Η πρώτη φάση της «εξόδου»

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

α. Η συγκέντρωση των προσφύγων στο Καρς

Στο Καρς και στην γύρω από το Καρς περιοχή είχαν καταφύγει από την άνοιξη του 1918, δηλαδή ύστερα από την συνθήκη του Μπρεστ-Λιτόφσκ και την αναμενόμενη τουρκική προέλαση, έως το φθινόπωρο του 1919, οι Έλληνες των εξής περιοχών.
α) Μερικά χωριά της Υποδιοίκησης Χοροσάν, δηλαδή το Καραουργάν, το Αμπουλβάρτ, το Γενίκιοϊ, το Κιόρογλου, το Σουρπασάν και οι μισοί σχεδόν κάτοικοι του Μετζικέρτ. Βέβαια, ένα μέρος απ' αυτούς δεν σταμάτησε στο Καρς αλλά συνέχισε την πορεία του προς τα ενδότερα της Ρωσίας και εγκαταστάθηκε προσωρινά στα νότια της Ρωσίας, κυρίως στην περιοχή του Κουμπάν.
Οι κάτοικοι αυτών των περιοχών αναγκάστηκαν να μετακινηθούν στην προσπάθειά τους να προλάβουν την τουρκική προέλαση που αναμενόταν ύστερα από την υπογραφή της συνθήκης του Μπρεστ-Λιτόφσκ (Μάρτης του 1918). Η μετακίνησή τους έγινε τον Απρίλιο του 1918 και στους κατοπινούς μήνες του ίδιου χρόνου .
β) Προς το Καρς, επίσης, κατέφυγαν και τα χωριά της Υποδιοίκησης Καγισμάν, Γιαλαούζ - Τσαμ, Κατσιβάν, Ολουλχού, Ορτάκιοϊ, Τσιλαχανά και Άνω και Κάτω Τσαπίκ, που είχαν συγκεντρωθεί στο Καράκλισε στις 25 Μαρτίου του 1918 προκειμένου να μετακινηθούν όλοι μαζί προς το Καρς. 
Χειμώνας στο Καρς
Μετά τη σύγκρουσή τους, όμως, με τους Αρμενίους, ένα μέρος απ' αυτούς επέστρεψε στις εστίες τους, ενώ το μεγαλύτερο μέρος συνέχισε το αρχικό δρομολόγιο, δηλαδή την πορεία προς το Καρς.
Η μετακίνησή τους έγινε μέσα σε σύγχυση και βιασύνη, χωρίς την κατάλληλη προετοιμασία εξαιτίας της αναμενόμενης τουρκικής στρατιωτικής επίθεσης. Οι κάτοικοι αυτών των κοινοτήτων πήραν μαζί τους τα πλέον απαραίτητα και ότι ήταν δυνατόν να μετακινηθεί (τρόφιμα, οικιακά σκεύη, ζώα κλπ.). 
Άφηναν πίσω τους περιουσίες, σπίτια, σπαρμένους αγρούς λίγο πριν την συγκομιδή. Η απόφαση για μετανάστευση ανακοινώθηκε την τελευταία στιγμή και δεν είχαν τη δυνατότητα να πουλήσουν μέρη της περιουσίας τους ή να προετοιμάσουν πληρέστερα την αναχώρηση τους. 
Φόρτωσαν αυτά που μπορούσαν πάνω στα κάρα και σχηματίζοντας ουρές από κάρα μπήκαν στον δρόμο που οδηγούσε στο Καρς. Καθ' οδόν συνέρρεαν και άλλοι πρόσφυγες από τα άλλα γειτονικά χωριά σχηματίζοντας ατελείωτα καραβάνια. 
Στην αρχή της πομπής έμπαιναν οι αρχές του χωριού με τον ιερέα τους. Είναι συγκινητική η φροντίδα τους να πάρουν μαζί τους τις εικόνες και τις καμπάνες των εκκλησιών, τα οποία έφεραν αργότερα στην Ελλάδα, στους οικισμούς που δημιούργησαν.
 Καθ' οδόν την πορεία των αμάχων προστάτευαν ένοπλες ομάδες νέων. Δεν έλειψαν και ληστρικές επιδρομές Κούρδων μουσουλμάνων, οι οποίες απωθήθηκαν από τους ενόπλους. Σε πολλές περιπτώσεις η πορεία προς το Καρς διήρκησε δέκα μέρες και οι πρόσφυγες ήσαν υποχρεωμένοι να κατασκηνώνουν στην ύπαιθρο.
 Χιλιάδες πρόσφυγες συνέρρεαν κατ' αυτόν τον τρόπο γύρω από το Καρς. Εκεί η Ελληνική Αποστολή μαζί με το Συμβούλιο των Ελλήνων της Αρμενίας μεριμνούσε για τη στέγαση και διατροφή των προσφύγων .
Δηλαδή ως τα μέσα του '18 είχαν μετακινηθεί προς το Καρς οι μισοί σχεδόν κάτοικοι της Υποδιοικήσεως Χοροσάν και το μεγαλύτερο μέρος της Υποδιοικήσεως Καγισμάν.
Όσοι κάτοικοι των παραπάνω περιοχών δεν μετακινήθηκαν γνώρισαν την τουρκική κατοχή από τον Μάρτη - Απρίλιο του 1918 ως το τέλος του έτους. Οι κοινότητες αυτές είναι, της Υποδιοίκησης Χοροσάν, τα χωριά Κιζίλ - Κιλισέ, Χάνδερε, Μετζικέρτ και Καρακάρτ. 
Την τουρκική κατοχή γνώρισαν επίσης και οι κοινότητες της Υποδιοίκησης Όλτης. 
Τη διακυβέρνηση αυτών των περιοχών, μετά την αποχώρηση του τουρκικού στρατού, ανέλαβαν η Αρμενική Δημοκρατία . Από τους πρώτους, όμως, μήνες του 1919, επειδή η κατάσταση στην περιοχή δεν βελτιώθηκε εξ αιτίας κυρίως της αδυναμίας της αρμενικής εξουσίας να επιβάλλει σχετική ησυχία και ασφάλεια στην περιοχή και εξαιτίας επίσης της ληστρικής δράσης άλλων εθνοτήτων (Κούρδων, ντόπιων μουσουλμάνων κλπ.) σε βάρος του ελληνικού στοιχείου, πολλοί κάτοικοι των παραπάνω περιοχών άρχισαν να μεταναστεύουν προς το Καρς, στην προσπάθεια τους να εξασφαλίσουν μεγαλύτερη ασφάλεια.
 Η μετακίνηση και αυτών των κοινοτήτων ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 1919. Στο διάστημα του καλοκαιριού η μετακίνηση προς το Καρς πήρε μαζικότερη μορφή. Κι αυτή δεν πρέπει να είναι άσχετη με την προπαγάνδα υπέρ της μετανάστευσης που άσκησαν μέλη της Ελληνικής Αποστολής .
Έτσι, μπορούμε να πούμε ότι ως το φθινόπωρο του 1919 είχαν συγκεντρωθεί στο Καρς ένα πλήθος 30.000 προσφύγων. Οι πρόσφυγες αυτοί, όπως αναφέρθηκε προηγούμενα, προέρχονταν από τις Υποδιοικήσεις Χοροσάν, Καγισμάν και Όλτης. Δεν είχαν, δηλαδή, μετακινηθεί ακόμη οι Κοινότητες της Γκιόλας και ένα μέρος της επαρχίας Όλτης, για τις οποίες θα γίνει λόγω παρακάτω, σε ξεχωριστό κεφάλαιο.
Η απειλή, όμως, της κατάληψης του Καρς από τους Τούρκους το φθινόπωρο του '19 επέβαλε τη μετακίνηση αυτού του πλήθους των 30.000 προσφύγων προς άλλες ασφαλέστερες περιοχές. Ήδη τουρκικά στρατεύματα υπό τον Εγιούπ πασά τον Αύγουστο του '19 είχαν εισβάλλει στο αρμενικό έδαφος και σχεδίαζαν την κύκλωση του Καρς, από Νότο από τη μεριά του χωριού Μερτενέκ, και από Βορρά από το Καραουργάν και Καγισμάν .
Αποδείχτηκε, όμως, φοβερά δυσχερής και εξαιρετικά επικίνδυνη η μετακίνηση ενός τόσου μεγάλου πλήθους προσφύγων. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες που έκαμε το Εθνικό Συμβούλιο των Ελλήνων της Αρμενίας και το Γενικό Συμβούλιο των Ελλήνων του Πόντου από τη μια μεριά και τις αποτελεσματικές ενέργειες της Ελληνικής Αποστολής από την άλλη, η μετακίνηση αυτή δεν έγινε χωρίς προβλήματα. 
Τα προβλήματα αυτά είχαν τη βάση τους στην έλλειψη ενός οργανωμένου, καλά μελετημένου και αποτελεσματικού σχεδίου μετακίνησης του πληθυσμού, καθώς επίσης και στην έλλειψη των απαραίτητων μέσων μεταφοράς (π.χ. τραίνων) και ικανοποιητικοί ποσοτήτων τροφίμου, εντελώς απαραίτητων για τους πρόσφυγες. Δε δυσκόλεψε όμως λιγότερο την κατάσταση και η διάσταση απόψεων σ' ό,τι αφορά τη μετανάστευση. Οι διαμετρικά αντίθετες απόψεις πάνω στο θέμα πολλαπλασίαζαν τα προβλήματα που γεννούσε η ίδια η μετακίνηση. 
Δεν είναι βέβαια εύκολο να μετακινηθεί ένας πληθυσμός 30.000 ατόμων, όταν δεν υπάρχει οργανωμένο συγκοινωνιακό δίκτυο, όταν δεν υπάρχουν υπηρεσίες εύρεσης και διανομής τροφίμων και πάνω απ' όλα όταν η μετακίνηση γίνεται μέσα σε συνθήκες πολέμου. 
Η διάσταση απόψεων  αφορούσε το Γενικό Συμβούλιο των Ελλήνων του Πόντου, που ήταν κατά της μετανάστευσης και υπέρ της παραμονής των προσφύγων στον Καύκασο, και στην Ελληνική Αποστολή που έβλεπε πως η περαιτέρω παραμονή του πληθυσμού μέσα σε τέτοιες συνθήκες θα οδηγούσε στον αφανισμό του και τέλος στο Εθνικό Συμβούλιο των Ελλήνων της Αρμενίας που ήταν μοιρασμένο.
 Ο Κάλτσεφ και μια ομάδα γύρω απ' αυτόν ήταν υπέρ της παραμονής και συντάχτηκε με την άποψη του Γενικού Συμβουλίου και ο Σ. Παυλίδης, πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου, που συμφωνούσε με την άποψη της Ελληνικής Αποστολής, δηλαδή της μετανάστευσης. Από την άλλη μεριά, η συντριπτική πλειοψηφία των προσφύγων ήταν υπέρ της μετανάστευσης . 
Τέλος, στις 10 Σεπτέμβρη του 1919 έγινε στο Καρς έκτακτη συνέλευση των μελών του Εθνικού Συμβουλίου, με πρόεδρο τον Στυλιανό Παυλίδη, για να συζητηθεί το θέμα της μετανάστευσης. Η συζήτηση κράτησε εφτά μέρες. Η πλειοψηφία των μελών φώναζε επιδοκιμαστικά: «Να φύγουμε. Να φύγουμε». Παρά την επιχειρηματολογία του Κάλτσεφ, δηλαδή, να παραμείνουν στην περιοχή και ίσως κάποιων μελών της Ελληνικής Αποστολής (Σημ.: Ο Κάλτσεφ αναφέρει πως ο Καζαντζάκης και ο Κωνστανταράκης ήταν υπέρ της παραμονής. Κάτι τέτοιο όμως δεν διασταυρώνεται από άλλη πηγή) η άποψη της παραμονής μειοψήφισε και προκρίθηκε η της μετανάστευσης.

Ιωάννης Φ. Καζταρίδης

Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah