Κατά τα ξημερώματα
άρχισε ν' αλλάζει κάπως ο καιρός και να φυσά αέρας στεριανός, τα
κύματα λιγόστεψαν την αγριάδα
τους και σιγά ‐ σιγά έδειχναν σαν να καλμάρουν. Όταν
πήρε
να φωτίση και βλέπαμε πια καθαρά την στεριά φοβηθήκαμε
μήπως μας δουν οι Τούρκοι, γιατί ακόμα βρισκόμαστε μεσα στα σύνορά τους. Ανοιχτήκαμε,
λοιπόν, στο πέλαγος και συνεχίσαμε τον δρόμο μας χωρίς να ξέρουμε που ακριβώς βρισκόμαστε,
γιατί ποτέ άλλη φορά δεν είχαμε ταξιδέψει απ' αυτά τα μέρη, όπου ο κίνδυνος ήταν μεγάλος
όχι μόνο απ' την φουρτουνιασμένη θάλασσα, αλλά κι από τους πειρατές, που αφθονούσαν
εκεί
τριγύρω. Κατά το βράδυ ζυγώσαμε προς τις εκβολές του ποταμού Τσορόχ, όπου το
ρεύμα ήταν ορμητικό κι ο δυνατός αέρας του μπογαζιού μας τράβηξε πάλι ανοιχτά στο πέλαγος.
Και να τώρα η πιο μεγάλη μας τραγωδία.
Τρία παιδάκια μέσα στο καΐκι μας ήσαν κιόλας πεθαμένα —τριών, έξι και εννιά χρονών— τρία αγγελουδάκια που δεν μπόρεσαν ν'
ανθέξουν στην παγωνιά και οι μανάδες τους τα κρατούσαν
πεθαμένα στις αγκαλιές
τους σιγοκλαίγοντας. Σφίγγοντας την καρδιά του ο καπετάνιος είπε ότι ήταν γραφτό τους να
βρουν τάφο στη θάλασσα, όπου άλλωστε δεν είχε λείψει ακόμα ο κίνδυνος
να βρούμε κι όλοι εμείς οι άλλοι τον δικό μας τάφο. Αλλά κι αν καταφέρναμε να σωθούμε στη ρούσικη
γη, δεν θα μας άφηναν να βγούμε
με τα τρία λείψανα, εξ αιτίας
της καραντίνας. Με θρήνους και με κοπετούς
αναγκάστηκαν να τα ρίξουν στη θάλασσα οι μανάδες τους, εκεί ανοιχτά στο άγριο πέλαγος.
Την
νύχτα είδαμε, επί τέλους, από πολύ μακρυά το φανάρι και τα φώτα του Βατούμ κι κάναμε
μεγάλη προσπάθεια να πλησιάσουμε,
αλλά
στάθηκε αδύνατο. Ο δυνατός αέρας μας έσερνε πέρα, δυνάμεις δεν μας έμεναν και τουρτουρίζαμε
απ' την παγωνιά καθώς
μέναμε βρεμένοι, δίχως
αλλαξιές. Εκτός απ' αυτά μας θέριζε κι η δίψα και μια απόπειρα
που κάναμε να γλυκάνουμε με
ζάχαρη λίγο νερό της θάλασσας και να το
πιούμε, μας έφερε φριχτή αναγούλα, κι άναψε ακόμα
περισσότερο τη δίψα μας.
Σχεδόν ακυβέρνητο τώρα
το καΐκι μας το έσερναν
τα ρεύματα, έτσι που το πρωί
ξημερωθήκαμε στ' ανοιχτά του Ποτιού χωρίς, όμως, ούτε κι εκεί να μπορούμε να πλησιάσουμε! Κατά τις δέκα η ώρα μόνο πήρε πια να φυσά λεβάντες κι ο ευνοϊκός αυτός
αέρας μας έκανε αμέσως να σηκώσουμε πανιά και βάζοντας
πλώρη για το Βατούμ ύστερα από τρεις ακόμα ώρες, μπήκαμε στο ρούσικο λιμάνι ελεεινοί, καραβοτσακισμένοι,
με την ψυχή στα δόντια. Εκεί βρισκόντουσαν
κιόλας πλήθη από πρόσφυγες, που έτρεξαν να μας
δουν και να μάθουν τα νέα από την Τραπεζούντα».
Δεν ήταν καθόλου μικρότερη η περιπέτεια
των άλλων δυο καϊκιών. Αυτά, όπως μαθεύτηκε
αργότερα, εξώκειλαν με την φουρτούνα κάπου σ' ένα ακρογιάλι του Λαζιστάν, όπου πέσαν
οι Λαζοί να σκοτώσουν τους ναυαγούς και να τους πάρουν ό,τι είχαν. Στάθηκαν, όμως, τυχεροί γιατί ο αρχηγός των Λαζών γνώρισε τον καπτάν Ανέστη, που κάποτε του είχε σώσει
την ζωή στα σύνορα όταν είχε πιαστή αιχμάλωτος
απ'
τους Ρώσους. Μπήκε, λοιπόν, στη
μέση την κρίσιμη στιγμή κι όπως γίνεται στα περιπετειώδη μυθιστορήματα,
κράτησε τους πεινασμένους και ξυπόλητους εκείνους αγριανθρώπους μακρυά
απ' τα θύματά τους:
—Έτμαϊν!...
«Μην
το κάνετε». Έτσι γλύτωσαν απ' το μαχαίρι των Λαζών οι ναυαγισμένοι, που ήσαν κι
αυτοί σωστά κουρέλια απ'
την
ταλαιπωρία και
την αγωνία κι
είχαν χάσει επίσης δυο παιδάκια και την γυναίκα του Ανέστη. Αλλά τα πράματά τους τα πήραν όλα —ό,τι τους έμειναν—
όπως και τα δυο καΐκια, αφήνοντάς τους να τραβήξουν με τα πόδια τον δρόμο μέχρι
το Βατούμ, όπου και φτάσαν κάποτε,
μισοπεθαμένοι κι αυτοί όπως κι οι πρώτοι.
Με τον ίδιο τρόπο,
και τις ίδιες ή και χειρότερες ακόμα περιπέτειες, φτάναν
στα ρούσικα παράλια οι άλλοι, χιλιάδες,
μετανάστες και φυσικά δεν ήσαν λίγοι οι κακότυχοι, που τους έπαιρναν οι άγριες χειμωνιάτικες
φουρτούνες και βρίσκαν τον τραγικό τους λυτρωμό στα κύματα.
Αλλά, όπως και άλλοι μετανάστες διηγούνται, δεν περίμενε η καλή ζωή κι εκείνους που φτάναν
στις ρούσικες πόλεις με καράβια, μεγάλα
ή μικρά, χωρίς τις παρόμοιες λαχτάρες
του ταξιδιού. Η κατάσταση στη Ρωσία ήταν ανώμαλη κι επικρατούσε ανησυχία μέσα σ'
εκείνο το καινούργιο καθεστώς της αναστάτωσης και της αναμπουμπούλας,
που
δεν είχε μεγάλη διαφορά από την αναρχία. Οι πιο πλούσιοι
κι εκείνοι που είχαν συγγενείς κάπως βολευόντουσαν, ενώ οι άλλοι τραβούσαν όλα τα δεινά της πιο εξαθλιωμένης προσφυγιάς μέσα στις αποθήκες ή τ' αλλά κτίρια όπου τους μάζευαν.
Στη Ρωσία, ωστόσο, υπήρχαν
οι
άλλοτε ανθούσες ελληνικές παροικίες
με τις οργανώσεις τους, που τώρα προσπαθούσαν να βοηθήσουν όσο μπορούσαν τα πλήθη τούτα. Κάπου
85.000 ψυχές υπολογίζονταν ότι είχαν ξεσηκωθεί και σκόρπιζαν στις πόλεις του Καυκάσου
και της Κριμαίας,
που όλο δεχόντουσαν
καινούργιους που φτάναν απ' τον Πόντο ή
μετατοπιζόντουσαν από πόλη σε πόλη ζητώντας
κάπου να στεριώσουν και να ζήσουν. Είχαν
πήξει από προσφυγιά προ πάντων το Βατούμ, Τιφλίδα, Ποτς, Καρς, Αρταχάν, Κουμπάν, Αικατερινουδάρ, Νοβοροσίσκ, Κερτς και πολλές άλλες πόλεις της νότιας Ρωσίας, έτσι που
γρήγορα δημιουργήθηκε ένα τεράστιο πρόβλημα τούτου του πληθυσμού, που βρισκόταν ξεκάρφωτος στην ξένη γη και δερνόταν απ' την πείνα και χίλιες άλλες δυο στερήσεις.
Τον ίδιο τούτον καιρό στην Τραπεζούντα και
σ' όλο τον γύρω χώρο τα γεγονότα εξακολουθούσαν να ξετυλίγωνται μέσα στην ίδια ατμόσφαιρα
της τραγικής αβεβαιότητας. Ο ρούσικος
στρατός δεν είχε φύγει ακόμα, αλλά βρισκόταν, όπως είδαμε, σε κατάσταση διάλυσης με τα στρατιωτικά Σοβιέτ ανίκανα να επιβληθούν στις εκδηλώσεις της αναρχίας.
Οι τσέτες προχωρούσαν — προπομποί του τούρκικου στρατού
—χτυπιόντουσαν που και που με τους οπλισμένους Έλληνες στα χωριά κι αλλού λοξοδρομούσαν βλέποντας
αντίσταση, ενώ ο αρχηγός τους Καχριμάν βέης, αξιωματικός
της Χωροφυλακής, ετοιμαζόταν με τους δικούς του να μπει στην Τραπεζούντα.
![]() |
| Trabzon Panorama |
Περί τους 80 δε άλκιμοι
νέοι της Τραπεζούντας
ανέλαβον την φρούρησιν
του φρουρίου
του
Μιθρίου
βουνού (Ποζ Τεπέ). Και ωργανώθη ούτω κατά περιφερείας των χωρίων Τραπεζούντος, Σουρμένων, Ματσούκας, Σάντας και Μεσοχαλδίου
ισχυρά άμυνα, κατορθώσασα
να αποκρούση επιτυχώς επί μήνας όλας τας επιθέσεις χιλιάδων όλων τσετέδων, οδηγουμένων υπό Τούρκων αξιωματικών...».
Αν ο εξοπλισμός έφερε στ' αλήθεια αποτέλεσμα
ή όχι, θα πρέπει νάχη λίγη σημασία για
όποιον εξετάζει το ζήτημα όχι από την πρακτική του σκοπιά, πολύ περισσότερο γιατί ο αγώνας ήταν τρομαχτικά
άνισος και καταδικασμένος
οπωσδήποτε, κάτω απ' τις συνθήκες που γινόταν.
Εκείνος που θάθελε να μπει
στην ψυχή τούτου του λαού, θάπρεπε να προσέξει
πολύ
περισσότερο την προθυμία τούτων των «ραγιάδων»
ν'
αρπάξουνε τα όπλα, επειδή
αυτό και μόνο το γεγονός δείχνει ότι σκλαβιά τόσων αιώνων δεν χάλασε
την ψυχή της ρωμιοσύνης του Πόντου, ούτε και παράλυσε την δύναμη
και το πνεύμα της αντίστασης
που, αντίθετα, έδωσε το «παρών» του όπου κι όσες φορές αναφάνηκαν συνθήκες έστω και αμυδρά
ευνοϊκές.
> κύματα των προσφύγων που κατέβαιναν και τ' άλλα των «σοβιετικών στρατευμάτων», που φτάνανε κι αυτά απ' τον διαλυμένο στρατό της ενδοχώρας, με την απόφαση να μη γυρίσουν μ' αδειανά τα χέρια στην πατρίδα. Ήταν στα πρώτα βήματά του ο επαναστατικός σοσιαλισμός κι η ευκαιρία μοναδική για πρακτικές εφαρμογές...![]() |
| Γκραβούρα της Τραπεζούντας |
«Ήτο μια ιστορική λειτουργία, γράφει, μια προπαρασκευή, μια απόφασις επί τέλους προς συνέχισιν των παθών του Γένους, τα οποία ανέκοψε δι' ολίγον χρόνον εκεί η ρωσική κατοχή... Εις τον καθεδρικόν ναόν του Αγίου Γρηγορίου συνηθροίσθησαν πάντες την 21 Ιανουαρίου 1918, πολίται και πρόσφυγες, γέροντες και νέοι, άνδρες και γυναίκες, πάντες όσους ο φόβος των ημερών εκείνων ώθησε να ζητήσουν παραμυθίαν και δύναμιν εν τη προς τον Θεόν του Γένους προσευχή.
»Κατανυκτικωτάτη υπήρξεν η λειτουργία, την οποίαν ήκουον με συγκίνησιν όλοι οι θέλοντες ν' απομακρύνωσιν από τον νουν τας φοβέρας σκέψεις. Μετά το ιερόν Ευαγγέλιον, ένας ιεροκήρυξ από του άμβωνος έπλεξε το εγκώμιον του Αγίου κατά τον συνήθη τρόπον του κηρύγματος. Η ομιλία του ήτο ξηρά, μη συγχρονισμένη μηδαμώς εις την αγωνίαν της εποχής. Δεν ικανοποίησε βεβαίως κανένα.
»Δεν υπήρξεν ικανοποιημένος, φαίνεται, και ο προεξάρχων αρχιερεύς. Και ενεφανίσθη ούτος (ο μητροπολίτης Χρύσανθος) με όσην αίγλην προσδίδει εις το άτομον, και ιδία καθ' ωρισμένας ψυχολογικας στιγμάς, η αρχιερατική περιβολή.
Και ωμίλησε συγχρονισμένα και συνεκίνησε και εκέντησε τας χορδάς της ψυχής και ανέλυσεν εις δάκρυα το εκκλησίασμα. Ήτο κάποια μεταρσίωσις εις τα υψηλά, εις τα αιθέρια, εις τα ουράνια. Αυτό ακριβώς το οποίον ήθελε, το οποίον ησθάνετο το συγκλονούμενον ακροατήριον:
«Ό,τι μας ενδιαφέρει ιδίως, είπε, από το μαρτύριον του Αγίου Ευγενίου είναι η ωραιότης του θανάτου του, η καρτερία μεθ' ης εδέχθη το μαρτύριον, η ηρεμία μεθ' ης παρεσκευάσθη δι' αυτό. Λιποψυχούμεν όταν αφήνωμεν τα ιερά μας και φεύγωμεν την λαίλαπα, η οποία επανέρχεται. Αν πρόκειται να αποθάνωμεν, ας προτιμήσωμεν τον ωραίον θάνατον του Αγίου Ευγενίου επί των τάφων και των ιερών σκηνωμάτων των πατέρων μας.
Ας κάνωμεν και άλλους Αγίους Ευγενίους εις τον τόπον αυτόν, τον οποίον θα ερημώσωμεν δια της φυγής».
Και ωμίλησε συγχρονισμένα και συνεκίνησε και εκέντησε τας χορδάς της ψυχής και ανέλυσεν εις δάκρυα το εκκλησίασμα. Ήτο κάποια μεταρσίωσις εις τα υψηλά, εις τα αιθέρια, εις τα ουράνια. Αυτό ακριβώς το οποίον ήθελε, το οποίον ησθάνετο το συγκλονούμενον ακροατήριον:
«Ό,τι μας ενδιαφέρει ιδίως, είπε, από το μαρτύριον του Αγίου Ευγενίου είναι η ωραιότης του θανάτου του, η καρτερία μεθ' ης εδέχθη το μαρτύριον, η ηρεμία μεθ' ης παρεσκευάσθη δι' αυτό. Λιποψυχούμεν όταν αφήνωμεν τα ιερά μας και φεύγωμεν την λαίλαπα, η οποία επανέρχεται. Αν πρόκειται να αποθάνωμεν, ας προτιμήσωμεν τον ωραίον θάνατον του Αγίου Ευγενίου επί των τάφων και των ιερών σκηνωμάτων των πατέρων μας.
Ας κάνωμεν και άλλους Αγίους Ευγενίους εις τον τόπον αυτόν, τον οποίον θα ερημώσωμεν δια της φυγής».
Το ωραίον κήρυγμα, προσθέτει, εισηκούσθη, ενεφύσησε δύναμιν και θάρρος εις πολύ τμήμα του Ελληνισμού, το οποίον έλαβε την γενναίαν απόφασιν να αποδυθή εις το ωραίον υπέρ Πίστεως και Γένους μαρτύριον...».
Δεν ήσαν, όμως, λίγοι εκείνοι που εξακολουθούσαν να φεύγουν, με οποιοδήποτε μέσον μπορούσαν, ακόμα και με καΐκια. Αξίζει να σταματήσω λίγο στο σημείο τούτο για να δώσω μια ιδέα για το τι γινόταν με κείνους που δεν κατάφερναν να στριμωχτούνε στα καράβια παρά νοίκιαζαν άλλα μέσα κι έτσι μπαίναν στη θανάσιμη περιπέτεια ενός αβέβαιου ταξιδιού χειμώνα καιρό στη Μαύρη θάλασσα.
Δημήτρης Ψαθάς
Δημήτρης Ψαθάς













Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου