσωπον χαρεμένον,
τον τόπον
δείξον τη χαράς και
τη παρηγορίας!
Θέλω τ’ ομμάτö μ’ να τερούν ορμάνια φυλλωμένα,
τη Παναγίας το ποτάμ’, τα περαγκιαν
αλάτö
κι ας σα τρεχούμενα νερά να πίνω και λαρούμαι.
Τη ξενιτάς ερρώστεσεν εμέν αροθυμία.
Και-ν οξυπόλ’τοςνα πατώ ’ς σ’ άθö και το χορτάριν
και ν’ ευωδôζουν άνοιξην.
Χαρά Θεού ο κόσμον!
Να πάω και να κάθουμαι ’ς έναν εβόραν τόπον
κ’ εκεί ν’ αποστοχάσκουμαι και-ν ασ’ ση χωρισίας
τα θλίβερα παράπονα ντο ’κ’ έχ’νε γιατρικόν-ι-ν.
Αχ, Ήλε μ’! Με το σπλάχνικον καρδίαν εσύ πε με
τη στράταν και τ’ αληθινόν, άναυα γης φαρμάκια
κι όθεν αναροθύματα
και δίχα πόνον ζούνε …
Άλλ’ με τον κόσμον χαίρουνταν κ’
εγώ με το τραγώδιν.
Έν’ ουρανόν
παράκλητος, τ’ εξίαστρον ο
κύρη μ’,
αδέλφο και
καλάδελφο τ’ άστρα πιδεβασέας
κι όσα νοΐζω πέραν
νου, κρυφόν χαρά ’ς σο ψόπο μ’!
Μέσα στην ψυχή του ποιητή Ηλία Τσιρκινίδη υπάρχει συσσωρευμένος
ο πόνος για την απώλεια της πατρίδας των γονιών του, τον Πόντο, στον οποίο προσπαθεί να δώσει διέξοδο μέσα από τον ποιητικό λόγο.
Παραμένοντας μέχρι το τέλος της ζωής του ασίγαστος νοσταλγός του Πόντου,
αναζητεί τρόπους παρηγοριάς.
Το παραπάνω ποίημα, με τίτλο «Πέραν τη νου», είναι σε ιαμβικό
δεκαπεντασύλλαβο, όπως όλα τα ποιήματά του, σε μια γλώσσα, τη μητρική του,
που μπορεί ναεκφράσει τα λεπτά του συναισθήματα. Διαισθάνεται το τέλος της ζωής του. Θέλει πριν εγκαταλείψει αυτόν τον κόσμο, να βρει έναν τόπο, όπου θα παραμείνει η ταλαιπωρημένη
ψυχή του «η γή μ’ το πονεμένον»,
.
Επειδή στην αντίληψή του επικρατεί η άποψη ότι ο ήλιος, ως πηγή της ζωής, έχει
κάποια εξουσία στο στερέωμα του σύμπαντος, πιστεύει ότι έχει τη δύναμη να τον
βοηθήσει.
Τον ρωτάει, λοιπόν, ποιο δρόμο θα ακολουθήσει με τη σκέψη του, για να
φτάσει σε κάποιο μέρος να
ξεκουραστεί. Η παράκληση μεταβάλλεται σε ολόθερμη
ικεσία, γιατί βλέπει το πρόσωπό του «χαρεμένον». Να του δείξει ο ήλιος τον τόπο
που θα βρει τη χαρά και την παρηγοριά
του.
Θέλει από την τοποθεσία εκείνη, όπου θα βρεθεί, να βλέπει τις ρεματιές του Πό-
ντου με την πλούσια βλάστηση. Να βλέπει εκεί στο βάθος το ποτάμι, που περνάει
κοντά από τη μονή της Παναγίας Σουμελά. Θα χαρώ πολύ, λέει, να συναντήσω εκεί
άφθονα νερά, για να πιω και να γιατρευτεί μέσα μου η πληγή της νοσταλγίας. Μου
είναι πολύ δύσκολο να ζω στην ξενιτιά, έτσι αισθανόταν στην Ελλάδα. Έχω αρρωστήσει από την επιθυμία να ξαναδώ τον ευλογημένο Πόντο. Αλήθεια, πόσος ανθρώπινος πόνος και νοσταλγία έχει φωλιάσει μέσα του!
Και ο ποιητής συνεχίζει την φανταστική εικόνα της τοποθεσίας με λουλούδια, που με
το μοσκοβόλημά τους θυμίζουν την άνοιξη. Τότε η χαρά του Θεού γεμίζει το σύμπαν. Εκεί, στο χαρούμενο περιβάλλον – λέει – θέλω να κάθομαι σε ένα δροσερό τόπο. Εκεί θα μπορώ να σκέφτομαι και να αναζητώ κάποια φάρμακα για τις πληγές του χωρισμού από τον Πόντο.
Η παρακλητική εικόνα με την επίκληση του ήλιου επαναλαμβάνεται. Με σπαραγμό ψυχής ζητά από τον σπλαχνικό
ήλιο να του υποδείξει το δρόμο που θα τον οδηγήσει σε κάποιο μέρος, όπου οι άνθρωποι ζουν χωρίς φάρμακα, χωρίς το συναίσθημα της νοσταλγίας, αλλά και
χωρίς πόνο.
Στο σημείο αυτό, με τον 17ο στίχο,
τελειώνει ο ελεγειακός χαρακτήρας του ποιήματος. Επίκεντρο του μέρους αυτού
ήταν η αναζήτηση κάποιου δρόμου, που θα οδηγούσε σε διέξοδο την πονεμένη ψυχή
του.
Για τον Ηλία Τσιρκινίδη, αλλά και για
όλους τους πρόσφυγες που κατέφυγαν στην Ελλάδα, ήταν ιδιαίτερα
οδυνηρό το συναίσθημα του
οριστικού αποκλεισμού της επιστροφής στα πάτρια εδάφη. Όλοι οι δρόμοι ήταν κλειστοί. Ένας μόνο παρέμενε ανοιχτός: εκείνος που οδηγεί στον φανταστικό τόπο, που τον ομορφαίνουν η βλάστηση και η θέα προς
τον αλησμόνητο Πόντο.
Στους τέσσερις στίχους που ακολουθούν, ο τόνος της λυρικής ποίησης μεταβάλλε ται και γίνεται χαρούμενος, με την παρουσία του κόσμου, αλλά και με το τραγούδι. Τη
χαρά της ψυχής του συμπληρώνουν,
η αίσθηση της παρουσίας του Θεού,το φωτεινό παράδειγμα του πατέρα του, των αδελφών και συγγενών του, που βρίσκονται μακριά από τον ίδιο, «και όσα ακόμη έρχονται στο νου μου», λέει, «για έναν κόσμο πέρα από τη φαντασία μου, που έφεραν όλα αυτά την κρυφή χαρά στην ψυχή μου».
Οι τέσσερις, λοιπόν, στίχοι εκφράζουν
την χαρά του ποιητή, γιατί η παρηγοριά ήρθε από τον ουρανό,
εκεί που βρίσκονται όλοι οι αγαπημένοι
του. Είναι η πίστη προς τον Θεό, που διατηρεί ζωντανή την ελπίδα στον άνθρωπο για κάτι καλύτερο, ακόμη και στην πιο δύσκολη στιγμή.
Τελειώνει το ποίημα με τους δύο
τελευταίους στίχους, που εκφράζουν τη δια- μαρτυρία, αλλά και το παράπονο του ποιητή, που δεν βρίσκεται και ο ίδιος μαζί με
τους άλλους που ευτυχούν, αφού, όπως ισχυρίζεται, δεν έβλαψε κανένα και δεν είπε
«βαρύν λόγον» σε κανένα, για να τον
πληγώσει.
Ο αναγνώστης γοητεύεται από την ομορφιά του ποιήματος, από τον ήχο της
γλώσσας, την καταπληκτική φαντασία που διαθέτει ο ποιητής και οδηγεί σε άλλους
κόσμους. Επίκεντρο παραμένει πάντα στην ποίηση του αείμνηστου Ηλία Τσιρκινίδη
η νοσταλγία του παραδεισένιου Πόντου, με τις εκκλησίες και τα παρχάρια.
ΛΕΞΙΛΟΓΙΟ
νούνιγμαν = σκέψη,
περαγκιάν = πέρα, μακριά,
εβόρα = δροσιά, στη σκια,
αποστοχάσκουμαι = σκέφτομαι βαθιά,
χωρισία = χωρισμός,
άναυα = άνευ, χωρίς, εκτός,
αναροθύμετα = χωρίς νοσταλγία,
εξίαστρον = ο Αυγερινός, γαλαξίας, λαμπερό άστρο,
καλάδελφö = τα καλά αδέλφια,
πιδεβασέας = διαδρομές,
ευρισκάται = βρίσκεται,
χαρεμένον = χαρούμενο,
ορμάνια = πυκνά δάση, ρεματιές,
λαρούμαι = γιατρεύομαι,
δίχα = χωρίς,
κύρης = οικογενειάρχης, πατέρας,
αροθυμία =νοσταλγία,
καλάδελφος = αγαπητός αδελφός
Παναγιώτης Παπαδόπουλος











Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου