Μεταξύ των κατοίκων της Τουρκίας που γεννήθηκαν στην Ελλάδα και αποτελούν αντικείμενο έρευνας του Ισκένδερ Οζόι υπάρχουν κάποιες γερόντισσες οι οικογένειες των οποίων ανήκαν στην ελίτ της οθωμανικής κοινωνίας. Θυμούνται ακόμα τα σπίτια τους στην Ελλάδα, την καλαισθησία αλλά και την ατμόσφαιρα παρακμής που επικρατούσε. Ως ένα σημείο μετέφεραν τον εκλεπτυσμό και το υψηλό μορφωτικό τους επίπεδο, σε μερικές περιπτώσεις και τις επαγγελματικές τους ικανότητες, στην Τουρκία.
Μία τέτοια κυρία, η Ραζιγιέ Ογκούς, πέρασε την πρώτη δεκαετία της ζωής της σε μία έπαυλη στις όχθες της λίμνης των Ιωαννίνων, τα οποία περιήλθαν στην Ελλάδα το 1912 όταν η Ραζιγιέ ήταν ενός έτους. Ο πατέρας της ήταν επιτυχημένος δικηγόρος με πολλούς Έλληνες αλλά και Αλβανούς φίλους.
Η οικογένεια ζούσε αυστηρά και ακολουθούσε πιστά τις θρησκευτικές λειτουργίες -τις μουσουλμανικές φυσικά- αλλά στο σπίτι μιλούσαν περισσότερο ελληνικά παρά τούρκικα. Όταν έφτασαν ως μετανάστες στην πόλη Πεντίκ κοντά στην Ισταμπούλ, η Ραζιγιέ δεν ήξερε καλά τα τούρκικα, καθώς ως τότε φοιτούσε στο ελληνικό σχολείο των Ιωαννίνων και παρακολουθούσε όλα τα μαθήματα εκτός από την χριστιανική κατήχηση και την προσευχή από τις οποίες εκείνη και οι αδελφές της απουσίαζαν διακριτικά. «Τον πρώτο καιρό συνεννοούμασταν με νοήματα. Πηγαίναμε να αγοράσουμε σπίρτα και δείχναμε στον μπακάλη ένα σχέδιο.
[...] Στην αρχή δυσκολευτήκαμε να μάθουμε τούρκικα αλλά αγαπούσαμε πολύ το σχολείο μας», επιμένει η Ραζιγιέ η οποία είναι τώρα νομιμόφρων πολίτις της δημοκρατίας, αλλά στα ενενήντα της χρόνια διατηρεί την ευγενική κατατομή και τη συμπεριφορά μιας αρχόντισσας.
Η Βέντια Ελγκούν, μία άλλη μεγάλη κυρία από τη βόρεια Ελλάδα θυμάται ότι ο πατέρας της -που ήταν συνηθισμένος στην άνετη ζωή του εισοδηματία- δυσκολεύτηκε να κερδίσει τον επιούσιο στην Τουρκία. Αλλά σύντομα η οικογένεια κατάφερε να μετακομίσει στην Κερασούντα στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας όπου ο πατέρας της διηύθυνε ένα κτήμα με φουντουκιές και τους παραχωρήθηκε μία μεγάλη πρώην ελληνική έπαυλη με έναν εντυπωσιακό κήπο γεμάτο τριανταφυλλιές.
Ο πατέρας της ήταν γνωστός του Μουσταφά Κεμάλ -συμπατριώτης Θεσσαλονικιός του Κεμάλ αλλά γεννημένος σε πιο ταπεινή οικογένεια- και υπερηφανευόταν γι' αυτή την γνωριμία.
Για τους μεσοαστούς όπως η κυρία Ελγκούν και ο γιος της Αχμέντ, ένας πολύγλωσσος εισαγωγέας, ήταν φυσικό να εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες της ζωής και να θέλουν να προοδεύσουν όπου και να βρεθούν. Άνθρωποι με τέτοια προτερήματα ωφέλησαν πολύ την Τουρκία.
Αλλά μεταξύ των 400.000 περίπου μουσουλμάνων που γεννήθηκαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία την ίδια εποχή με την μικρή Βέντια και την οικογένειά της αυτά αποτελούσαν εξαιρέσεις. Οι περισσότεροι ήταν ταπεινοί, θεοσεβούμενοι άνθρωποι που ενστικτωδώς θεωρούσαν τους εαυτούς τους περισσότερο θύματα παρά συμμέτοχους στις ιστορικές εξελίξεις. Για την ακρίβεια η μεγάλη πλειοψηφία των νέων κατοίκων της Τουρκίας που είχαν γεννηθεί στην Ελλάδα παρακολουθούσε παθητικά τη διαμάχη για το οικονομικό μέλλον της χώρας από το 1920 ως το 1930 ύστερα από την χριστιανική έξοδο.
Οι βασικοί συμμέτοχοι στον αγώνα ήταν η νεόκοπη μουσουλμανική αστική τάξη (μια σκιά της χριστιανικής αντίστοιχης αλλά που συνεχώς αναπτυσσόταν), η νέα τάξη πολιτικών και γραφειοκρατών και οι ξένοι επενδυτές. Στην ευέξαπτη, ξενοφοβική ατμόσφαιρα της τουρκικής δημοκρατίας ο ρόλος αυτών των ανθρώπων ήταν ευαίσθητος.
Εκτός από την θέληση της Τουρκίας να ξεφορτωθεί την χριστιανική της μειονότητα - που θεωρούνταν ο δούρειος ίππος του ξένου κεφαλαίου - ένας από τους βασικούς στόχους της Τουρκίας στην Λωζάννη ήταν να βάλει τέλος στα οικονομικά προνόμια που απολάμβαναν οι ξένοι οι οποίοι «είχαν αποξενώσει τους Τούρκους μέσα στην ίδια τους την πατρίδα», σύμφωνα με την γνώμη μεγάλης μερίδας του πληθυσμού. Εν μέρει πέτυχαν το στόχο τους καθώς οι "δρομολογήσεις" χάρη στις οποίες οι ξένες εταιρείες και οι αντιπρόσωποι τους απολάμβαναν νομικά και φορολογικά προνόμια καταργήθηκαν άμεσα. Αλλά οι δυτικές δυνάμεις κατάφεραν τελικά να αποσπάσουν κάποια οικονομικά οφέλη στη Λωζάννη. Διεκδίκησαν και πέτυχαν να μην αυξήσει η Τουρκία τους δασμούς των εισαγόμενων ειδών τουλάχιστον για τα επόμενα έξι χρόνια.
Το αποτέλεσμα ήταν να δημιουργηθεί ένα οικονομικό περιβάλλον, που κράτησε ως το 1929 περίπου, το οποίο απέφερε κέρδη τόσο στις ξένες εταιρείες όσο και στη νέα γενιά Τούρκων επιχειρηματιών. Με διαφορετικούς τρόπους οι δύο τους μοιράστηκαν την πίτα που άφησαν πίσω τους οι χριστιανοί.
Οι ξένες εταιρείες που έκαναν δουλειές στην Τουρκία συχνά πιέζονταν από τις αρχές να απολύσουν το μη μουσουλμανικό τεχνικό τους προσωπικό (οι περισσότεροι Έλληνες και Αρμένιοι) και να τους αντικαταστήσουν με μουσουλμάνους Τούρκους, αλλά δεν ήταν πάντα εύκολο να βρεθούν άνθρωποι με τα ανάλογα προσόντα. Χάρις όμως στους κανόνες που είχαν θεσπιστεί στη Λωζάννη οι ξένες εταιρείες μπόρεσαν να διατηρήσουν και να αυξήσουν τις εισαγωγές τους σε μία Τουρκία που παρήγε ελάχιστα είδη. Υπήρξαν και κάποιες νέες επενδύσεις στον κατασκευαστικό τομέα με πολύ περισσότερα ξένα κεφάλαια παρά τούρκικα. Και εκεί η έλλειψη ορισμένων σημαντικών ανταγωνιστών - των επιχειρηματικών αυτοκρατοριών που κάποτε ανήκαν σε'Ελληνες" ή Αρμένιους οθωμανούς - αποτέλεσε θείο δώρο για Τούρκους και ξένους.
Το κλίμα όμως σε ολόκληρη τη χώρα άλλαξε ριζικά ύστερα από το κράχ του 1929, το οποίο κατάφερε ένα ισχυρότατο χτύπημα στην ευάλωτη αστική και εμπορική τάξη. Το επόμενο έτος πτώχευσαν περισσότερες από 1.000 εταιρείες στην Ισταμπούλ και τη Σμύρνη. Αυτό άνοιξε το δρόμο για μία εντελώς νέα φάση στην ιστορία της Τουρκίας, κατά την οποία η κρατική γραφειοκρατία απέκτησε το πάνω χέρι και έθεσε σε εφαρμογή ένα εντατικό, σχεδόν σοβιετικού τύπου πρόγραμμα εκβιομηχάνισης, που ήταν σχεδιασμένο να προστατεύσει τη χώρα από τα σκαμπανεβάσματα της παγκόσμιας οικονομίας. Ορισμένες νέες βιομηχανίες ήταν εξ ολοκλήρου κρατικές. Αλλες ανήκαν θεωρητικά σε ιδιώτες, αλλά η ύπαρξή τους στηριζόταν στους δεσμούς τους με το καθεστώς. Αποτέλεσμα της νέας εκστρατείας για τον έλεγχο της οικονομίας από το κράτος ήταν να σφίξουν τα λουριά του πολιτικού ελέγχου. Παγιώθηκε το μονοκομματικό κράτος και εντάθηκε η προώθηση της τουρκικής εθνικιστικής ιδεολογίας. Η πολιτική δύναμη που ίσως θα ήταν σε θέση να μετριάσει αυτές τις εξελίξεις -οι μετριοπαθείς επικεφαλής των οποίων ήταν ο Χουσεΐν Ραούφ που είχαν υψώσει τη φωνή τους υπέρ των προσφύγων από την Ελλάδα- είχαν προ πολλού εξουδετερωθεί. Στο τέλος της δεκαετίας του 1930 η Τουρκία ήταν ένα αυταρχικό, μερικώς βιομηχανοποιημένο κράτος στο οποίο η εξουσία ήταν κατοχυρωμένη στην πολιτική ελίτ και τους φιλικά προσκείμενους επιχειρηματίες.
Αυτή η σχέση διαπλοκής διευκολυνόταν από το γεγο νός ότι και οι δύο πλευρές -οι πολιτικοί και οι κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες- ήταν Τούρκοι μουσουλμάνοι. Η οικονομική και επιχειρηματική κυριαρχία των Ελλήνων και των Αρμενίων αποτελούσε πλέον μακρινή ανάμνηση.
Κατά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο υπήρξε κάποιο άλλο, σκοτεινό κεφάλαιο στην ιστορία της προσαρμογής της Τουρκίας σε μία ζωή με μειωμένο τον χριστιανικό της πληθυσμό. Παρόλο που η Τουρκία παρέμεινε ουδέτερη, ο πόλεμος αποσταθεροποίησε την οικονομία και αναχαίτισε την προσεκτική πορεία της σταδιακής εκβιομηχάνισης του κράτους και του εξωτερικού εμπορίου.
Καθώς πολλοί Τούρκοι έβλεπαν την ποιότητα της ζωής τους να ξεπέφτει όλο και περισσότερο, υπήρξε ένα κύμα δυσαρέσκειας απέναντι σε όσους θεωρούνταν «κερδοσκόποι» οι οποίοι υποτίθεται ότι εκμεταλλεύονταν τις ελλείψεις και τις γραφειοκρατικές εμπλοκές. Πολλοί από αυτούς τους «κερδοσκόπους» ανήκαν στις εθνικές μειονότητες που ζούσαν ακόμα στην Τουρκία -Έλληνες και Αρμένιοι που είχαν καταφέρει να παραμείνουν στην Ισταμπούλ, ντονμέδες από τη θεσσαλονίκη και Εβραίοι.
Μέσα σ' αυτό το κλίμα, το Νοέμβριο του 1942, έκανε την εμφάνιση του και ένας νέος σκληρότατος φόρος ο οποίος επιβλήθηκε σε δυσανάλογο ποσοστό στις μη μουσουλμανικές κοινότητες οι οποίες αναγκάστηκαν να πληρώνουν δέκα φορές περισσότερα από τους μουσουλμάνους χωρίς να έχουν το δικαίωμα να τακτοποιούν τα χρέη τους με δόσεις. Πολλοί επιχειρηματίες που ανήκαν σε μειονότητες αναγκάστηκαν να πουλήσουν τη γη και την κινητή τους περιουσία σε μουσουλμάνους. Εκείνοι που δεν μπορούσαν να πληρώσουν απελαύνονταν ή πήγαιναν στα τάγματα εργασίας.
Ύστερα από δύο χρόνια ο φόρος καταργήθηκε κυρίως λόγω των πιέσεων που άσκησαν η Βρετανία και η Αμερική.
Πολύ πριν από αυτό το επεισόδιο η συγκέντρωση πολιτικής και οικονομικής δύναμης είχε ήδη διευκολύνει τους αφέντες της δημοκρατίας να προπαγανδίσουν μία νέα τουρκική εθνική συνείδηση την οποία ήταν υποχρεωμένοι να υιοθετήσουν όλοι οι πολίτες. Σύμφωνα με αυτή την ιδεολογία η καταγωγή του τουρκικού έθνους κρατούσε από τους αρχαίους κατοίκους της Ανατολίας, όπως για παράδειγμα τους Χετταίους αλλά και από τους μυθικούς θεμελιωτές της τουρκικής φυλής στην κεντρική Ασία.
Όπου και να ζούσαν κάποτε οι Τούρκοι, τονιζόταν, η σημερινή έδρα του τουρκικού έθνους ήταν η Ανατολία, τα σύνορα της τουρκικής δημοκρατίας. Σε αντίθεση με τις εθνικιστικές δοξασίες που κυκλοφορούσαν στην υπόλοιπη Ευρώπη εκείνο τον καιρό, η επίσημη γραμμή της τουρκικής δημοκρατίας δεν ήταν να επεκτείνει τα σύνορα του κράτους της, αλλά ήταν σαφές ότι από τη στιγμή που οι άνθρωποι ζούσαν μέσα σε αυτά τα σύνορα - όπως και να είχαν φτάσει, όποια και να ήταν κάποτε η γλώσσα τους, ελληνική, αλβανική, σερβοκροάτικη ή άλλη - θα έπρεπε στο εξής να μιλούν τούρκικα και να υιοθετούν τα τούρκικα εθνικά ιδεώδη.
Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν οι 'Ελληνες και οι Εβραίοι της Ισταμπούλ. Σύμφωνα με μία εκστρατεία που εξαπολύθηκε στη συνέχεια με το σύνθημα «Πολίτη, μίλα τούρκικα!», όσοι δεν συμμορφώνονταν κινδύνευαν να τους επιβληθεί πρόστιμο ιδίως αν χρησιμοποιούσαν διαφορετική γλώσσα σε δημόσιο χώρο. Ακόμα πιο δρακόντεια ήταν τα μέτρα για τους ελληνόφωνους μουσουλμάνους που είχαν έλθει από την Κρήτη και την ελληνική Μακεδονία.
Η νέα εθνικιστική γραμμή δεν εχθρευόταν ιδιαίτερα τις βαλκανικές χώρες όπως η Ελλάδα, από τις οποίες τόσοι σημερινοί κάτοικοι της Τουρκίας είχαν εξοριστεί ύστερα από διάφορες περιπέτειες. Αντίθετα, σε μία εποχή όπου η τουρκική εξωτερική πολιτική επιδίωκε καλές σχέσεις με τα Βαλκάνια, εθεωρείτο ότι καλό ήταν να αποφεύγεται η υπερβολική εμμονή στο θέμα των χαμένων βαλκανικών εδαφών ή σε περασμένα βάσανα μουσουλμάνων από την Ελλάδα και αλλού.
Έτσι, σε μεγάλο βαθμό ολόκληρη η ζωή εκείνων των οθωμανών μουσουλμάνων των Βαλκανίων (οι κακουχίες αλλά και οι ωραίες αναμνήσεις τους) σβήστηκε. Τώρα ήταν όλοι Τούρκοι και αυτό ήταν το μόνο που μετρούσε.
Αυτή λοιπόν ήταν η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία τα παιδιά των ελληνόφωνων οικογενειών από τη Μακεδονία, τη Μυτιλήνη και την Κρήτη μεγάλωσαν και διδάχτηκαν να είναι πιστοί Τούρκοι πολίτες. Αν οι οικογενειακές αναμνήσεις από την Ελλάδα και την ελληνική γλώσσα έβγαιναν ποτέ στην επιφάνεια, αυτό γινόταν πίσω από κλειστές πόρτες.
Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι ηλικιωμένοι άνθρωποι που γεννήθηκαν στην Ελλάδα αισθάνονται δισταγμό -αλλά πολλές φορές και συγκινητική ευγνωμοσύνη- όταν, στη δύση της ζωής τους, ένας συγγραφέας ή δημοσιογράφος περνάει και τους προσκαλεί να ανοίξουν αυτές τις πόρτες.
Bruce Clark
Μία τέτοια κυρία, η Ραζιγιέ Ογκούς, πέρασε την πρώτη δεκαετία της ζωής της σε μία έπαυλη στις όχθες της λίμνης των Ιωαννίνων, τα οποία περιήλθαν στην Ελλάδα το 1912 όταν η Ραζιγιέ ήταν ενός έτους. Ο πατέρας της ήταν επιτυχημένος δικηγόρος με πολλούς Έλληνες αλλά και Αλβανούς φίλους.
Η οικογένεια ζούσε αυστηρά και ακολουθούσε πιστά τις θρησκευτικές λειτουργίες -τις μουσουλμανικές φυσικά- αλλά στο σπίτι μιλούσαν περισσότερο ελληνικά παρά τούρκικα. Όταν έφτασαν ως μετανάστες στην πόλη Πεντίκ κοντά στην Ισταμπούλ, η Ραζιγιέ δεν ήξερε καλά τα τούρκικα, καθώς ως τότε φοιτούσε στο ελληνικό σχολείο των Ιωαννίνων και παρακολουθούσε όλα τα μαθήματα εκτός από την χριστιανική κατήχηση και την προσευχή από τις οποίες εκείνη και οι αδελφές της απουσίαζαν διακριτικά. «Τον πρώτο καιρό συνεννοούμασταν με νοήματα. Πηγαίναμε να αγοράσουμε σπίρτα και δείχναμε στον μπακάλη ένα σχέδιο.
[...] Στην αρχή δυσκολευτήκαμε να μάθουμε τούρκικα αλλά αγαπούσαμε πολύ το σχολείο μας», επιμένει η Ραζιγιέ η οποία είναι τώρα νομιμόφρων πολίτις της δημοκρατίας, αλλά στα ενενήντα της χρόνια διατηρεί την ευγενική κατατομή και τη συμπεριφορά μιας αρχόντισσας.
Η Βέντια Ελγκούν, μία άλλη μεγάλη κυρία από τη βόρεια Ελλάδα θυμάται ότι ο πατέρας της -που ήταν συνηθισμένος στην άνετη ζωή του εισοδηματία- δυσκολεύτηκε να κερδίσει τον επιούσιο στην Τουρκία. Αλλά σύντομα η οικογένεια κατάφερε να μετακομίσει στην Κερασούντα στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας όπου ο πατέρας της διηύθυνε ένα κτήμα με φουντουκιές και τους παραχωρήθηκε μία μεγάλη πρώην ελληνική έπαυλη με έναν εντυπωσιακό κήπο γεμάτο τριανταφυλλιές.
Ο πατέρας της ήταν γνωστός του Μουσταφά Κεμάλ -συμπατριώτης Θεσσαλονικιός του Κεμάλ αλλά γεννημένος σε πιο ταπεινή οικογένεια- και υπερηφανευόταν γι' αυτή την γνωριμία.
Για τους μεσοαστούς όπως η κυρία Ελγκούν και ο γιος της Αχμέντ, ένας πολύγλωσσος εισαγωγέας, ήταν φυσικό να εκμεταλλεύονται τις ευκαιρίες της ζωής και να θέλουν να προοδεύσουν όπου και να βρεθούν. Άνθρωποι με τέτοια προτερήματα ωφέλησαν πολύ την Τουρκία.
Αλλά μεταξύ των 400.000 περίπου μουσουλμάνων που γεννήθηκαν στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκαν στην Τουρκία την ίδια εποχή με την μικρή Βέντια και την οικογένειά της αυτά αποτελούσαν εξαιρέσεις. Οι περισσότεροι ήταν ταπεινοί, θεοσεβούμενοι άνθρωποι που ενστικτωδώς θεωρούσαν τους εαυτούς τους περισσότερο θύματα παρά συμμέτοχους στις ιστορικές εξελίξεις. Για την ακρίβεια η μεγάλη πλειοψηφία των νέων κατοίκων της Τουρκίας που είχαν γεννηθεί στην Ελλάδα παρακολουθούσε παθητικά τη διαμάχη για το οικονομικό μέλλον της χώρας από το 1920 ως το 1930 ύστερα από την χριστιανική έξοδο.
Οι βασικοί συμμέτοχοι στον αγώνα ήταν η νεόκοπη μουσουλμανική αστική τάξη (μια σκιά της χριστιανικής αντίστοιχης αλλά που συνεχώς αναπτυσσόταν), η νέα τάξη πολιτικών και γραφειοκρατών και οι ξένοι επενδυτές. Στην ευέξαπτη, ξενοφοβική ατμόσφαιρα της τουρκικής δημοκρατίας ο ρόλος αυτών των ανθρώπων ήταν ευαίσθητος.
Εκτός από την θέληση της Τουρκίας να ξεφορτωθεί την χριστιανική της μειονότητα - που θεωρούνταν ο δούρειος ίππος του ξένου κεφαλαίου - ένας από τους βασικούς στόχους της Τουρκίας στην Λωζάννη ήταν να βάλει τέλος στα οικονομικά προνόμια που απολάμβαναν οι ξένοι οι οποίοι «είχαν αποξενώσει τους Τούρκους μέσα στην ίδια τους την πατρίδα», σύμφωνα με την γνώμη μεγάλης μερίδας του πληθυσμού. Εν μέρει πέτυχαν το στόχο τους καθώς οι "δρομολογήσεις" χάρη στις οποίες οι ξένες εταιρείες και οι αντιπρόσωποι τους απολάμβαναν νομικά και φορολογικά προνόμια καταργήθηκαν άμεσα. Αλλά οι δυτικές δυνάμεις κατάφεραν τελικά να αποσπάσουν κάποια οικονομικά οφέλη στη Λωζάννη. Διεκδίκησαν και πέτυχαν να μην αυξήσει η Τουρκία τους δασμούς των εισαγόμενων ειδών τουλάχιστον για τα επόμενα έξι χρόνια.
![]() |
| Ραιδεστός |
Οι ξένες εταιρείες που έκαναν δουλειές στην Τουρκία συχνά πιέζονταν από τις αρχές να απολύσουν το μη μουσουλμανικό τεχνικό τους προσωπικό (οι περισσότεροι Έλληνες και Αρμένιοι) και να τους αντικαταστήσουν με μουσουλμάνους Τούρκους, αλλά δεν ήταν πάντα εύκολο να βρεθούν άνθρωποι με τα ανάλογα προσόντα. Χάρις όμως στους κανόνες που είχαν θεσπιστεί στη Λωζάννη οι ξένες εταιρείες μπόρεσαν να διατηρήσουν και να αυξήσουν τις εισαγωγές τους σε μία Τουρκία που παρήγε ελάχιστα είδη. Υπήρξαν και κάποιες νέες επενδύσεις στον κατασκευαστικό τομέα με πολύ περισσότερα ξένα κεφάλαια παρά τούρκικα. Και εκεί η έλλειψη ορισμένων σημαντικών ανταγωνιστών - των επιχειρηματικών αυτοκρατοριών που κάποτε ανήκαν σε'Ελληνες" ή Αρμένιους οθωμανούς - αποτέλεσε θείο δώρο για Τούρκους και ξένους.
Το κλίμα όμως σε ολόκληρη τη χώρα άλλαξε ριζικά ύστερα από το κράχ του 1929, το οποίο κατάφερε ένα ισχυρότατο χτύπημα στην ευάλωτη αστική και εμπορική τάξη. Το επόμενο έτος πτώχευσαν περισσότερες από 1.000 εταιρείες στην Ισταμπούλ και τη Σμύρνη. Αυτό άνοιξε το δρόμο για μία εντελώς νέα φάση στην ιστορία της Τουρκίας, κατά την οποία η κρατική γραφειοκρατία απέκτησε το πάνω χέρι και έθεσε σε εφαρμογή ένα εντατικό, σχεδόν σοβιετικού τύπου πρόγραμμα εκβιομηχάνισης, που ήταν σχεδιασμένο να προστατεύσει τη χώρα από τα σκαμπανεβάσματα της παγκόσμιας οικονομίας. Ορισμένες νέες βιομηχανίες ήταν εξ ολοκλήρου κρατικές. Αλλες ανήκαν θεωρητικά σε ιδιώτες, αλλά η ύπαρξή τους στηριζόταν στους δεσμούς τους με το καθεστώς. Αποτέλεσμα της νέας εκστρατείας για τον έλεγχο της οικονομίας από το κράτος ήταν να σφίξουν τα λουριά του πολιτικού ελέγχου. Παγιώθηκε το μονοκομματικό κράτος και εντάθηκε η προώθηση της τουρκικής εθνικιστικής ιδεολογίας. Η πολιτική δύναμη που ίσως θα ήταν σε θέση να μετριάσει αυτές τις εξελίξεις -οι μετριοπαθείς επικεφαλής των οποίων ήταν ο Χουσεΐν Ραούφ που είχαν υψώσει τη φωνή τους υπέρ των προσφύγων από την Ελλάδα- είχαν προ πολλού εξουδετερωθεί. Στο τέλος της δεκαετίας του 1930 η Τουρκία ήταν ένα αυταρχικό, μερικώς βιομηχανοποιημένο κράτος στο οποίο η εξουσία ήταν κατοχυρωμένη στην πολιτική ελίτ και τους φιλικά προσκείμενους επιχειρηματίες.
Αυτή η σχέση διαπλοκής διευκολυνόταν από το γεγο νός ότι και οι δύο πλευρές -οι πολιτικοί και οι κρατικοδίαιτοι επιχειρηματίες- ήταν Τούρκοι μουσουλμάνοι. Η οικονομική και επιχειρηματική κυριαρχία των Ελλήνων και των Αρμενίων αποτελούσε πλέον μακρινή ανάμνηση.
Κατά τον Β' Παγκόσμιο πόλεμο υπήρξε κάποιο άλλο, σκοτεινό κεφάλαιο στην ιστορία της προσαρμογής της Τουρκίας σε μία ζωή με μειωμένο τον χριστιανικό της πληθυσμό. Παρόλο που η Τουρκία παρέμεινε ουδέτερη, ο πόλεμος αποσταθεροποίησε την οικονομία και αναχαίτισε την προσεκτική πορεία της σταδιακής εκβιομηχάνισης του κράτους και του εξωτερικού εμπορίου.
Καθώς πολλοί Τούρκοι έβλεπαν την ποιότητα της ζωής τους να ξεπέφτει όλο και περισσότερο, υπήρξε ένα κύμα δυσαρέσκειας απέναντι σε όσους θεωρούνταν «κερδοσκόποι» οι οποίοι υποτίθεται ότι εκμεταλλεύονταν τις ελλείψεις και τις γραφειοκρατικές εμπλοκές. Πολλοί από αυτούς τους «κερδοσκόπους» ανήκαν στις εθνικές μειονότητες που ζούσαν ακόμα στην Τουρκία -Έλληνες και Αρμένιοι που είχαν καταφέρει να παραμείνουν στην Ισταμπούλ, ντονμέδες από τη θεσσαλονίκη και Εβραίοι.
Μέσα σ' αυτό το κλίμα, το Νοέμβριο του 1942, έκανε την εμφάνιση του και ένας νέος σκληρότατος φόρος ο οποίος επιβλήθηκε σε δυσανάλογο ποσοστό στις μη μουσουλμανικές κοινότητες οι οποίες αναγκάστηκαν να πληρώνουν δέκα φορές περισσότερα από τους μουσουλμάνους χωρίς να έχουν το δικαίωμα να τακτοποιούν τα χρέη τους με δόσεις. Πολλοί επιχειρηματίες που ανήκαν σε μειονότητες αναγκάστηκαν να πουλήσουν τη γη και την κινητή τους περιουσία σε μουσουλμάνους. Εκείνοι που δεν μπορούσαν να πληρώσουν απελαύνονταν ή πήγαιναν στα τάγματα εργασίας.
Ύστερα από δύο χρόνια ο φόρος καταργήθηκε κυρίως λόγω των πιέσεων που άσκησαν η Βρετανία και η Αμερική.
Πολύ πριν από αυτό το επεισόδιο η συγκέντρωση πολιτικής και οικονομικής δύναμης είχε ήδη διευκολύνει τους αφέντες της δημοκρατίας να προπαγανδίσουν μία νέα τουρκική εθνική συνείδηση την οποία ήταν υποχρεωμένοι να υιοθετήσουν όλοι οι πολίτες. Σύμφωνα με αυτή την ιδεολογία η καταγωγή του τουρκικού έθνους κρατούσε από τους αρχαίους κατοίκους της Ανατολίας, όπως για παράδειγμα τους Χετταίους αλλά και από τους μυθικούς θεμελιωτές της τουρκικής φυλής στην κεντρική Ασία.
Όπου και να ζούσαν κάποτε οι Τούρκοι, τονιζόταν, η σημερινή έδρα του τουρκικού έθνους ήταν η Ανατολία, τα σύνορα της τουρκικής δημοκρατίας. Σε αντίθεση με τις εθνικιστικές δοξασίες που κυκλοφορούσαν στην υπόλοιπη Ευρώπη εκείνο τον καιρό, η επίσημη γραμμή της τουρκικής δημοκρατίας δεν ήταν να επεκτείνει τα σύνορα του κράτους της, αλλά ήταν σαφές ότι από τη στιγμή που οι άνθρωποι ζούσαν μέσα σε αυτά τα σύνορα - όπως και να είχαν φτάσει, όποια και να ήταν κάποτε η γλώσσα τους, ελληνική, αλβανική, σερβοκροάτικη ή άλλη - θα έπρεπε στο εξής να μιλούν τούρκικα και να υιοθετούν τα τούρκικα εθνικά ιδεώδη.
Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονταν οι 'Ελληνες και οι Εβραίοι της Ισταμπούλ. Σύμφωνα με μία εκστρατεία που εξαπολύθηκε στη συνέχεια με το σύνθημα «Πολίτη, μίλα τούρκικα!», όσοι δεν συμμορφώνονταν κινδύνευαν να τους επιβληθεί πρόστιμο ιδίως αν χρησιμοποιούσαν διαφορετική γλώσσα σε δημόσιο χώρο. Ακόμα πιο δρακόντεια ήταν τα μέτρα για τους ελληνόφωνους μουσουλμάνους που είχαν έλθει από την Κρήτη και την ελληνική Μακεδονία.
Η νέα εθνικιστική γραμμή δεν εχθρευόταν ιδιαίτερα τις βαλκανικές χώρες όπως η Ελλάδα, από τις οποίες τόσοι σημερινοί κάτοικοι της Τουρκίας είχαν εξοριστεί ύστερα από διάφορες περιπέτειες. Αντίθετα, σε μία εποχή όπου η τουρκική εξωτερική πολιτική επιδίωκε καλές σχέσεις με τα Βαλκάνια, εθεωρείτο ότι καλό ήταν να αποφεύγεται η υπερβολική εμμονή στο θέμα των χαμένων βαλκανικών εδαφών ή σε περασμένα βάσανα μουσουλμάνων από την Ελλάδα και αλλού.
Έτσι, σε μεγάλο βαθμό ολόκληρη η ζωή εκείνων των οθωμανών μουσουλμάνων των Βαλκανίων (οι κακουχίες αλλά και οι ωραίες αναμνήσεις τους) σβήστηκε. Τώρα ήταν όλοι Τούρκοι και αυτό ήταν το μόνο που μετρούσε.
Αυτή λοιπόν ήταν η ατμόσφαιρα μέσα στην οποία τα παιδιά των ελληνόφωνων οικογενειών από τη Μακεδονία, τη Μυτιλήνη και την Κρήτη μεγάλωσαν και διδάχτηκαν να είναι πιστοί Τούρκοι πολίτες. Αν οι οικογενειακές αναμνήσεις από την Ελλάδα και την ελληνική γλώσσα έβγαιναν ποτέ στην επιφάνεια, αυτό γινόταν πίσω από κλειστές πόρτες.
Δεν είναι λοιπόν περίεργο ότι ηλικιωμένοι άνθρωποι που γεννήθηκαν στην Ελλάδα αισθάνονται δισταγμό -αλλά πολλές φορές και συγκινητική ευγνωμοσύνη- όταν, στη δύση της ζωής τους, ένας συγγραφέας ή δημοσιογράφος περνάει και τους προσκαλεί να ανοίξουν αυτές τις πόρτες.
Bruce Clark











Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου