Στις αρχές του 20ού αιώνα, οι σχέσεις του ελληνόφωνου χωριού Αφσάρι (με 350 κατοίκους) της περιοχής των Φαράσων της Καππαδοκίας, που ολόκληρο μιλούσε το νεοελληνικό φαρασιώτικο γλωσσικό ιδίωμα, ήταν πολύ αγαθές με τους γείτονές τους Τούρκους και έρχονταν συχνά σε επικοινωνία μαζί τους. Συνδέονταν ακόμη και με φιλία, όπως ο παππούς μου Βασίλης, που τον εκτιμούσαν πολύ οι Τούρκοι.
Κοντά στο Αφσάρι υπήρχαν τα τουρκικά χωριά Σαχλάρι (Şihli) με 200 οικογένειες και μιάμιση ώρα απόσταση με τα πόδια από το Αφσάρι, το Γενίκιοϊ (Yenikoy) με 80 οικογένειες και μιάμιση ώρα και αυτό και το Γαράκοϊ (Karakoy) με 100 οικογένειες και μια ώρα από το Αφσάρι, από τις οποίες οι 75 ήταν αρμένικες και οι 25 μόνον τουρκικές.
Συχνά οι Τούρκοι από τα προαναφερόμενα τουρκικά χωριά επισκέπτονταν το Αφσάρι, για να αγοράσουν διάφορα γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα και να διεκπεραιώσουν και διάφορες εργασίες τους, γιατί σ' αυτό υπήρχαν σιδηρουργεία και οπλουργείο κυνηγετικών όπλων. Παράγγελναν, επίσης, και διάφορα γεωργικά ξύλινα εργαλεία, όπως αλέτρια. Επιπλέον, το κάθε σπίτι είχε και τον δικό του αργαλειό, όπου οι γυναίκες ύφαιναν, και για τους Τούρκους, με πληρωμή, πλουμισμένα υφαντά (με υφαντές διακοσμήσεις).
Ιδιαίτερα κατά την περίοδο των εργασιών του καλοκαιριού, συχνά έρχονταν Τούρκοι από τα γειτονικά χωριά και δούλευαν στο Αφσάρι, κυρίως ως θεριστές και λιχνιστές, και μερικοί και ως τσοπάνηδες, ολόκληρο τον χρόνο. Στο τουρκόφωνο ελληνικό χωριό Χοστσά, της περιοχής των Φαράσων, δούλευαν οι Τούρκοι και ως χουσμεκέρηδες (υπηρέτες με πληρωμή) στους Έλληνες ολόκληρο τον χρόνο. Τούρκους χουσμεκέρηδες, για ολόκληρο τον χρόνο, είχε και ένα Αφσαρώτης.
Οι Τούρκοι των γειτονικών τουρκικών χωριών επισκέπτονταν το Αφσάρι και κατά τις μεγάλες χριστιανικές γιορτές του Πάσχα και των Φώτων. Κυρίως το επισκέπτονταν κατά τ δεύτερη μέρα του Πάσχα και παρακολουθούσαν ακόμη και τη θεία λειτουργία στην εκκλησία του χωριού, που βρισκόταν στο κέντρο του χωριού.
Ύστερα από την απόλυση της εκκλησίας, πήγαιναν όλοι οι κάτοικοι στα μνήματα και εκεί μοίραζαν οι γυναίκες στα παιδιά αυγά, καρύδια, αμύγδαλα και σταφίδες. Εκεί έρχονταν και Τουρκόπουλα (= γονόκοι στα αφσαρώτικα) από τα γειτονικά χωριά, για να πάρουν από αυτά που μοίραζαν στα παιδιά.
Μάλιστα, οι Αφσαρώτες, πρώτα έδιναν στα Τουρκόπουλα και μετά στα δικά τους. Κατόπιν επέστρεφαν πάλι μπροστά στην εκκλησία, όπου τραγουδούσαν και χόρευαν, άντρες και γυναίκες. Ύστερα μαζεύονταν στην πλατεία, κοντά στην εκκλησία, όπου έτρωγαν όλοι μαζί, από φαγητά που έφερναν όλοι από τα σπίτια τους, πάνω στις επίπεδες στέγες των σπιτιών, στα λεγόμενα δώματα, που ήταν καμωμένα από χώμα πατημένο με βαριούς κυλίνδρους (τα τσυλίντρα).
Ο παπάς, μαζί με τις αρχές του χωριού, κι ένας άντρας από κάθε σπίτι, έτρωγαν στο δώμα ενός μεγάλου σπιτιού, που βρισκόταν δίπλα στην εκκλησία.
Σε όλες αυτές τις εκδηλώσεις συμμετείχαν και οι Τούρκοι επισκέπτες, στους οποίους παρείχαν, μάλιστα, ιδιαίτερη περιποίηση.
Οι Τούρκοι επισκέπτονταν το χωριό και τα Φώτα, για να δουν τα καρναβάλια, στα οποία οι Αφσαρώτες νέοι παρίσταναν τη γκαμήλα, τον γαμπρό, τη νύφη και τον γέρο που προσπαθούσε να σκοτώσει τον γαμπρό και να αρπάξει τη νύφη.
Του Αγίου Πνεύματος γιόρταζαν τη γιορτή, τα Λίταρα, σε μια τοποθεσία μια ώρα έξω από το χωριό, όπου τελούσαν τη θεία λειτουργία σε μια ερειπωμένη, πολύ παλαιά, εκκλησία, από την οποία σώζονταν μόνον οι τοίχοι και η Αγία Τράπεζα.
Ύστερα από τη λειτουργία έτρωγαν και γλεντούσαν και έκαναν και αγώνες σκοποβολής. Στη γιορτή αυτή δεν έπαιρναν μέρος οι Τούρκοι.
Και οι Αφσαρώτες επισκέπτονταν τα γύρω τουρκικά χωριά, ιδίως τα μεγάλα, όπου πουλούσαν διάφορα γεωργοκτηνοτροφικά προϊόντα, όπως βούτυρο, μέλι και φασόλια, και έκαναν και διάφορα ψώνια, γιατί εκεί υπήρχαν και μερικά μικρομάγαζα και ψιλικαντζίδικα. Ψιλικά πουλούσαν στο Αφσάρι και Αρμένιοι γυρολόγοι από τα γύρω αρμενικά χωριά. Περνούσαν από αυτό και οι Αϊντινλήδες (Αϊτινλούδοι) με τις καμήλες τους, που έρχονταν από το Αϊδίνι της Σμύρνης.
Επίσης περνούσαν από το χωριό Αφσάρι και Τσερκέζοι, με τα άλογα τους, και πουλούσαν κομμένον πακεταρισμένο καπνό, ακόμη και βερεσέ. Σε περίπτωση, όμως, που δεν τους πλήρωναν το χρέος, έπαιρναν από το σπίτι του οφειλέτη με τη βία, για ξεπλήρωμα του χρέους του, ό,τι ήθελαν. Πάντως, οι Αφσαρώτες είχαν πολύ περισσότερες σχέσεις με τους Τούρκους παρά με τους Αρμένιους. Γενικά με τους Τούρκους είχαν αγαθές σχέσεις και περνούσαν καλά.
Στο Αφσάρι είχε εγκατασταθεί, από το 1915, και μια φτωχή τουρκική οικογένεια, με την οποία διατηρούσαν οι Αφσαρώτες αγαθότατες σχέσεις και τη βοηθούσαν με προθυμία στις διάφορες ανάγκες των μελών της, σπέρνοντας ακόμη και τα χωράφια της.
Πρόβλημα επάρκειας καλλιεργήσιμων εκτάσεων δεν υπήρχε, γιατί υπήρχαν μεγάλες εκτάσεις ανεκμετάλλευτες και μπορούσε η κάθε οικογένεια να καλλιεργήσει όσα στρέμματα ήθελε.
Αλλά και ο οικογενειάρχης της φτωχής τουρκικής οικογένειας, που ήταν περίπου σαράντα ετών, βοηθούσε και αυτός πολύ τους Αφσαρώτες.
Ιδιαίτερα, όταν μάθαινε ότι πρόκειται να πάνε στο χωριό Τούρκοι τσέτες (παραστρατιωτικοί) ή ότι σε γειτονικό χωριό, ελληνικό ή αρμενικό, έκαναν Τούρκοι τσέτες καταστροφές ή φόνους, όπως, όταν τον Μάρτιο του 1923 σκότωσαν τους Αρμένιους του Γενίκιοϊ και τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς έκαψαν μέσα στην εκκλησία τους Έλληνες του τουρκόφωνου ελληνικού χωριού Κερούμτσα, αυτός, καθώς και Τούρκοι από το γειτονικό τουρκικό χωριό Σαχλαρί, ειδοποίησαν έγκαιρα τους Αφσαρώτες να φύγουν από το Αφσάρι, μέχρι να περάσει η μπόρα.
Το μόνο μελανό σημείο ανάμεσα στους Αφσαρώτες και τους Τούρκους, όχι, όμως, με τους γείτονές τους, αλλά τους τσέτες, που δεν προέρχονταν από γειτονικά χωριά, συνέβη τον Απρίλιο του 1923. Πήγαν, μια μέρα, Τούρκοι τσέτες στο Αφσάρι και ζήτησαν χρήματα. Μάζεψαν τους πιο διακεκριμένους άντρες στο σπίτι του Γιουβάν Κεχά, που είχε κάνει αρκετά χρόνια πρόεδρος της κοινότητας.
Οι άλλοι Έλληνες κάτοικοι, ιδίως οι νέοι και οι νέες είχαν κρυφτεί. Δύο νιόπαντρες νύφες, η μία από τις οποίες ήταν νύφη του νέου προέδρου, κρύφτηκαν στο σπίτι, στο άνοιγμα του τζακιού, φτιάχνοντας μπροστά τοίχο από ξερολιθιά και βάζοντας και στρώματα, για να μην τις ανακαλύψουν οι τσέτες.
Επειδή αρνήθηκαν οι Έλληνες να δώσουν χρήματα, ερεύνησαν τα σπίτια του χωριού. Τελικά, επειδή δεν συμπλήρωσαν το ποσό των χρημάτων που απαιτούσαν οι τσέτες, αυτοί έβαλαν φωτιά στο σπίτι του νέου προέδρου και στα σπίτια των δύο αδελφών του, που αποτελούσαν ένα οικοδομικό συγκρότημα. Έτσι, οι δύο κρυμμένες γυναίκες πέθαναν από ασφυξία. Την άλλη μέρα πήγε η αστυνομία από την Κίσκα για κάσφι (νεκροψία, τουρκικά keşf) και πληρώθηκε, μάλιστα, για τον κόπο της από τον πρόεδρο.
Επίσης, την ίδια χρονιά σκότωσαν και έναν ηλικιωμένο 80 ετών από το Αφσάρι, κοντά στο ποτάμι. Η άνοιξη αυτή ήταν ητελευταία των Αφσαρωτών στο χωριό τους, γιατί το καλοκαίρι (μέσα Ιουλίου του 1923), προτού θερίσουν, το εγκατέλειψαν με όλα τα υπάρχοντα τους και πήγαν στην κωμόπολη Εβερέκι και από εκεί, ύστερα από λίγον καιρό πήγαν στη Μερσίνη της Κιλικίας, όπου ξεχειμώνιασαν, και κατόπιν, το 1924, ήρθαν με πλοίο στον Πειραιά και κατόπιν στη Μακεδονία.
Βασίλης Κ. Αναστασιάδης
(Σημ. σύνταξης: Τις πληροφορίες έδωσε στον συγγραφέα, το 1985, ο πατέρας του Κώστας Αναστασιάδης, ηλικίας τότε 86 ετών, από το Αφσάρι των Φαράσων της Καππαδοκίας. Τα Φάρασσα γράφονται και με δύο σίγμα).
Κοντά στο Αφσάρι υπήρχαν τα τουρκικά χωριά Σαχλάρι (Şihli) με 200 οικογένειες και μιάμιση ώρα απόσταση με τα πόδια από το Αφσάρι, το Γενίκιοϊ (Yenikoy) με 80 οικογένειες και μιάμιση ώρα και αυτό και το Γαράκοϊ (Karakoy) με 100 οικογένειες και μια ώρα από το Αφσάρι, από τις οποίες οι 75 ήταν αρμένικες και οι 25 μόνον τουρκικές.
Συχνά οι Τούρκοι από τα προαναφερόμενα τουρκικά χωριά επισκέπτονταν το Αφσάρι, για να αγοράσουν διάφορα γεωργικά και κτηνοτροφικά προϊόντα και να διεκπεραιώσουν και διάφορες εργασίες τους, γιατί σ' αυτό υπήρχαν σιδηρουργεία και οπλουργείο κυνηγετικών όπλων. Παράγγελναν, επίσης, και διάφορα γεωργικά ξύλινα εργαλεία, όπως αλέτρια. Επιπλέον, το κάθε σπίτι είχε και τον δικό του αργαλειό, όπου οι γυναίκες ύφαιναν, και για τους Τούρκους, με πληρωμή, πλουμισμένα υφαντά (με υφαντές διακοσμήσεις).
Ιδιαίτερα κατά την περίοδο των εργασιών του καλοκαιριού, συχνά έρχονταν Τούρκοι από τα γειτονικά χωριά και δούλευαν στο Αφσάρι, κυρίως ως θεριστές και λιχνιστές, και μερικοί και ως τσοπάνηδες, ολόκληρο τον χρόνο. Στο τουρκόφωνο ελληνικό χωριό Χοστσά, της περιοχής των Φαράσων, δούλευαν οι Τούρκοι και ως χουσμεκέρηδες (υπηρέτες με πληρωμή) στους Έλληνες ολόκληρο τον χρόνο. Τούρκους χουσμεκέρηδες, για ολόκληρο τον χρόνο, είχε και ένα Αφσαρώτης.
Ύστερα από την απόλυση της εκκλησίας, πήγαιναν όλοι οι κάτοικοι στα μνήματα και εκεί μοίραζαν οι γυναίκες στα παιδιά αυγά, καρύδια, αμύγδαλα και σταφίδες. Εκεί έρχονταν και Τουρκόπουλα (= γονόκοι στα αφσαρώτικα) από τα γειτονικά χωριά, για να πάρουν από αυτά που μοίραζαν στα παιδιά.
Μάλιστα, οι Αφσαρώτες, πρώτα έδιναν στα Τουρκόπουλα και μετά στα δικά τους. Κατόπιν επέστρεφαν πάλι μπροστά στην εκκλησία, όπου τραγουδούσαν και χόρευαν, άντρες και γυναίκες. Ύστερα μαζεύονταν στην πλατεία, κοντά στην εκκλησία, όπου έτρωγαν όλοι μαζί, από φαγητά που έφερναν όλοι από τα σπίτια τους, πάνω στις επίπεδες στέγες των σπιτιών, στα λεγόμενα δώματα, που ήταν καμωμένα από χώμα πατημένο με βαριούς κυλίνδρους (τα τσυλίντρα).
Ο παπάς, μαζί με τις αρχές του χωριού, κι ένας άντρας από κάθε σπίτι, έτρωγαν στο δώμα ενός μεγάλου σπιτιού, που βρισκόταν δίπλα στην εκκλησία.
Σε όλες αυτές τις εκδηλώσεις συμμετείχαν και οι Τούρκοι επισκέπτες, στους οποίους παρείχαν, μάλιστα, ιδιαίτερη περιποίηση.
Οι Τούρκοι επισκέπτονταν το χωριό και τα Φώτα, για να δουν τα καρναβάλια, στα οποία οι Αφσαρώτες νέοι παρίσταναν τη γκαμήλα, τον γαμπρό, τη νύφη και τον γέρο που προσπαθούσε να σκοτώσει τον γαμπρό και να αρπάξει τη νύφη.
Του Αγίου Πνεύματος γιόρταζαν τη γιορτή, τα Λίταρα, σε μια τοποθεσία μια ώρα έξω από το χωριό, όπου τελούσαν τη θεία λειτουργία σε μια ερειπωμένη, πολύ παλαιά, εκκλησία, από την οποία σώζονταν μόνον οι τοίχοι και η Αγία Τράπεζα.
Ύστερα από τη λειτουργία έτρωγαν και γλεντούσαν και έκαναν και αγώνες σκοποβολής. Στη γιορτή αυτή δεν έπαιρναν μέρος οι Τούρκοι.
Και οι Αφσαρώτες επισκέπτονταν τα γύρω τουρκικά χωριά, ιδίως τα μεγάλα, όπου πουλούσαν διάφορα γεωργοκτηνοτροφικά προϊόντα, όπως βούτυρο, μέλι και φασόλια, και έκαναν και διάφορα ψώνια, γιατί εκεί υπήρχαν και μερικά μικρομάγαζα και ψιλικαντζίδικα. Ψιλικά πουλούσαν στο Αφσάρι και Αρμένιοι γυρολόγοι από τα γύρω αρμενικά χωριά. Περνούσαν από αυτό και οι Αϊντινλήδες (Αϊτινλούδοι) με τις καμήλες τους, που έρχονταν από το Αϊδίνι της Σμύρνης.
Επίσης περνούσαν από το χωριό Αφσάρι και Τσερκέζοι, με τα άλογα τους, και πουλούσαν κομμένον πακεταρισμένο καπνό, ακόμη και βερεσέ. Σε περίπτωση, όμως, που δεν τους πλήρωναν το χρέος, έπαιρναν από το σπίτι του οφειλέτη με τη βία, για ξεπλήρωμα του χρέους του, ό,τι ήθελαν. Πάντως, οι Αφσαρώτες είχαν πολύ περισσότερες σχέσεις με τους Τούρκους παρά με τους Αρμένιους. Γενικά με τους Τούρκους είχαν αγαθές σχέσεις και περνούσαν καλά.
Στο Αφσάρι είχε εγκατασταθεί, από το 1915, και μια φτωχή τουρκική οικογένεια, με την οποία διατηρούσαν οι Αφσαρώτες αγαθότατες σχέσεις και τη βοηθούσαν με προθυμία στις διάφορες ανάγκες των μελών της, σπέρνοντας ακόμη και τα χωράφια της.
Πρόβλημα επάρκειας καλλιεργήσιμων εκτάσεων δεν υπήρχε, γιατί υπήρχαν μεγάλες εκτάσεις ανεκμετάλλευτες και μπορούσε η κάθε οικογένεια να καλλιεργήσει όσα στρέμματα ήθελε.
Αλλά και ο οικογενειάρχης της φτωχής τουρκικής οικογένειας, που ήταν περίπου σαράντα ετών, βοηθούσε και αυτός πολύ τους Αφσαρώτες.
Ιδιαίτερα, όταν μάθαινε ότι πρόκειται να πάνε στο χωριό Τούρκοι τσέτες (παραστρατιωτικοί) ή ότι σε γειτονικό χωριό, ελληνικό ή αρμενικό, έκαναν Τούρκοι τσέτες καταστροφές ή φόνους, όπως, όταν τον Μάρτιο του 1923 σκότωσαν τους Αρμένιους του Γενίκιοϊ και τον Απρίλιο της ίδιας χρονιάς έκαψαν μέσα στην εκκλησία τους Έλληνες του τουρκόφωνου ελληνικού χωριού Κερούμτσα, αυτός, καθώς και Τούρκοι από το γειτονικό τουρκικό χωριό Σαχλαρί, ειδοποίησαν έγκαιρα τους Αφσαρώτες να φύγουν από το Αφσάρι, μέχρι να περάσει η μπόρα.
Το μόνο μελανό σημείο ανάμεσα στους Αφσαρώτες και τους Τούρκους, όχι, όμως, με τους γείτονές τους, αλλά τους τσέτες, που δεν προέρχονταν από γειτονικά χωριά, συνέβη τον Απρίλιο του 1923. Πήγαν, μια μέρα, Τούρκοι τσέτες στο Αφσάρι και ζήτησαν χρήματα. Μάζεψαν τους πιο διακεκριμένους άντρες στο σπίτι του Γιουβάν Κεχά, που είχε κάνει αρκετά χρόνια πρόεδρος της κοινότητας.
Οι άλλοι Έλληνες κάτοικοι, ιδίως οι νέοι και οι νέες είχαν κρυφτεί. Δύο νιόπαντρες νύφες, η μία από τις οποίες ήταν νύφη του νέου προέδρου, κρύφτηκαν στο σπίτι, στο άνοιγμα του τζακιού, φτιάχνοντας μπροστά τοίχο από ξερολιθιά και βάζοντας και στρώματα, για να μην τις ανακαλύψουν οι τσέτες.
Επειδή αρνήθηκαν οι Έλληνες να δώσουν χρήματα, ερεύνησαν τα σπίτια του χωριού. Τελικά, επειδή δεν συμπλήρωσαν το ποσό των χρημάτων που απαιτούσαν οι τσέτες, αυτοί έβαλαν φωτιά στο σπίτι του νέου προέδρου και στα σπίτια των δύο αδελφών του, που αποτελούσαν ένα οικοδομικό συγκρότημα. Έτσι, οι δύο κρυμμένες γυναίκες πέθαναν από ασφυξία. Την άλλη μέρα πήγε η αστυνομία από την Κίσκα για κάσφι (νεκροψία, τουρκικά keşf) και πληρώθηκε, μάλιστα, για τον κόπο της από τον πρόεδρο.
Επίσης, την ίδια χρονιά σκότωσαν και έναν ηλικιωμένο 80 ετών από το Αφσάρι, κοντά στο ποτάμι. Η άνοιξη αυτή ήταν ητελευταία των Αφσαρωτών στο χωριό τους, γιατί το καλοκαίρι (μέσα Ιουλίου του 1923), προτού θερίσουν, το εγκατέλειψαν με όλα τα υπάρχοντα τους και πήγαν στην κωμόπολη Εβερέκι και από εκεί, ύστερα από λίγον καιρό πήγαν στη Μερσίνη της Κιλικίας, όπου ξεχειμώνιασαν, και κατόπιν, το 1924, ήρθαν με πλοίο στον Πειραιά και κατόπιν στη Μακεδονία.
(Σημ. σύνταξης: Τις πληροφορίες έδωσε στον συγγραφέα, το 1985, ο πατέρας του Κώστας Αναστασιάδης, ηλικίας τότε 86 ετών, από το Αφσάρι των Φαράσων της Καππαδοκίας. Τα Φάρασσα γράφονται και με δύο σίγμα).












Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου