Οι Έληνες της Μικράς Ασίας, κυρίως οι κάτοικοι της Γκιουμισχανέ και των περιχώρων της, στην πλειοψηφία τους ασχολούνται με τα μεταλλωρυχεία από τον καιρό που εμφανίσθηκαν εκεί.
Ένα μέρος της παραγωγής τους το μετέφεραν στον Καύκασο να το πουλήσουν. Ιδιαίτερα τους προσέλκυε η Γεωργία, ορθόδοξη χώρα με πλούσια κοιτάγματα έγχρωμων μετάλλων.
Αυτά τα πλούσια μεταλλεία της περιοχής του Βιλαετίου του Αρζερούμ άρχισαν να προσελκύουν τους Έλληνες μεταλλωρύχους από την Τραπεζούντα και το Αρζερούμ.
Αργότερα εδώ εμφανίστηκαν καινούργιοι ελληνικοί οικισμοί και μάλιστα αρκετά μεγάλοι.
Ως γνωστό, εκεί περίπου βρισκόταν ο εκτεταμένος εμπορικός χώρος ΦΑΡΝΑΛΑ, οι κάτοικοι του οποίου από τα παλιά χρόνια ασχολούνταν με το λιώσιμο του χαλκού.
Αργότερα από τις τακτικές επιθέσεις των ορεσίβιων φυλών και λαών αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τα μεταλλωρυχεία και να απομακρυνθούν σε ασφαλείς περιοχές. Στα μέσα του 18ου αιώνα οι Έλληνες της Αργυρούπολης (Γκιουμισχανέ) άρχισαν εκ νέου την εκμετάλλευση των εγκαταλειμμένων από ένα αιώνα και πάνω ορυχείων χαλκού και ξανάρχισαν την παραγωγή χαλκού στην περιοχή του Μπαϊμπούρτ.
Ένα τέτοιο Ελληνικό χωριό βρισκόταν σε απόσταση 200 πήχεων από το εργοστάσιο παραγωγής χαλκού, είχε 13 φούρνους διαπύρωσης μεταλλευμάτων, ένα φούρνο λιωσίματος χαλκού, ένα καμίνι για καθάρισμα του χαλκού και μερικά υπόστεγα για κάρβουνο.
Στις δεκαετίες του 20 του 19ου αιώνα στο χωριό αυτό ζούσαν μόνιμα πάνω από 100 άτομα. Π.χ. το Γκαλβάνσκι, εργοστάσιο παραγωγής χαλκού των Ελλήνων του Αρζερούμ, βρισκόταν στην αριστερή όχθη του ποταμού Τσιορόχι σε απόσταση 14 Ρωσικών μιλίων (1070μ.) από την πόλη Μπαϊμπούρτ και 10 Ρωσικών μιλίων από την πόλη Αρζερούμ, δηλ. σε άμεση επαφή με τα σύνορα της Γεωργίας. Την παραγωγή τους οι Έλληνες την πήγαιναν πούλημα στο Αρζερούμ και ένα μέρος στην Τραπεζούντα. Ένα μέρος της παραγωγής χαλκού οι Έλληνες το πουλούσαν στην Περσία και στο κρατίδιο του Εριβάν.
Ως γνωστό οι Έλληνες μεταλλοβιομήχανοι από την περιοχή της Γκιουμισχανέ και της Τραπεζούντας ακόμη από τα τέλη του 16ου αιώνα ενδιαφέρονταν να εξακριβώσουν την ύπαρξη κοιτασμάτων αργυροψευδάργυρου στην περιοχή του Μπατούμ.
Έτσι λοιπόν τον 17ου αιώνα οι Έλληνες ξανάρχισαν την εκμετάλλευση των ορυχείων αργύρου. Ως αποτέλεσμα ήταν από την περίοδο αυτή να εμφανιστούν εκεί τα Ελληνικά χωριά: Γκιουμισχανέ, Μπάίο, Μπαλοπάρτο, Κοτέλια και άλλα. Ωστόσο όμως οι ολιγάριθμοι Έλληνες βιομήχανοι μεταλλείων αναγκάσθηκαν να εγκαταλείψουν τα έργοστάσια και τα χωριά τους, λόγω των επιθέσεων των διαφόρων φυλών του Καυκάσου, και να εγκατασταθούν εκ νέου στα όρια της περιοχής της Τραπεζούντας.
Οι Έλληνες αρκετές φορές έκαναν τέτοιες προσωρινές αποχωρήσεις από τα κοιτάσματα των έγχρωμων μετάλλων αυτής της περιοχής, η οποία στη δεκαετία του 80 του 19ου αιώνα βρισκόταν κάτω από τον έλεγχο της κυβέρνησης της Ρωσικής Αυτοκρατορίας. Γι' αυτό και πολλοί μεταλλοβιομήχανοι τόσο από τον Καύκασο, όσο και από την Τραπεζούντα, αυτήν την περίοδο κατευθύνονται σ' αυτήν την περιοχή, για να συνεχίσουν τη δραστηριότητα τους·
Τότε ένας γνωστός μεταλλοβιομήχανος, κάτοικος της πόλης του Μπατούμ, ο Συμεών Συμεωνίδης, στις αναφορές προς το γραφείο του Τοποτηρητή του Καυκάσου έγραφε ότι στα μεταλλωρυχεία του βρήκε ίχνη παλιότερων εξορύξεων.
Το αποτέλεσμα είναι ότι η ύπαρξη στις ανατολικές περιοχές της Μ. Ασίας κοιτασμάτων εγχρώμων μετάλλων αποτέλεσε την αιτία της εξάπλωσης της διασποράς των εφευρετικών Ελλήνων μέχρι το Μπατούμ. Φανατικά αφοσιωμένοι στο αγαπημένο τους επάγγελμα οι Έλληνες της Τραπεζούντας εγκαταστάθηκαν σε διάφορα χωριά της επαρχίας Αρτβίνσκ. Η ζωή τους ανάμεσα στους Λαζούς, Μουσουλμάνους, Κούρδους και Αρμενίους ήταν πικρή. Αυτό μαρτυρεί η ιστορία τους, σύμφωνα με την οποία κατά τη διάρκεια των τελευταίων 250 ετών αναγκάζονταν να αλλάξουν τόπο κατοικίας. Ο μουσουλμανικός περίγυρος άφησε αρκετά ίχνη στην κουλτούρα, στα ήθη, στις ιεροτελεστίες και στα στοιχεία της γλώσσας των Ελλήνων, οι οποίοι σ' αυτήν την περιοχή αποτελούσαν το πιο δραστήριο τμήμα του πληθυσμού.
Το παρελθόν του Ελληνικού χωριού Ρέχα - Κοτέλια διαστρεβλώνεται από μερικούς σύγχρονους Ιστορικούς, οι οποίοι στηρίζονται στα εθνικά συναισθήματα και όχι στα υπάρχοντα πολυάριθμα έγγραφα των αρχείων. Αρχικά, εδώ εγκαταστάθηκαν 19 οικογένειες Ελλήνων, που προέρχονταν από το Μικρασιατικό χωριό Κοτέλια και άλλα Ελληνικά χωριά της επαρχίας Αρτβίν. Η Ρέχα, ως Ελληνικό χωριό στην περιοχή της Τσάλκας, ιδρύθηκε στις αρχές του θέρους του 1831 από τις παρακάτω 20 οικογένειες, που ήρθαν από την Ανατολία:
1. Κωνσταντίν-ογλού Γεώργι, εκεί το έγραφαν ως Κωνσταντίνωφ Γεώργι.
2. Μανουήλ-ογλού Μωϋσής-Μανουήλωφ Μωυσής.
3. Αναστάς-ογλού Κυριάκ-Αναστάσιεφ Κυριάκ.
4. Ιωάνν-ογλου Πιότρ-Ιωάννωφ Πιότρ.
5. Μιχαήλ-ογλου Πάβελ-Ιωάννωφ Πάβελ.
6. Αναστάς-ογλού Ιωάνν-Αναστάσωφ Ιωάνν Κεϊσιογκουλλαρή ή Κέϊσιωφ.
7. Μωυσεϊ-ογλού Πιότρ-Μωυσώφ Πιότρ.
8. Κωνσταντίν-ογλού Εφστάθι-Κωνσταντίνωφ Ευστάθιος.
9. Ναντηρέ-ογλού Γάϊος-Ναντηράβωφ Γάϊος. (Ναντηρέ από το τουρκικό - σπάνιος, έξυπνος, πνευματώδης ή ανέκδοτος).
10. Ιωάνν-ογλού Μωυσέϊ - Ιωάννωφ Μωυσέϊ.
11. Μωυσεϊ-ογλού Σάββα - Μωυσέεφ Σάββα.
12. Φιόντορ-ογλού Συμεών - Φιόντορωφ Συμεών.
13. Φιόντορ-ογλου Χριστόφ - Φιόντορωφ Χριστοφόρ.
14. Φιλίππ-ογλού Ιωάνν-Φιλίππωφ Ιωάνν.
15. Μωυσεϊογλού Πιότρ-Μωυσώφ Πιότρ.
16. Ιωανν-όγλου Δημήτρι-Ιωάννωφ Δημήτρι.
17. Μωυσέ-ογλου Βησσαρίων-Μωϋσώφ Βησσαρίων.
18. Σάββα-ογλού πάβελ-Σαβόεφ Πάβελ.
19. Λαζάρ-ογλου Αβραάμ-Λαζάρωφ Αβραάμ.
20. Γαβριήλ-ογλου Ηλίας-Γαβριέλωφ Ηλίας.
Στο παραπάνω έγγραφο αναφέρεται ότι η οικογένεια του Δημητρίου Ιωάννωφ το 1840 μετοίκησε στο χωριό Αχαλυτάμπα, του δε Βησσαρίωνα Μωύσοβα πέθανε. Σύμφωνα με επίσημα κρατικά στοιχεία της Ρωσιχής Αυτοκρατορίας, στο τέλος του 1831, στο χωριό Ρέχα ζούσαν μόνο 20 Ελληνικές οικογένειες, εκ των οποίων 102 άνδρες και 95 γυI ναίκες. Το χωριό αυτό επίσημα πήρε από το κράτος χωράφια καλλιεργήσιμα ίσα με έκταση 200 και 400 ημερήσια θερίσματα για βοσκοτόπια (ημερήσιο Θέρισμα = μονάδα μέτρησης). Με χρήματα των κατοίκων χτίστηκαν δύο αλευρόμυλοι. Απ' το ίδιο αυτό ντοκουμέντο γνωρίζουμε ότι το 1840 στο χωριό Ρέχα ήρθαν συμπληρωματικά ο Βαχτάγκ Ιωάννωφ και ο Ομάρ Γκογκοτσιασβίλι. Αυτοί ήρθαν από την περιοχή του Αχαλτσήχ. Ένας αλευρόμυλος χτίστηκε στο πάνω μέρος του χωριού και άλλος στο κάτω, όμως τα ίχνη τους εξαφανίστηκαν.
Το μοναδικό που μπορούμε να πούμε είναι ότι τις μυλόπετρες, στην τρίτη δεκαετία του 20ου αιώνα, ο γιός του ιδιοκτήτη του αλευρόμυλου Συμεών Καραγκιόζωφ τις έθαψε στο ίδιο μέρος, που ήταν ο αλευρόμυλος. Κατά τη μετανάστευσή τους στην περιοχή του Νομού της Τιφλίδας, εξαιτίας του Ρωσοοθωμανικού πολέμου του 1828-1829, οι κάτοικοι του χωριού Ρέχα έφεραν μαζί τους όχι μόνο τα ήθη αυτών των λαών, ανάμεσα στους οποίους ζούσαν, αλλά και μερικά ονόματα και κάπου και το χαρακτήρα, την ψυχολογία και στοιχεία της ενδυμασίας τους.
Να σημειώσουμε ότι σε καμία διάλεκτο της περιοχής της Τσάλκας οι Έλληνες δεν χρησιμοποιούν τέτοιους καθαρούς Ελληνικούς όρους, όσο οι κάτοικοι του χωριού Κοτέλια. Π.χ. ο όρος «Μωρμπαιντί». Η λέξη είναι καθαρά Ελληνικής προέλευσης και αποτελείται από δύο λέξεις: «μωρό» = μικρό και «παιντί», που σημαίνει αγοράκι, δηλ. υπαλληλάκος του σπιτιού ή παιδάκι για θελήματα.
Οι Έλληνες μετανάστες από Μικρά Ασία ήταν οι πιο πλούσιοι άνθρωποι σαν μεταλλοβιομήχανοι και με τη μετανάστευσή τους, από ευσπλαχνία προς τους χριστιανούς, εξαγόρασαν από την τουρκική σκλαβιά μερικά παιδάκια Γεωργιανής καταγωγής και τα υιοθέτησαν. Ωστόσο όμως οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης, το κρύο, η πείνα στις δύσβατες περιοχές της αλπικής ζώνης και οι διάφορες μολυσματικές αρρώστιες είχαν σαν αποτέλεσμα να πεθάνουν πολλά παιδιά Γεωργιανών και Ελλήνων.
Παρόλα αυτά όμως κάτω από την προστασία της ορθόδόξης και ισχυρής Ρωσικής Αυτοκρατορίας οι μετανάστες αισθάνονταν απόλυτη «ελευθερία» και «απελευθερωμένοι», επειδή τα χωράφια τους θεωρούνταν κρατικά και όχι ιδιωτικά.
Η χαρά τους που απαλλάχτηκαν από τον Οθωμανικό ζυγό και ιδιαίτερα τα καλά αισθήματα προς τα μικρά Γεωργιανά παιδιά, τους ώθησαν να δώσουν αυτό το ηχηρό όνομα στο χωριό της Ρέχα.
Σωκράτης Αγγελίδης
Διδάκτορας Ιστορίας-Ανατολικολόγος












Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου