Για τα προβλήματα που αντιμετώπισαν οι πρόσφυγες στην Τιφλίδα έχουμε τη σχετική μαρτυρία του Σ.Παναγιωτίδη .
«... Στην Τιφλίδα, το χωριό μας μοιράστηκε. 'Αλλοι έφυγαν προς το Βατούμ και άλλοι προς το Πότι. Ο καθένας έφευγε όπου ήθελε. Οι Γεωργιανοί μας αγαπούσαν, δεν μας πείραζαν. Όσοι έφευγαν προς το Βατούμ ή το Πότι είχαν προορισμό την Ελλάδα, έλπιζαν ότι θα βρουν πλοία που θα τους μετέφεραν στην Ελλάδα.
Μέσα σ' αυτούς ήταν και η αδελφή μου. Εμείς μείναμε περισσότερο καιρό στην Τιφλίδα. Από κει με κάρα, ύστερα από δρόμο πολλών ημερών, πήγαμε στο Βλαδικαυκάς. Εκεί βρήκαμε ντόπιους Έλληνες, οι οποίοι ήταν οικονομημένοι. Και μας συμπαραστάθηκαν. Κάποιος Μαυρίδης είχε φούρνο και κάποιος Λαζαρίδης μύλο.
Μας δίνανε δωρεάν ψωμί, κουλούρια κλπ. Στη συνέχεια οι Έλληνες του Βλαδικαυκάς φρόντισαν για την αναχώρηση μας. Ετοίμασαν τρία τραίνα (Σημ.: μάλλον βαγόνια εννοεί). Το μεσαίο ήταν εξοπλισμένο με κανόνια - πολυβόλα για να μας προστατεύει από τυχόν επιθέσεις. Μετά από διαδρομή 600-700 χιλιομέτρων φτάσαμε στο Κουμπάν. Όταν φτάσαμε στην περιοχή του Κουμπάν εγκατασταθήκαμε στο Αικατερινοντάρ (Κρασνοντάρ), η οποία ήταν μεγάλη πόλη και πολύ πλούσιο μέρος. Εκεί βρήκαμε και πολλούς άλλους Καρσλήδες και πρόσφυγες από τον Πόντο.
Η άλλη μαρτυρία
«... Είχαμε τουρκική κατοχή. Στις 18 Μαρτίου του 1918, ημέρα Κυριακή, αφήσαμε το χωριό μας. Φορτώσαμε τα πράγματά μας, ψωμί, στρώματα κλπ. σε αραμπάδες και πήγαμε στο Μάτσιτλη. Εκεί μείναμε μια βδομάδα, μετά στο Αλή - Σόφι και μετά στο Σαρικαμίς. Με τους αραμπάδες ήρθαμε στο Καρς. Εκεί μείναμε αρκετό καιρό, μήνες. Στο Καρς μέναμε, μαζί με τέσσερις - πέντε άλλες οικογένειες σ' ένα παλιό, εγκαταλελειμένο αεροπλάνο.
Ρίξαμε επάνω κάτι μουσαμάδες και μείναμε εκεί αρκετό καιρό. Όταν πήραμε την απόφαση να φύγουμε από το Καρς πουλήσαμε τον αραμπά με τα βόδια και με τραίνο ήρθαμε στο Πότι. Στο Πότι μείναμε σε κάτι τσαντίρια, που κατασκευάσαμε μόνοι μας με δικά μας σεντόνια, τσούλια κ.ά. Μείναμε καιρό εκεί. Μετά ήρθε διαταγή να φύγουμε. Μας βάλανε σε ένα τρούμ (= φορτηγό πλοίο).
Μπροστά από μας πήγαινε ένα γερμανικό καράβι. Μόλις ζυγώσαμε στην Αναπάν (;) άρχισαν να μας ρίχνουν οι Ρώσοι με κανόνια. Εμείς κρυφτήκαμε και φωνάζαμε «Έλληνες είμαστε». Μετά ήρθε μια επιτροπή και είδε ότι πραγματικά είμαστε Έλληνες και μας άφησαν. Από την Αναπάν πήγαμε στο Κοτάκιοϊ, που ήταν γεμάτο Έλληνες. Εκεί μείναμε ένα μήνα. Από κει πήγαμε σε χωριά του Αζόφ και μετά στο Νοβοροσίσκ. Μείναμε εκεί δύο χρόνια. 'Αλλοι έμειναν εκεί. Εμείς φύγαμε και ήρθαμε στην Ελλάδα. Αποβαβιστήκαμε στη Μακρόνησο ... καραντίνα ... μετά Θεσσαλονίκη με τραίνο ... Καλαμαριά και τελευταία Μαυρόβατο Δράμας ...
Από το Νοβοροσίσκ ήρθαμε με το παραχότ (= καράβι) «Κίος». Εμείς πληρώσαμε τα εισιτήρια ...».
Πάντως, το μεγαλύτερο μέρος των προσφύγων ακολούθησε το δρομολόγιο που είχε ορίσει η Ελληνική Αποστολή και το Εθνικό Συμβούλιο των Ελλήνων της Αρμενίας, δηλαδή Καρς - Τιφλίδα - Βατούμ. Η αναχώρηση των προσφύγων από το Καρς, παρά τις δυσχέρειες και τις αναστολές, συνεχίστηκε και το 1920. Από το Φθινόπωρο του 1919 ως το καλοκαίρι του 1920 είχαν μεταφερθεί στο Βατούμ περίπου τριάντα χιλιάδες πρόσφυγες.
Ιωάννης Φ. Καζταρίδης
«... Στο Καρς μείναμε δύο - τρεις μήνες. Ετοιμαστήκαμε να φύγουμε γιατί πλησίαζε ο τουρκικός στρατός. Ήδη πολλές οικογένειες το είχαν εγκαταλείψει. Κάθε μέρα έφευγε από το Καρς μεγάλος αριθμός οικογενειών. Φύγαμε με τραίνο, με φορτηγό τραίνο προς την Τιφλίδα. Στην Τιφλίδα μείναμε δύο μήνες. Μέναμε σε υπόστεγα του Σιδηροδρομικού Σταθμού. Κοντά στο σταθμό υπήρχε ένα γερμανικό χωριό. Εκεί πηγαίναμε και ψήναμε ψωμιά. Όταν άρχισαν να τελειώνουν τα άλευρα πηγαίναμε και ζητιανεύαμε. Με'χρι και ζητιάνοι γίναμε. Στο σταθμά, επίσης, υπήρχε και στρατιωτικό υλικό ...».
Η αναμονή συχνά παρατεταμένη στο σταθμό της Τιφλίδας, σε πολλές περιπτώσεις άλλαζε το δρομολόγιο των προσφύγων. Πολλοί με δική τους πρωτοβουλία δεν ακολούθησαν την πορεία προς το Βατούμ, αλλά προς τα ενδότερα της Ρωσίας. Η συνέχεια της προηγούμενης μαρτυρίας.
Μέσα σ' αυτούς ήταν και η αδελφή μου. Εμείς μείναμε περισσότερο καιρό στην Τιφλίδα. Από κει με κάρα, ύστερα από δρόμο πολλών ημερών, πήγαμε στο Βλαδικαυκάς. Εκεί βρήκαμε ντόπιους Έλληνες, οι οποίοι ήταν οικονομημένοι. Και μας συμπαραστάθηκαν. Κάποιος Μαυρίδης είχε φούρνο και κάποιος Λαζαρίδης μύλο.
Μας δίνανε δωρεάν ψωμί, κουλούρια κλπ. Στη συνέχεια οι Έλληνες του Βλαδικαυκάς φρόντισαν για την αναχώρηση μας. Ετοίμασαν τρία τραίνα (Σημ.: μάλλον βαγόνια εννοεί). Το μεσαίο ήταν εξοπλισμένο με κανόνια - πολυβόλα για να μας προστατεύει από τυχόν επιθέσεις. Μετά από διαδρομή 600-700 χιλιομέτρων φτάσαμε στο Κουμπάν. Όταν φτάσαμε στην περιοχή του Κουμπάν εγκατασταθήκαμε στο Αικατερινοντάρ (Κρασνοντάρ), η οποία ήταν μεγάλη πόλη και πολύ πλούσιο μέρος. Εκεί βρήκαμε και πολλούς άλλους Καρσλήδες και πρόσφυγες από τον Πόντο.
» Το 1922 πολλοί Καρσλήδες και άλλοι Πόντιοι πρόσφυγες άφησαν το Αικατερινοντάρ και πήγαν στο Νοβοροσίσκ με σκοπό να έρθουν στην Ελλάδα. Εκεί, όμως, δεν βρήκαν καράβια και αναγκάστηκαν να πάνε στο Βατούμ. Όπως μάθαμε, στο Βατούμ υπήρχε κάποιος Έλληνας, Αλέξανδρος Οικονομίδης, μπολσεβίκος, ο οποίος τους συμπαραστάθηκε πολύ, φρόντισε να τους βρει καράβι και να έλθουν στην Ελλάδα.
» Εμείς μείναμε στο Αικατερινοντάρ ως το 1926. Τότε τον Απρίλη μήνα, επιστρέψαμε πάλι στο Βλαδικαυκάς. Φύγαμε από το Αικατερινοντάρ επειδή είχαμε μείνει λίγοι Έλληνες και την εποχή αυτή συγκεντρωνόμασταν σε περιοχές όπου υπήρχαν αρκετοί Έλληνες, για να μην είμαστε διασκορπισμένοι ...».
Αξίζει, νομίζω, να παραθέσω και το υπόλοιπο της συνέντευξης για να φανούν κάποια στοιχεία σημαντικά της σταλινικής περιόδου.
«... To 1937-38 είχαμε κάποια προβλήματα. Κυκλοφορούσε μια προπαγάνδα ότι θα έλθουν Άγγλοι με πλοία, θα κάνουν απόβαση για να ρίξουν τον Στάλιν. Μερικοί δικοί μας, με φιλοβασιλικά φρονήματα, ξεσηκώθηκαν οι ανόητοι. Πήραν τα όπλα και βγήκαν στα βουνά στην περιοχή του Σοχούμ. Τους «επαναστάτες» τους αντιμετώπισε ένα σύνταγμα στρατού. Τους αφόπλισαν, τους πήραν τα όπλα και τα κόψανε. Τους μαζέψανε και αρχίσαν ανακρίσεις. Άλλους άφησαν ελεύθερους και πολλούς φυλάκισαν. Άλλοι πέθαναν στις φυλακές.
Το 1939 αναζωπυρώθηκε η νοσταλγία για την Ελλάδα. Οι Ρώσοι δεν μας υποχρέωσαν να φύγουμε. Αντίθετα μας προέτρεπαν να μείνουμε. Εμείς, όμως, το είχαμε αποφασίσει. Πηγαίναμε στη Μόσχα, την Ελληνική πρεσβεία, παίρναμε διαβατήρια και φεύγαμε πολλοί μαζί για την Ελλάδα. Ανά δεκαπέντε μέρες έφευγε καράβι από την Οδησσό. Μας ειδοποιούσανε με κάποια σειρά, πηγαίναμε 2-3 μέρες νωρίτερα στην Οδησσό και από κει φεύγαμα. Το '39 λοιπόν, με τραίνο από Βαδικαυκάς, πήγαμε στην Οδησσό, ύστερα από διαδρομή δύο μερόνυχτων. Από την Οδησσό με το πλοίο «Σβανέτια» όχι πολύ μεγάλο, αλλά ωραίο, καινούργιο, ήρθαμε στον Πειραιά».
Ακόμη, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η πορεία της «εξόδου» των προσφύγων που συγκεντρώθηκαν στο Καρς, δεν ήταν σταθερή, δηλαδή Καρς - Τιφλίδα - Βατούμ. Πολλοί από το Καρς έφυγαν προς το Πότι και σε άλλες πόλεις της νότιας Ρωσίας και ακολούθως συγκεντρώθηκαν σε λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, π.χ. στο Βατούμ ή στο Νοβο-ροσίσκ κ.ά. και από κει ήρθαν στην Ελλάδα στο διάστημα 1920-1924. Σ' αυτές τις περιπτώσεις αναφέρονται και οι παρακάτω μαρτυρίες .
«... Αφήσαμε το χωριό μας, το Καραουργάν το Φθινόπωρο του 1918, επειδή η περιοχή με βάση τη συνθήκη του Μπρεστ - Λιτόσφκ παραχωρήθηκε στην Τουρκία. Έφυγαν σχεδόν όλοι, γιατί φοβούνταν δεινοπαθήματα. Μάλιστα μία γυναίκα, όπως μάθαμα την έκοψαν τη γλιύσσα, επειδή αγνόησε τη σχετική διαταγή: προσευχήθηκε στην Ελληνική γλώσσα. Μάθαμε, επίσης, ότι στο χωριό Γενίκιοϊ μερικοί Έλληνες τούρκεψαν και έμειναν εκεί. Φύγαμε με κάρα που τα σέρνανε βόδια, φορτωμένα με φαγώσιμα, παπλώματα, σκεύη, όσο βάρος μπορούσε να σηκώσει το κάρο. Από το Καράουργαν πήγαμε στο Κιόρο-γλου και συνεχίσαμε και φτάσαμε στο Πότι. Από το Πότι με τραίνο ήρθαμε στο Νοβοροσίσκ και μετά με πλοίο στην Καλαμαριά - ... καραντίνα .. Το Σεπτέμβριο του 1920 εγκατασταθήκαμε στη Μεγάλη Βρύση
"... Από τα 850 άτομα του χωρίου μας, τα 200 χάθηκαν από την πείνα, τις αρρώστειες και τις κακουχίες κατά τη διαδρομή. Μονάχα από τη δική μας οικογένεια, που ήταν αρχικά 33 άτομα, χάθηκαν τα 6 ..."
![]() |
| Καρς |
Η άλλη μαρτυρία
«... Είχαμε τουρκική κατοχή. Στις 18 Μαρτίου του 1918, ημέρα Κυριακή, αφήσαμε το χωριό μας. Φορτώσαμε τα πράγματά μας, ψωμί, στρώματα κλπ. σε αραμπάδες και πήγαμε στο Μάτσιτλη. Εκεί μείναμε μια βδομάδα, μετά στο Αλή - Σόφι και μετά στο Σαρικαμίς. Με τους αραμπάδες ήρθαμε στο Καρς. Εκεί μείναμε αρκετό καιρό, μήνες. Στο Καρς μέναμε, μαζί με τέσσερις - πέντε άλλες οικογένειες σ' ένα παλιό, εγκαταλελειμένο αεροπλάνο.
Ρίξαμε επάνω κάτι μουσαμάδες και μείναμε εκεί αρκετό καιρό. Όταν πήραμε την απόφαση να φύγουμε από το Καρς πουλήσαμε τον αραμπά με τα βόδια και με τραίνο ήρθαμε στο Πότι. Στο Πότι μείναμε σε κάτι τσαντίρια, που κατασκευάσαμε μόνοι μας με δικά μας σεντόνια, τσούλια κ.ά. Μείναμε καιρό εκεί. Μετά ήρθε διαταγή να φύγουμε. Μας βάλανε σε ένα τρούμ (= φορτηγό πλοίο).
Μπροστά από μας πήγαινε ένα γερμανικό καράβι. Μόλις ζυγώσαμε στην Αναπάν (;) άρχισαν να μας ρίχνουν οι Ρώσοι με κανόνια. Εμείς κρυφτήκαμε και φωνάζαμε «Έλληνες είμαστε». Μετά ήρθε μια επιτροπή και είδε ότι πραγματικά είμαστε Έλληνες και μας άφησαν. Από την Αναπάν πήγαμε στο Κοτάκιοϊ, που ήταν γεμάτο Έλληνες. Εκεί μείναμε ένα μήνα. Από κει πήγαμε σε χωριά του Αζόφ και μετά στο Νοβοροσίσκ. Μείναμε εκεί δύο χρόνια. 'Αλλοι έμειναν εκεί. Εμείς φύγαμε και ήρθαμε στην Ελλάδα. Αποβαβιστήκαμε στη Μακρόνησο ... καραντίνα ... μετά Θεσσαλονίκη με τραίνο ... Καλαμαριά και τελευταία Μαυρόβατο Δράμας ...
Από το Νοβοροσίσκ ήρθαμε με το παραχότ (= καράβι) «Κίος». Εμείς πληρώσαμε τα εισιτήρια ...».
Πάντως, το μεγαλύτερο μέρος των προσφύγων ακολούθησε το δρομολόγιο που είχε ορίσει η Ελληνική Αποστολή και το Εθνικό Συμβούλιο των Ελλήνων της Αρμενίας, δηλαδή Καρς - Τιφλίδα - Βατούμ. Η αναχώρηση των προσφύγων από το Καρς, παρά τις δυσχέρειες και τις αναστολές, συνεχίστηκε και το 1920. Από το Φθινόπωρο του 1919 ως το καλοκαίρι του 1920 είχαν μεταφερθεί στο Βατούμ περίπου τριάντα χιλιάδες πρόσφυγες.
Ιωάννης Φ. Καζταρίδης











Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου