Η κάθοδος στο Βατούμ. Προβλήματα στη μετακίνηση Μέρος 1ο

Σάββατο 27 Απριλίου 2013

Αμέσως μετά την απόφαση της συνέλευσης άρχισε η μετανάστευση. Οι πρόσφυγες συγκεντρώθηκαν κατά ομάδες στο σιδηροδρομικό σταθμό του Καρς. Εκεί επιβιβάζονταν στα τραίνα και σιδηροδρομικώς μέσω της Τιφλίδας κατευθύνονταν στο Βατούμ. Την ευθύνη για την επιβίβαση και το δρομολόγιο των προσφύγων είχε η Ελληνική Αποστολή σε συνεργασία με το Εθνικό Συμβούλιο των Ελλήνων της Αρμενίας. Η προώθηση των προσφυγών από το Καρς, προς το Βατούμ διήρκεσε περίπου ένα έτος- ξεκίνησε το Φθινόπωρο του 1919 και ολοκληρώθηκε το καλοκαίρι του 1920. Όπως αναφέρθηκε και προηγουμένως δεν ήταν πάντα ομαλή και χωρίς προβλήματα.
Καρς

Η πρώτη ομάδα προσφύγων, περίπου πεντακοσίων ατόμων, αναχώρησε από το Καρς στις 7/20 Σεπτεμβρίου του '19 και έφτασε στο Βατούμ στις 17/30 Οκτωβρίου του ίδιου έτους. Μέσα σε δεκαπέντε ημέρες, ύστερα από την απόφαση της αναχώρησης, πάνω από πέντε χιλιάδες Έλληνες έφυγαν από το Καρς.
Τα προβλήματα, όμως, της απρογραμμάτιστης μετακίνησης άρχισαν να αναφαίνονται από την πρώτη στιγμή. Καθώς οι πρόσφυγες όδευαν σιδηροδρομικά από το Καρς προς την Τιφλίδα, στο Σαναγί, τους σταμάτησαν Άγγλοι και Γάλλοι στρατιώτες. Το Σαναγί ήταν ουδέτερη ζώνη, μια περιοχή ανάμεσα στην Αρμενία και Γεωργία. Οι πρόσφυγες παρέμειναν σ' αυτό το χώρο περίπου δύο μήνες και γνώρισαν πολλές ταλαιπωρίες. 
Το δράμα της προσφυγιάς συνεχιζόταν εντονότερο. Πείνα και αρρώστιες θέριζαν τον πληθυσμό. Η κατάσταση μέρα με τη μέρα χειροτέρευε. Ένας μεγάλος αριθμός προσφύγων πέθανε. Στο μεταξύ ειδοποιήθηκε η Ελληνική Αποστολή στην Τιφλίδα να επέμβει για να δώσει ένα τέλος στο δράμα των προσφύγων. Ύστερα από δύο μήνες, λοιπόν, παραμονής στο Σαναγί και μετά από πολλές στερήσεις, ταλαιπωρημένοι και αποδεκατισμένοι οι πρόσφυγες Καρσιώτες, συνέχισαν το δρομολόγιο τους προς το Βατούμ .
Τα θλιβερά συμβάντα στο Σαναγί, όταν έγιναν γνωστά στους πρόσφυγες στο Καρς, προκάλεσαν ανησυχία και μείωσαν κάπως τη διάθεση των προσφύγων για μετανάστευση. Παράλληλα άρχισε να κερδίζει σε εκτίμηση η παράταξη του Κάλτσεφ, που ήταν κατά της μετανάστευσης. 
Έτσι, στην επόμενη Εθνοσυνέλευση που έγινε στα τέλη του 1919, στο Εθνικό Συμβούλιο των Ελλήνων της Αρμενίας επικράτησε η τάση της μη μετανάστευσης, και πραγματικά η μετανάστευση περιορίστηκε' ύστερα μάλιστα από σχετική διαταγή που εξασφάλισε ο Κάλτσεφ από τις αρμενικές αρχές.
Δεν έλειψαν, όμως, περιπτώσεις οικογενειών, οι οποίες είτε μεμο-νωμε'να είτε ομαδικά, αγνοώντας τη νέα θέση του Εθνικού Συμβουλίου, με δικές τους πρωτοβουλίες και ενέργειες, εγκατέλειψαν το Καρς·
Στο μεταξύ, η μακρά παραμονή των προσφύγων στο Καρς δημιουργούσε προβλήματα. Τα τρόφιμα είχαν λιγοστέψει και οι πρόσφυγες, αφού είχαν πουλήσει τα υπάρχοντά τους και είχαν ξοδέψει και τις τελευταίες οικονομίες τους, άρχισαν να αντιμετωπίζουν την απειλή της πείνας. Οι δυνατότητες του Εθνικού Συμβουλίου ήταν περιορισμένες. Η μόνη δύναμη που θα μπορούσε να προσφέρει βοήθεια, δηλαδή η αρμενική διοίκηση, είχε δικά της προβλήματα: τα λίγα τρόφιμα που διέθετε έπρεπε να τα διανείμει στον αρμενικό στρατό και στους δικούς της πρόσφυγες, δεν πλήττονταν μόνο ο ελληνικός πληθυσμός, αλλά και οι άλλες εθνότητες. Ύστερα από διαμαρτυρίες των Ελλήνων προς τις αρμενικές αρχές, οι τελευταίες στους άντρες, να επιστρέψουν στα χωριά τους και να μαζέψουν τα σπαρτά. Πρόκειται για τους κατοίκους εκείνων των χωριών, που μετακινήθηκαν τελευταία προς το Καρς και οι οποίοι είχαν σπείρει τους αγρούς, αλλά δεν πρόλαβαν να τους θερίσουν. Μαλιστα οι αρμενικές αρχές έδωσαν τη διαβεβαίωση ότι σε περίπτωση που οι άντρες θα κινδύνευαν από τους Τούρκους στην προσπάθειά τους να μαζέψουν τα σπαρτά, θα τους πρόσφεραν κάθε δυνατή βοήθεια. 
Παρά τις διαβεβαιώσεις αυτές, όμως, οι κάτοικοι των χωριών Γενίκιοϊ, Αμπουλβάρτ, Σουρπασάν, Κιόρογλου και Καραουργάν εμποδίστηκαν από τις αρμενικές αρχές να μαζέψουν τη σοδειά. Σ' άλλη πάλι περίπτωση οι άντρες του Κιζίλ - Κιλισέ δέχτηκαν νυχτερινή επιδρομή από Αρμένιους και ακόμη κάποιος Αρμένιος τοπικός στρατιωτικός διοικητής κατακράτησε δύο κάρα γεμάτα στάρι. Σε άλλους πάλι, στους κατοίκους του Μέτζιτλι, απαγορεύτηκε να μεταφέρουν τη σοδειά στο Καρς. 
Άλλες πάλι φορές, ενώ οι αρμενικές αρχές επέτρεπαν σε Αρμενίους να μαζέψουν τα σιτηρά από τα χωράφια που είχαν εγκαταλείψει οι Μουσουλμάνοι, δεν έπρατταν το ίδιο και στους Έλληνες, παρά το γεγονός ότι υπήρχε σχετική διαταγή του Διοικητή του Καρς, πως δεν πρέπει δηλαδή να γίνεται καμία διάκριση ανάμεσα σε Έλληνες και Αρμενίους. Ακόμη, το Εθνικό Συμβούλιο προέβη σε πολλά διαβ^ιατα προς τις αρμενικές αρχές, αλλά οι αιτήσεις του απορρίπτονταν .
Η απειλή της πείνας υποχρέωνε την Ελληνική Αποστολή να προβεί σε ενέργειες για να την αντιμετωπίσει. Από τον Νοέμβριο του 1919 η Ελληνική Αποστολή είχε αρχίσει να στέλνει εφόδια στον ελληνικό πληθυσμό. Έστειλε ρύζι και ζάχαρη. Μάλιστα ήρθε και ο ίδιος ο Κων-στανταράκης στο Καρς για την ομαλή διανομή των τροφίμων. Ακόμη, ζήτησε να διοριστεί μια επιτροπή για την περίθαλψη του πληθυσμού. 
Πράγματι, ορίστηκε μια τριμελής επιτροπή που την αποτελούσαν ο τότε πρόεδρος του Εθνικού Συμβουλίου Ηλίας Βουλγαρίδης, ο δάσκαλος Γεώργιος Αδαμίδης και ο ιερέας Ιωάννης Καρυπίδης. Ο Κωνσταντα-ράκης έμεινε στο Καρς ως τον Φλεβάρη του 1920 και συντόνιζε το έργο της διανομής των τροφίμων. Συχνά έγραφε στην Ελληνική Αποστολή που είχε και έδρα της στην Τιφλίδα και ζητούσε περισσότερα τρόφιμα και να έρχονται πιο τακτικά. Θα πρέπει, ακόμη, να σημειωθεί πως ως ένα βαθμό συνέδραμε το έργο της επιτροπής και η Αμερικανική Αποστολή με την παράδοση κάποιων ποσοτήτων τροφίμων .
Στο μεταξύ την 1η Ιανουαρίου του 1920 πέθανε στην Τιφλίδα ο διπλωματικός εκπρόσωπος της Ελλάδας στον Καύκασο Ι.Σταυριδάκης. Πέθανε από γρίππη. Ο θάνατος του ήταν μεγάλη εθνική απώλεια, κυρίως για τους Έλληνες του Καυκάσου .
Τη θέση του Σταυριδάκη πήρε ο Σκέφερης, ο οποίος μέχρι τότε ήταν γραμματέας της ελληνικής αρμοστείας στην Κων/πολη. Ακόμη, διορίστηκε πρόξενος στο Βατούμ ο Κόνδης .
Ο Σταυριδάκης στο θέμα της μετανάστευσης κράτησε μια επιφυλακτική στάση. Δεν ήταν κατά της μετανάστευσης .
Αυτό, όμως, δεν τον εμπόδιζε να συνδιαλέγεται και με τους αντιπάλους της μετανάστευσης, π.χ. με τον Κάλτσεφ, και να ακούει τις απόψεις τους. Και έτσι είχε την εκτίμηση και των δύο διαφορετικών πλευρών. Επειδή, λοιπόν, ο Σταυριδάκης κατάφερνε και έπειθε και τους μεν και τους δε και επειδή ακόμη σ' αυτόν κατέφευγαν οι αντίπαλοι της μετανάστευσης για να εισακουσθούν, από αυτούς λοιπόν, δηλαδή τους αντιπάλους της μετανάστευσης, ο θάνατος του Σταυριδάκη θεωρηθηκε μεγάλη απώλεια57.
 Έχαναν έναν πολύτιμο συμπαραστάτη της ιδέας της παραμονής των προσφύγων στο Καρς. Μετά τον θάνατο, λοιπόν, του Στυαριδάκη επανεμφανίστηκε η ιδέα της μετανάστευσης. Δεν ήταν, όμως, ο θάνατος που την επανέφερε. Ήταν ειλημμένη απόφαση τόσο της Ελληνικής Αποστολή όσο και του Εθνικού Συμβουλίου. Βέβαια, είναι αλήθεια ότι οι πρώτοι πρόσφυγες, που εγκατέλειψαν το Καρς για να φτάσουν ως το Βατούμ, αντιμετώπισαν πολλά προβλήματα τόσο στη διαδρομή όσο και στο λιμάνι του Βατούμ -κάτι για το οποίο θα γίνει λόγος παρακάτω. Και είναι, επίσης, αλήθεια ότι τους τελευταίους μήνες του 1919 και τους πρώτους του 1920 οι πρόσφυγες στο Καρς περιθάλπονταν ικανοποιητικά ύστερα από ενέργειες της Ελληνικής Αποστολής και του Εθνικού Συμβουλίου. Όμως, η μετανάστευση είχε δρομολογηθεί και έπρεπε να ολοκληρωθεί.
Μέχρι τον Γενάρη του '20 είχαν φύγει από το Καρς μέσω της Τιφλίδας προς το Βατούμ περίπου 15.000 πρόσφυγες58. Επειδή, όμως, στη διάρκεια της μετακίνησης, καθώς επίσης και στη διάρκεια της παρμονής των προσφύγων στο λιμάνι του Βατούμ παρουσιάστηκαν πολλά προβλήματα, η αναχώρηση ανακόπηκε προσωρινά.
Τον Γενάρη του 1920, μετά το θάνατο του Σταυριδάκη πήγε στο Καρς ο γενικός ελεγκτής των οικονομικών της Ελληνικής Αποστολής Αγγελάκης για να επιβλέπει την περίθαλψη των προσφύγων και να ελέγξει τον τρόπο διαχείρισης των οικονομικών από τη μεριά της Επιτροπής, που είχε αναλάβει αυτό το έργο. Πέρα, όμως, απ' αυτή του την αποστολή επανέφερε και το θέμα της μετανάστευσης , και η οποία συνεχίστηκε στο κατοπινό διάστημα.
Προβλήματα παρουσιάστηκαν, επίσης, και στο σιδηροδρομικό σταθμό της Τιφλίδας, ο οποίος λειτουργούσε ως ενδιάμεσος σταθμός από το Καρς προς το Βατούμ. Σε πολλές περιπτώσεις οι πρόσφυγες άλλαζαν τραίνο στην Τιφλίδα, καθώς έρχονταν από το Καρς και έπαιρναν άλλο τραίνο για το Βατούμ. Δεν υπήρχαν, όμως, πάντα διαθέσιμα βαγόνια και συχνά ήταν αναγκασαμένοι να παραμένουν πολλές ημέρες στο σταθμό, έως ότου εξευρεθεί και ναυλωθεί κάποιο τραίνο. 


Ιωάννης Φ. Καζταρίδης


Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah