Λαμπριάτικες προετοιμασίες

Σάββατο 6 Απριλίου 2013

Ο απλός λαός ονοματίζει το Πάσχα, Πασχαλιά και κυρί­ως Λαμπρή. Με αυτή την καθοριστικά λαμπιρίζουσα λέξη στο μυαλό, οι νοικοκυρές συναγωνίζονται πασχαλιάτικα στην «καθαριότητα». Προσπαθούν όλα γύρω τους στο περιβάλλον και στα κατάβαθα της ψυχής τους να είναι λαμπρά, λαμπερά, λαμπιρίζοντα, λαμπριάτικα!
Με την έναρξη της Μεγάλης Σαρακοστής αρχίζουν οι προετοιμασίες, πρώτα οι εσωτερι­κές, οι πνευματικές, της ψυχής καλύτερα. Νη­στεύουν για να φθάσουν πανέτοιμες στη Με­γάλη Εβδομάδα πρωτίστως, και ύστερα με προσευχές, συγνώμες κι εξομολογήσεις να οδηγηθούν στη μέρα της Ανάστασης. Εν τω μεταξύ οι επιταγές για απαράβατη αφοσίωση στις προσταγές της παράδοσης δεν αφήνουν περιθώρια στην ολιγωρία.
Οι ασβεστόπετρες που έλιωσαν με την προσθήκη νερού στα βαρέλια της καπνοφυτείας, απέδωσαν τη γαλακτερή κρέμα τους. Τώρα πια πολτοποιημένες «αδημονούσαν» να φτάσουν στον προορισμό τους. 
Ν' ασπρί­σουν τον περιβάλλοντα χώρο, να εξαγνίσουν τον βιότοπο. Οι νοικοκυρές μετέφραζαν πως ανάμεσα στο «λάμπρυνόν μου την στολήν της ψυχής» και τον λαμπερό, παστρικό περί­γυρο, υπήρχε σύνδεση.
Έπαιρναν τη βούρτσα στα χέρια (από καλαμποκόφυλλα) κι έπαιζαν με το λουλακιασμένο ασβέστη, καλοδιάθετα. Τον «έβαζαν» ν' αναρριχηθεί πάνω στους τοίχους, στο μέσα και έξω των σπιτιών, να «σκαρφαλώσει στους κορ­μούς των δέντρων της αυλής, να «ξαπλώσει» πάνω στα λιθάρια που περιέβαλαν τα παρτέρια του κήπου, να τον «απλώσουν» στα πεζούλια των δρόμων και τελευταία υποχρέωναν το αυτοσχέ­διο «πινέλο» να γλύψει τους λαδοτενεκέδες με τους πανσέδες, τις βιολέτες , τις αζαλέες, τους βασιλικούς και τις μαντζουράνες στο περιεχόμενο τους.
 Πάνω στην ώρα της χαράς από το φτάσιμο του τέλους, και στην ανακούφιση από την απαλλαγή του κοψομεσιάσματος, εμφανίζονταν ο ήλιος. Ως ειδικός απεσταλ­μένος μιάς κάποιας άνωθεν εντολής, έβγαινε πίσω από τα σύν­νεφα για να κάνει επιθεώρηση. Πάσχιζε με τις φωτεινές ακτίνες του να βγάλει στο φανερό τα στραβοβουρτσίσματα, να απο­νέμει μπράβο στις επιτυχίες, να μοιράσει επαίνους και να δε­χτεί χαμόγελα χαράς και ευαρέσκειας. Όλα, καθώς του πρέπει Εκείνου, ήταν στο τέλειο.
Γιαυτό και ο ήλιος, — ως ο βασιλιάς της ημέρας- διάλεγε το πιο λαμπερά — λαμπρό, άσπρο να το φωτίσει. Ευχαριστημένος έτσι αποφάσιζε να πιάσει κουβέντα με τα άσπρα σύννεφα στα χαμηλά και στο βάθος του ορίζοντα, που είχαν τάμα, να στήσουν πια το σκηνικό της χαρμολύπης.
Η εκκλησία του χωριού δεν έμενε αδρανής .Τέντωνε τον ψηλό λαιμό στο καμπαναριό, για να φθάσει στο διάσελο του ουρανού, να αφουγκραστεί τα μηνύματα των ημερών, για να προσθέσει με τη σειρά της το δικό της θρηνολάλημα στο διαλάλημα της μυ­στηριακής μέθεξης, που προηγείται της Ανάστασης.
Τη Μεγάλη της χριστιανοσύνης Εβδομάδα, το σκηνικό της προετοιμασίας αλλάζει. Το ολότελα διαφορετικό πλανάται τώρα στην ατμόσφαιρα των ιερών ναών. Στις θαμπερά φωτισμένες εκκλησίες από αναμμένα μελισσοκέρια, το φως τρεμουλιαστό διώχνει το σκοτάδι, οι κανδήλες που καίνε λαδάκι στο φυτίλι, διαχέουν τις φωτοσκιά­σεις τους, και ο ταπεινός ιερέας προσηλωμένος στο τυ­πικό των καθηκόντων του, τελετουργεί. Μαζί του οι ιε­ροψάλτες ιερουργούν ιδιότυπα.
 Όχι ακριβώς πένθιμα ή πονεμένα, ούτε γλυκερά και διάφορα, αλλά ευλαβικά και ανακουφιστικά. Την ίδια στιγμή , ίσως κι αθέλητα σπρώχνουν τους δείκτες στα ρο­λόγια με μελωδικούς ύμνους. Περνάνε από το εξομολογητήριο και ξεπερνούν τις ώρες, το χρόνο, τις ημέρες με ήχους ευλάβειας. Επιθυμούν να δώσουν το καλό παράδειγμα για να φτάσουν όλοι μαζί γρηγορότερα, με ψαλμούς και δεήσεις, στο «Χριστός Ανέστη».
Οι μικρομάνες συμφωνούν, αλλά και αγωνιούν. Διότι κοντεύει να τελειώσει η μαρμελάδα από κεράσια, το ρετσέλι από φράουλες, το παστέλι από μούρα και το κυδωνόπαστο που είχαν με τα χεράκια τους φτιάσει, (σε προσδιορισμένο χρόνο, ειδικά για τις ημέρες των Παθών).
Τα παιδιά δεν αντέχουν στη πολυήμερη νηστεία, και δεν χορταίνουν εύκολα με νερωμένες φέτες ψωμιού, πασπαλισμένες με ζάχαρη. Ο μπακάλης δεν δίνει ευχαρίστως τον χαλβά, το ταχίνι και τη θρεψίνη βερεσέ, που πρόκειται να ξεχρεωθεί στο πούλημα των καπνών. Αλλά, και σαν να μην έφθα­νε το ξόδεμα των τροφίμων για τη νηστεία από το κελάρι του σπιτιού, με την πείνα στο κόκκινο, έμπαιναν στη μέση και οι μυρωδιές που ξεσήκωναν την όρεξη.
Ήταν σαν να πάσχιζαν, να εκβι­άσουν την αντίσταση των πιστών στους πειρασμούς και ταυτόχρονα να δαμάσουν τις επιθυμίες, παράλληλες με τις από αιώνων επιταγές «ο εγκρατής κύριος εαυτού εισί». Γαργαλούσαν με τη μυ­ρωδιά τους την όρεξη, τα λαγήνια (πήλινα δοχεία) με τους φυλαγμένους καβουρμάδες, το χοι­ρινό λίπος και τα χοιρομέρια τα καπνιστά στ' άχυρα, που πρόσφατα ξεσήκωσαν απ' την καταπακτή. 
Τα έβγαζαν εξεπίτηδες από τον χώρο διατήρησης (ανύπαρκτα τότε τα ψυγεία) και τα αράδιαζαν στο λιακωτό, προκειμένου να χορτάσουν ήλιο και να απαλλα­γούν από τη μυρωδιά της κλεισούρας.
 Εκεί, τα προψημένα κρεατικά, με το σκόρδο και τα λογιών — λογιών μυρωδικά, σε αντάλ­λαγμα των περιποιήσεων, απέπνεαν οσμές γαργαλιστικές στις επιθυμίες, που ξεσήκωναν την όρεξη.
Σαν αντίδοτο στη μέθεξη από τις μυρουδιές προέτασσαν την απασχόληση.
Έτρεχαν μικροί — μεγάλοι στο λαχανόκηπο να ποτίσουν τα μαρουλάκια, να δροσίσουν το μαϊντανό, το δυόσμο, τον άνηθο. Ύστερα με τον ίδιο ενθουσιασμό να αραιώσουν τα κρεμμυδάκια, τα ραπανάκια, τα σπανάκια και όλα όσα από τα κηπευτικά θα στόλιζαν το πασχαλινό τραπέζι ή θα ενίσχυ­αν τη νοστιμιά της μαγειρίτσας. «Θα καλέσουμε και τον Νικήτα» το όμορφο παλικάρι της γειτονιάς σκέπτεται η «μεγαλοκόρη» (μόλις δεκαοχτώ χρόνων») της οικογένειας και πιάνει το τραγούδι, για να μην ακουστεί το σκίρτημα της καρδιάς της!
Ο παππούς που την ακούει, σκαρφαλωμένος για το κορφολόγημα στα ασουλούπωτα νέα κλαράκια με τις παραφυάδες στην κλη­ματαριά, ανοίγει υπαινικτικά το ψαλίδι: «Α', όλα κι όλα, θα κόφτω τη γλώσσα σ'...» λέει με νόημα. «Γίνεται να τραγουδάς σεβταλίδικα, Μεγαλοβδομαδιάτικα;»
Η γιαγιά , θυμάται τα δικά της, και κρυφογελά. Ωστόσο, επιτήδεια περνά χαμηλόφωνα στα εκκλησιαστικά. Σώζει την κα­τάσταση ψιθυρίζοντας «Τον Νυμφώνα σου βλέπω ...». Ύστερα ψέλνει υμνωδίες των βυζαντινών υμνογράφων κι όσοι πα­ραβρίσκονται την ακολουθούν, με κρυφή την απορία.
 Πώς γίνεται να ξέρει τόσο πολλά!
Το δειλινό, πριν πάνε οικογενειακώς στη εκκλησία, κάθονται γύρω από το χαμηλό σοφρά για να καθαρίσουν τα καρύδια, να ασπρίσουν τα αμύγδαλα, να αποφλοιώσουν τα φουντούκια, να ξεκοτσανίσουν τις σταφίδες.
 Προετοιμάζουν τα υλικά για τα τσου­ρέκια που η μάνα θα ζυμώσει πάνω στα «βαθιά» ξημερώματα της Μεγάλης Πέμπτης. Πρέπει να προλάβει η ζύμη να κοιμηθεί, πριν ξυπνήσει η οικογένεια. Μετά το πρωινό εγερτήριο οι δουλειές που τους περιμένουν δεν είναι λίγες. Να πλάσουν τις λαμπροκουλούρες, να στολίσουν τις «πασχαλίτσες», να κάνουν κουλουράκια κοτσιδωτά, να βάψουν αυγά, λιγοστά βέβαια, όσα και τα μέλη της οι­κογένειας. 
Πρόκειται για κόκκινα αυγά της κόκκινης Πέμπτης. Θα τα πάνε μαζί με το σιτάρι και το δεμένο στο μαντήλι αλάτι, θα τα εναποθέσουν κάτω από το αναλόγιο, από το ύψος του οποίου ο παπάς θα διαβάσει τα δώδεκα Ευαγγέλια.
Προς το μεσημέρι κι όταν η μυρωδιά της ψημένης κόρας ειδοποιεί για το ξεφούρνισμα, ανοίγουν τη χρησμένη πόρτα του φούρνου. Ξεφουρνίζουν κι όσο είναι ζεστές οι λαμπροκουλούρες γίνεται η διανομή. Ένα τσουρέκι θα δώσουν στον κάτοχο του φούρνου, ένα στην οικογένεια του γυναικάδελφου που έχουν άρρωστη τη μάνα, άλλο στη γειτό­νισσα που «έχασε τον άνδρα της, άλλο και άλλο, σε άλλους ανήμπορους του χωριού.
Με φανερή την αλληλεγγύη (υπολογίσιμη συμπεριφορά στη βίωση του κλίματος της αγάπης), η Μεγάλη Παρασκευή προσκαλούσε με πένθιμες καμπανοκρουσίες τους πιστούς. Υπάκουοι μικροί και μεγάλοι έτρε­χαν στις εκκλησιές τις λαμπροφορεμένες από το πρωί, για να ακούσουν τα τετραβάγγελα κι άφηναν τις κου­ζίνες «αλειτούργητες».
Η παράδοση υπαγόρευε και η νοικοκυρά πίστευε, πως η κατσαρόλα στη φωτιά δεν είχε θέση την ημέρα του Επιτάφιου Θρήνου. Τα νεκρικά έθιμα για τους κοινούς ανθρώπους βρίσκουν την προσαρμογή τους στην ημέρα που ο Υιός του Θεού αποκαθηλώνεται για τη «Ζωή εν τάφω».
Το πένθος εί­ναι γενικό αλλά περιέργως πως, δεν διαχέει θλίψη και δεν αντικαθιστά την αισιοδοξία και την προσμονή. Το κλίμα της χαρμολύπης αρμόζει τους.
Το Μεγάλο Σάββατο, που περιμένει πίσω από το χάραμα της ανατολής, ανασκουμπώνεται για να στή­σει επιδέξια τις γέφυρες που θα μεσολαβήσουν για το πέρασμα από το θαμπό στο λαμπερό, από το ξόδιασμα της λύπη στη χαρά, από τα υγρά μάτια που θολώνονται, στο φως, στη λαμπρότερη λαμπρότητα της Λα­μπρής. 
Χριστός Ανέστη.

Νόρα Κωνσταντινίδου








Πηγη: Περιοδικό "ΠΟΝΤΙΑΚΑ"

Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah