Ζωντανή εικόνα της αγωνίας
των ημερών μας δίνει ο Θεοφ. Θεοφύλακτος, περιγράφοντας μια λειτουργία
στον Άγιο Γρηγόριο —ανήμερα του Αγίου Ευγενίου—
ο άγιος ήταν ο
πολιούχος της Τραπεζούντας και γιορταζόταν κάθε χρόνο με μεγάλη επισημότητα.
![]() |
| Γκραβούρα της Τραπεζούντας |
«Ήτο μια ιστορική λειτουργία, γράφει, μια προπαρασκευή, μια απόφασις επί τέλους προς συνέχισιν των παθών του Γένους, τα οποία ανέκοψε δι' ολίγον χρόνον εκεί η ρωσική κατοχή... Εις τον καθεδρικόν ναόν του Αγίου Γρηγορίου συνηθροίσθησαν πάντες την 21 Ιανουαρίου 1918, πολίται και πρόσφυγες, γέροντες και νέοι, άνδρες και γυναίκες, πάντες όσους ο φόβος των ημερών εκείνων ώθησε να ζητήσουν παραμυθίαν και δύναμιν εν τη προς τον Θεόν του Γένους προσευχή.
»Κατανυκτικωτάτη υπήρξεν
η
λειτουργία, την οποίαν
ήκουον με συγκίνησιν
όλοι οι θέλοντες ν' απομακρύνωσιν από τον νουν τας
φοβέρας σκέψεις. Μετά
το ιερόν Ευαγγέλιον,
ένας ιεροκήρυξ από του άμβωνος έπλεξε το εγκώμιον του Αγίου κατά τον συνήθη
τρόπον του κηρύγματος. Η ομιλία του ήτο ξηρά, μη συγχρονισμένη μηδαμώς εις την αγωνίαν της εποχής. Δεν ικανοποίησε βεβαίως κανένα.
»Δεν υπήρξεν
ικανοποιημένος, φαίνεται, και ο
προεξάρχων αρχιερεύς. Και ενεφανίσθη ούτος
(ο μητροπολίτης Χρύσανθος) με όσην αίγλην προσδίδει εις το άτομον, και ιδία καθ' ωρισμένας ψυχολογικας
στιγμάς, η αρχιερατική περιβολή. Και ωμίλησε συγχρονισμένα και συνεκίνησε και εκέντησε τας χορδάς της ψυχής και ανέλυσεν εις δάκρυα το
εκκλησίασμα. Ήτο κάποια μεταρσίωσις
εις τα υψηλά, εις τα αιθέρια, εις τα ουράνια. Αυτό ακριβώς το
οποίον ήθελε, το οποίον ησθάνετο
το συγκλονούμενον ακροατήριον: «Ό,τι μας ενδιαφέρει
ιδίως, είπε, από το μαρτύριον του Αγίου Ευγενίου είναι η ωραιότης
του
θανάτου του, η καρτερία μεθ' ης εδέχθη το μαρτύριον, η ηρεμία μεθ' ης παρεσκευάσθη δι' αυτό. Λιποψυχούμεν όταν αφήνωμεν τα ιερά μας και φεύγωμεν την λαίλαπα, η οποία επανέρχεται. Αν πρόκειται να αποθάνωμεν,
ας προτιμήσωμεν τον ωραίον θάνατον του
Αγίου Ευγενίου επί των τάφων και των ιερών σκηνωμάτων των πατέρων μας. Ας κάνωμεν και άλλους Αγίους Ευγενίους εις τον τόπον αυτόν, τον οποίον θα ερημώσωμεν δια της
φυγής».
Το
ωραίον
κήρυγμα, προσθέτει, εισηκούσθη, ενεφύσησε δύναμιν
και
θάρρος
εις
πολύ
τμήμα του Ελληνισμού, το οποίον έλαβε την γενναίαν
απόφασιν να αποδυθή εις το ωραίον υπέρ Πίστεως και Γένους μαρτύριον...».
Δεν
ήσαν, όμως, λίγοι εκείνοι που εξακολουθούσαν να φεύγουν, με οποιοδήποτε μέσον μπορούσαν, ακόμα και με καΐκια. Αξίζει να σταματήσω λίγο στο σημείο τούτο για να δώσω
μια ιδέα για το τι γινόταν με κείνους που δεν κατάφερναν
να στριμωχτούνε στα καράβια
παρά νοίκιαζαν άλλα μέσα κι έτσι μπαίναν στη θανάσιμη
περιπέτεια ενός αβέβαιου ταξιδιού
χειμώνα καιρό στη Μαύρη θάλασσα.
Από τις πάμπολλες ιστορίες που έχω
διαβάσει
ή ακούσει θα μεταφέρω μια —δείγμα χαρακτηριστικό της περιπέτειας
που περίμενε όλον εκείνον
τον κόσμο μέσ'
τις άγριες
χειμωνιάτικες φουρτούνες ή στην επαναστατημένη
κι αναρχούμενη χώρα, όπου ζητούσαν άσυλο. Είναι
η
ιστορία
ενός από τους
τόσους,
του
Κυριάκου Δημ.
Καζαντζίδη απ' την
Τραπεζούντα, που μου την διηγήθηκε ο
ίδιος κάπως έτσι:
«Ήταν στα τέλη του Γενάρη του 1918, παραμονή των Εισοδίων της Παναγιάς και τρία
καΐκια συμφωνημένα μας περίμεναν, αραγμένα στην παραλία της Δαφνούντας. Ανήκαν
και τα τρία
σε Ρωμιούς,
τα δυο στ' αδέλφια
καπτάν Ανέστη και καπτάν Γιάννη και το τρίτο στον εξάδελφό τους καπτάν
Θοδωράκη.
»Η κατάσταση τις μέρες εκείνες ήταν τραγική και μέσα στην Τραπεζούντα
επικρατούσε σωστό χάος. Κόσμος και ντουνιάς βρισκότανε στο πόδι κι αν ο μητροπολίτης ακουόταν από λίγους, οι πιο πολλοί δεν ησύχαζαν, τους είχε πιάσει ο πανικός κι όσοι είχαν χρήματα πλήρωναν όσα ‐ όσα για να εξασφαλίσουν ένα μέσο κάπως σίγουρο.
Αλλά και οι φτωχοί
ακόμα δίναν τα πάντα από το υστέρημά
τους για να μπουν πατείς με πατώ σε μέσα
σε καράβια, μεγάλα ή μικρά, καΐκια
ή και βάρκες με πανιά ή με κουπιά, μοτόρια, βενζίνες κάθε
είδους αλλά και σε μαούνες, που πατικωμένες από ανθρώπους
τις
δέναν πίσω απ' τα
πλοία και σερνόντουσαν στο έλεος
του Θεού.
»Μπροστά στο φόβο του κακού που μας περίμενε στη στεριά κανένας δεν σκεφτόταν
τον κίνδυνο της θάλασσας.
Άλλωστε και προτού ακόμα μπουν οι Τούρκοι έγινε από καιρό ανυπόφορη η ζωή μέσα στην πόλη μας, όπου τα πάντα είχαν παραλύσει κι επικρατούσε
αναρχία. Οι Ρώσοι στρατιώτες μαζευόντουσαν στις πλατείες κι άκουαν τους ρήτορες που μιλούσαν
για την επανάσταση και συμβούλευαν
ό,τι κατέβαζε το κεφάλι του καθενός.
Είχαν
καθαιρέσει τους αξιωματικούς
τους και κάναν κάθε είδους αυθαιρεσίες. Τα ζώα του
στρατού εγκαταλείφθηκαν στην τύχη τους και γύριζαν στους δρόμους πεινασμένα.
Μόλις βράδυαζε άρχιζαν οι πυροβολισμοί,
ο κόσμος κλεινότανε στα σπίτια του κι έβγαιναν τότε
στους δρόμους ορδές απ' τους επαναστατημένους
στρατιώτες, σπάζαν τα μαγαζιά και τα
λεηλατούσαν.
»Με τα καΐκια συμφωνημένα
χάραζε κάποια ελπίδα λυτρωμού στη σκέψη μας κι επί δυο μέρες
κουβαλούσαμε ό,τι νομίζαμε απαραίτητο για το ταξίδι, τρόφιμα, νερό, φορεσιές, εσώρουχα, στρωσίδια, κουβέρτες κι όλα όσα θα μας χρειαζόντουσαν για την καινούργια μας ζωή της προσφυγιάς.
Είμαστε αρκετοί, άντρες και γυναίκες και μωρά παιδιά. Μπήκαμε στα καΐκια και περιμέναμε
να βραδυάσει για να σαλπάρουμε με το σκοτάδι, επειδή
φοβόμαστε μήπως τυχόν και είχαμε καμιά δυσκολία απ' το Λιμεναρχείο. Μόλις, λοιπόν,
έπεσε η νύχτα, δόθηκε το σύνθημα και τα τρία καΐκια ξεκίνησαν αργά και βγήκαν σιγά ‐
σιγά απ' το λιμάνι.
Ο καιρός ήταν καλός, η θάλασσα ήσυχη, προχωρούσαμε
ολοταχώς και κατά τα ξημερώματα βρισκόμαστε έξω
στο πέλαγος με τον αέρα πολύ ευνοϊκό για τα πανιά μας.
Τα τρία καΐκια βάλανε πλώρη για το Βατούμ
και όλα έδειχναν ότι θα πήγαιναν καλά.
»Με την ανατολή
του
ήλιου, όμως, εκεί κατά τις δέκα η ώρα, κόπηκε ο αέρας, έπεσε μπουνάτσα και τα πανιά μας έπαψαν
να
βοηθούν. Τότε
οι άντρες
αναγκάστηκαν να
πιάσουν τα κουπιά κι έτσι κωπηλατώντας
όλη
τη μέρα προχωρούσαμε σιγά και κατά το
βραδάκι βρεθήκαμε στ' ανοιχτά της Ριζούντας.
Η μπουνάτσα, όμως, εξακολουθούσε κι οι κωπηλάτες κατακουρασμένοι κι εξαντλημένοι
απ' την ολοήμερη δουλειά
σταμάτησαν. Ο
καπετάν Ανέστης μέτρησε το βάθος της θάλασσας κι είπε να ρίξουν άγκυρα για να ξεκουρασθούνε τα πληρώματα
και να κοιμηθούν οι επιβάτες. Αφού φάγαμε ο καθένας
ό,τι είχε πρόχειρο,
στρώσαμε τα στρωσίδια μας, ξαπλώσαμε και σε λίγο έπαψε η κάθε
κουβέντα, έγινε άκρα ησυχία
και
μας πήρε ο ύπνος,
καταμεσής της σκοτεινής
αλλά
γαλήνιας θάλασσας.












Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου