ΧΡΥΣΑΝΘΟΣ ΦΙΛΙΠΠΙΔΗΣ-ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΗΣ ΤΡΑΠΕΖΟΥΝΤΑΣ

Τρίτη, 28 Ιουνίου 2011

Η ΕΠΙΘΥΜΙΑ ΜΟΥ να ασχοληθώ με την Εκκλησία της Τραπεζούντος, τη μοναδική μονο­γραφία που ασχολείται λεπτομερώς με μία από τις σημα­ντικότερες πόλεις του παράλιου Πόντου, με οδήγησε στην ανάγκη να γνωρίσω τον συγγραφέα της, τον Μητροπολί­τη Τραπεζούντος (1913-1925) και Αρχιεπίσκοπο Αθηνών (1938-1941) Χρύσανθο Φιλιππίδη.
 Είναι δύσκολο να απο­δοθεί μέσα σε περιορισμένο αριθμό σελίδων το περί­γραμμα, έστω μιας προσωπικότητας του διαμετρήματος του Μητροπολίτη Χρύσανθου. Θα σταθούμε στα σημεία εκείνα που φωτίζουν την πορεία ενός ιεράρχη, ο οποίος αφενός διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο σε μία από τις πιο κρίσιμες περιόδους της ιστορίας του Ποντιακού Ελληνι­σμού, αφετέρου διακρίθηκε ως κορυφαίος εκκλησιαστι­κός λόγιος για το πνευματικό έργο και το ήθος του.

ΤΑ ΠΑΙΔΙΚΑ ΧΡΟΝΙΑ ΚΑΙ ΟΙ ΣΠΟΥΔΕΣ
«Τον πατέρα μου δεν ενθυμούμαι, ήμην πολύ μικρός όταν απέθανεν. ..και την αδελφήν μου Ελισάβετ... την ενθυμούμαι ζωηρώς... στην κηδεία της». «Και τώρα που θα πας», «Θα υπάγω εις την Λειψίαν».
Ο κατά κόσμον Χαρίλαος Φιλιππίδης, γιος του Ζήση Φίλιογλου, γεννήθηκε στην Κομοτηνή (Γκιουμουλτζίνα) τον Μάρτιο του 1881.
Η Κομοτηνή ήταν τότε μια αγροτική πε­ριοχή, της οποίας η λεπτομερής καταγραφή στην «Αυτο­βιογραφία» του μητροπολίτη, σε συνδυασμό με τις τραυμα­τικές παιδικές εμπειρίες, καταδεικνύουν τους ακατάλυτους δεσμούς του με την οικογένεια και την πατρίδα.
Η πρόωρη απώλεια του πατέρα (εμπόρου σιτηρών και κουκουλιών) και δύο εκ των αδελφών του δημιούργησε βαθύ τραύμα, αλλά και αίσθημα ευθύνης στην τρυφερή ψυχή του μικρού Χαρί­λαου.
 Η χήρα μητέρα του, επιφορτισμένη με την ανατροφή των τριών επιζώντων τέκνων της και έχοντας μοναδικόν προ­στάτη και συμπαραστάτη τον αδελφό της Γιάγκο Καραμπάση και, κυρίως, την αδελφή της Λαμπρινή Πέγιου (Πέγιαινα) η οποία «καίτοι δεν εγνώριζεν γράμματα και δεν είχε εμπορικά βιβλία, εκυβέρνα τον εμπορικόν της οίκον θαυμάσια», όπως γράφει ο ίδιος ο Χρύσανθος, που δεν ξεχνά ότι «όταν αργότερα επρόκει­το να εισαχθώ εις την Θεολογικήν Σχολήν της Χάλκης η... θεία Πέγιαινα μου έδωκε την πρώτην χρηματικήν αφετηρίαν εκ λιρών τουρκικών χρυσών πέντε».
Έχοντας λοιπόν ολοκληρώσει την εγκύκλιο μόρφωση στην Κομοτηνή συνεχίζει τις σπουδές του στην Κωνσταντινούπολη, στην περίφημη Θεολογική Σχολή της Χάλκης (1897-1903), όπου διακρίνεται για τις επιδόσεις και το ήθος του («... έλαβον πάλιν παναριστείαν διά το έβδομον έτος, το οποίον υπήρξεν επίπονον όσον και το έκτον...»). 
Μετά το πέρας των σπουδών του και με τις συστάσεις του Μητροπολίτη Ξάνθης Ιωακείμ Σγουρού προς τον Μητροπολίτην Τραπεζούντος Κωνστάντιον Καρατζόπουλο, χει­ροτονείται αρχιδιάκονος στην Ιερά Μητρόπολη Τρα­πεζούντος, μετονομασθείς εις Χρύσανθο.

 Διορίζεται κα­θηγητής των Θρησκευτικών στο Φροντιστήριο της πόλης και ιεροκήρυκας. Το 1904, σε ηλικία μόλις 23 ετών, ανα­λαμβάνοντας τα καθήκοντα του Γενικού Επιτρόπου του Μητροπολίτου Τραπεζού­ντος, μητρόπολις που ήταν έδρα σημαντικού βιλαετίου, επωμίζεται νέες ευθύνες.
 Οι επιτυχίες του στην επίλυση των προβλημάτων που προ­έκυπταν ανάμεσα στις σχέ­σεις χριστιανών και μου­σουλμάνων (βίαιοι εξισλα­μισμοί, αναίτιες διώξεις Ελ­λήνων κ.ά.), καθώς και οι αναμφισβήτητες διοικητικές του ικανότητες, ανυψώνουν το γόητρο του νεαρού Επιτρόπου, ο οποίος αφοσιώνεται ολοκληρωτικά στις όλο και μεγαλύτερες απαιτήσεις της μητρόπολης.
«Και τας διακοπάς ταύτας διήλθον εν Κωνσταντινουπόλει χωρίς να δυνηθώ να επισκεφθώ την πατρίδα μου [...] Ελυπήθην και πάλιν πολύ, αλλ' υπεράνω παντός το καθήκον...».
 Ο αναπάντεχος θάνατος της αγαπημένης του μητέρας τον Μάιο του 1905 τον βρίσκει στην Τραπεζούντα. «Ελυπήθην και εθρήνησα τον θάνατον της πικρώς, αλλ' εξηκολούθησα συγχρόνως το έρ­γον μου και την Κυριακή εκήρυξα εν τω ναώ του Αγίου Γεωργίου Τσαρτακλή περί της κατά θεόν και κατ' άνθρωπον λύπης».
 Ο θάνατος του Μητροπολίτη Τραπεζούντος δύο μήνες μετά, συ­γκλονίζει την πόλη. Ο Χρύσανθος καταβεβλημένος ήδη από το πένθος για την απώλεια της μητέρας του και θέλο­ντας να αποφύγει την εμπλοκή στη διαδικασία διαδοχής του, αρχίζει περιοδεία στα απομακρυσμένα μοναστήρια της μαγευτικής περιοχής του Πόντου: Άγιος Ιωάννης της Ιμέρας, Κρώμνη, οροπέδια του Παριάδρου (Παρχαρίων),Λιβερά, Ιερά Μονή Σουμελά, Μονή Αγίου Γεωργίου του Περιστερεώτου.
Κατά την επιστροφή του ο Χρύσανθος προσφωνεί τον νεοεκλεγέντα Μητροπολίτη Κωνσταντίνο Αράμπογλου εκ μέρους της κοινότητας: «... ευρίσκεις λοιπόν ερχόμενος ενταύθα κοινότητα κα­τά πάντα θαλεράν και ακμαίαν...».
Συνειδητοποιώντας ότι δα­πανά όλη του τη δημιουργι­κότητα στις ολοένα αυξανό­μενες υποχρεώσεις του (Έξαρχος Μονής Σουμελά, καθηγητής στο Φροντιστή­ριο Τραπεζούντος, Αρχιερα­τικός Επίτροπος) αποφασί­ζει, στο τέλος της σχολικής χρονιάς 1907, να παραιτηθεί από όλα του τα καθήκοντα για να αφοσιωθεί στο αντικείμενο που, επίσης, τον είλκυε και στο οποίο είχε διαπρέψει: να συνεχίσει τις ανώτερες σπουδές του στην «Εσπερία» και ειδικότερα στη Λειψία.
 Τα έξοδα της εκεί παραμονής του εξασφάλισε από τους Τραπεζούντιους φίλους και στυλοβάτες της ελληνικής κοινότητας, Γεώργιο Φωστηρόπουλο και Κωνσταντίνο Θεοφύλακτο.
Πρώτος σταθμός η Βιέννη, όπου παρακο­λουθεί μαθήματα Φιλοσοφίας από τον διάσημο καθηγη­τή Wundr, Κανονικού Δικαίου από τον Zoom, Γλωσσο­λογίας από τον Bruggeman.
Γνωρίζει τον Γ. Σκληρό (Γεώργιο Κωνσταντινίδη) και συνδέεται φιλικά με τον ποιητή και συγγραφέα Κωνσταντίνο Χατζόπουλο, ο οποίος  και του αφιερώνει δύο ποιήματα («Σ' ένα δέντρο» και «Στο  ίδιο δέντρο»), δείγμα της στενής ψυχικής επαφής και φιλίας που συνέδεε τους δύο άνδρες.
Στην Λειψία

Άλλωστε, ο Χρύσανθος είχε πάντα σχέσεις με ανθρώπους του πνεύματος, ο Αθανάσιος Σουλιώτης — Νικολαΐδης, ο Δ. Γληνός, ο Ν. Πολίτης, ο Γ. Χατζιδάκις, ο περίφημος Άγγλος αρχαιο­λόγος Dawkins, ο Στέφανος και ο Ίωνας Δραγούμης, η Πη­νελόπη Δέλτα, η οποία τον συμβουλευόταν για τη συγ­γραφή της Ζωής του Χρι­στού, ήταν μερικοί από εκεί­νους που ανήκαν στο στενό περιβάλλον του.
Είναι γνω­στή η ευρύτητα πνεύματος, η βαθιά καλλιέργεια και η αγά­πη του Χρύσανθου για την τέ­χνη. Διαβάζουμε στην Αυτο­βιογραφία του:
«Καθ' όλον το διαρρεύσαν σχολικόν έτος μετέσχον της πλουσίας καλλιτεχνικής ζωής της Λειψίας, παρακολουθήοας εις το θέατρον την όλην σει­ράν των έργων του Wagner, τας πε­ρίφημους τότε οπερέτας της Βιέν­νης, την παράστασιν έργων των Schiller, Gothe, Ibsen από θιάσους πρώτης κλάσεως...».
Τα επόμενα χρόνια ο Χρύσανθος συνε­χίζει τις σπουδές του στην Ελβετία (Λωζάννη), όπου είχε την τύχη να παρακολουθήσει μαθήματα Κοινωνιολογίας από τον Vilfredo Pareto, αλλά και χάρη σε μια σύμπτωση να γνωριστεί με τη μουσικολόγο Μέλπω Μερλιέ, ιδρύτρια του Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών («...έκαστονΣάββατον... μετείχον ως ακροατής της προπαρασκευαστικής εκτελέσεως του μουσικού προγράμματος της Κυριακής.
Εξετελούντο έργα κλασικά και εισηγητής και ερμηνευτής ήτο η Ελληνις καλλιτέχνις Μέλπω Λο­γοθέτη και κατόπιν Merlier»).

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ, Η ΕΚΚΛΗΣΙΑΣΤΙΚΗ ΑΛΗΘΕΙΑ, Η ΑΝΟΔΟΣ ΣΤΟΝ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΤΙΚΟ ΘΡΟΝΟ
Ο Χρύσανθος επιστρέφει στην Κωνσταντινούπολη το 1911. Αμέσως διορίζεται Αρχειοφύλακας του Οικουμε­νικού Πατριαρχείου και διευθυντής - αρχισυντάκτης της Εκκλησιαστικής Αλήθειας, του επίσημου δημοσιογραφι­κού οργάνου του Πατριαρχείου. Αυτή η περίοδος αποτε­λεί για τον μελλοντικό μητροπολίτη ένα στάδιο μύησης
στην εκκλησιαστική τάξη και παράδοση, όσον αφορά την εποπτεία των προβλημάτων της Εκκλησίας.
Με την Εκ­κλησιαστική Αλήθεια του δί­νεται η ευκαιρία, δημοσιεύ­οντας πλήθος μελετών, αφε­νός μεν να προβάλει τις πο­λιτικές θέσεις που απηχού­σαν τον ιδεαλισμό του, αφε­τέρου δε να επιβληθεί ως πνευματική και (μελλοντική) ηγετική προσωπικότητα.
Την επόμενη χρονιά, αρχιμαν­δρίτης πλέον, αποστέλλεται ως 'Εξαρχος στη Βενετία για να μελετήσει τα προβλήμα­τα της εκεί ορθοδόξου κοι­νότητος.
Ο Χρύσανθος υπο­βάλλει διαφωτιστικό υπό­μνημα υποδεικνύοντας τρό­πους για να σωθεί η περιουσία της κοινότητας, την οποία εσκόπευε να σφετερισθεί η ιταλική κυβέρνηση.
Χαρα­κτηριστικό του πόσο σημαντικό κρίθηκε το παραπάνω υπό­μνημα, είναι το γεγονός ότι χρησιμοποιήθηκε 35 χρόνια μετά στις οικουμενικές διαπραγματεύσεις που ακολού­θησαν την ειρηνευτική συνθήκη, μετά το τέλος του Β' Πα­γκοσμίου Πολέμου.
Στις 18 Μαΐου 191 3, το Οικουμενικό Πατριαρχείο υπα­κούοντας στα κοινά κελεύσματα κλήρου και λαού, εκλέ­γει τον Χρύσανθο Μητροπολίτη Τραπεζούντος.
Η Εκκλησία της Τραπεζούντος γνωρίζει στο πρόσωπο του άλλοτε νεαρού αλλά χαρισματικού διακόνου, έναν ιεράρ­χη - εθνάρχη, ο οποίος αναλαμβάνει καθήκοντα όχι μόνον ηθικού ποιμένος αλλά εμψυχωτή και συναγωνιστή στην προσπάθεια για την πνευματική και φυσική επιβίωση του λαού της δεύτερης, θετής του πατρίδας.
Η δεκαετής ποιμαντορία του Χρύσανθου συμπίπτει, δυ­στυχώς, με την τελευταία φάση του μακρόχρονου σχεδόν δισχιλιετούς βίου του ποντιακού Ελληνισμού.
Οι συνέπει­ες της κήρυξης του Α' Παγκοσμίου Πολέμου μεταβάλλουν την περιοχή της Τραπεζούντος αλλά και ολόκληρο τον Πό­ντο σε πεδίο μάχης, όπου τα στίφη των Τούρκων ατάκτων επιδίδονται σε λεηλασίες και παντός είδους κακοποιήσεις εις βάρος του ελληνικού πληθυσμού.
Ο μητροπολίτης, με τη διπλωματική οξύνοια που τον χαρακτήριζε, θεωρεί ότι για να σταματήσουν οι παραπάνω επιθέσεις οι Τούρκοι πρέ­πει να πεισθούν για την απόλυτη νομιμοφροσύνη των Ελ­λήνων.
Το επιτυγχάνει σπεύδοντας να εγγυηθεί ο ίδιος στον γενικό διοικητή (βαλή) του νομού Τζεμάλ Αζμή Βέη και δί­νει ανάλογες οδηγίες στους Έλληνες διοικητές των γειτο­νικών επαρχιών Ροδοπόλεως και Χαλδίας.
Χάρη στη δική του μεσολάβηση ματαιώνονται η εκτόπιση στα βάθη της Με­σοποταμίας, υπό δυσμενέστατες καιρικές συνθήκες, τρια­κοσίων Ελλήνων (Ρώσων υπηκόων), καθώς και η μετακί­νηση των περίφημων «εργατικών ταγμάτων» (amele taburu), που αποτελούνταν από Έλληνες υποχρεωμένους να ακο­λουθούν τον Στρατό, κυρίως προς το Ντιαρμπεκίρ και τα συριακά σύνορα και να δουλεύουν μέχρις τελικής εξοντώσεως σε βαριά έργα οδοποιίας.
Οι στρατευμένοι στα «τάγ­ματα εργασίας» χριστιανοί δεν απομακρύνθηκαν από την Τραπεζούντα και ασχολήθηκαν με ελαφρές εργασίες, ενώ εξαιρέθηκαν από τη στράτευση καθηγητές, δάσκαλοι, ψάλ­τες, νεωκόροι και επίτροποι ναών.
Όμως ο Χρύσανθος οφεί­λει να δώσει λύση και σε ένα άλλο πρόβλημα: την κατάσταση που αντιμετωπίζουν οι ελληνικές κοινότητες στις βουλγαροκρατούμενες επαρχίες των Βαλκανίων. 
Ενώ οι διαπραγ­ματεύσεις για σύναψη συμμαχίας μεταξύ της ελληνικής και της σερβικής κυβέρνησης προχωρούν, ο μητροπολίτης δη­μοσιεύει στην Εκκλησιαστική Αλήθεια της 1ης Ιουνίου 1913 ένα πύρινο άρθρο με τον τίτλο Αίμα και Πυρ, στο οποίο επι­τίθεται με δριμύτητα εναντίον των Βουλγάρων καθώς, βά­σει της Συνδιάσκεψης του Βουκουρεστίου, η Δυτική Θρά­κη κινδύνευε να αποδοθεί στη Βουλγαρία.

Η ΑΦΙΞΗ ΤΩΝ ΡΩΣΩΝ. Η ΗΓΕΤΙΚΗ ΘΕΣΗ ΤΟΥ ΙΕΡΑΡΧΗ
Ο Χρύσανθος προσφωνεί τον Ρώσο Αρχιστράτηγο Νικόλαο Νικολάγιεβιτς (1916)
Τον Απρίλιο του 1916 οι Ρώσοι πλησιάζουν στην Τραπε­ζούντα. Οι τουρκικές αρχές αποχωρούν αναθέτοντας στον Χρύσανθο, ως προέδρου της προσωρινής διοικήσεως Ελ­λήνων και Τούρκων, τη διατήρηση της τάξης και την ασφά­λεια του πληθυσμού, χριστιανών και μουσουλμάνων.
Ο μητροπολίτης υποδέχεται και προσφωνεί τον Μεγάλο Δού­κα Νικόλαο Νικολάγιεβιτς, χρησιμοποιώντας την εξου­σία και το κύρος του προς όφελος όλων των κατοίκων της Τραπεζούντας.
Ο Χρύσανθος προσπαθεί να διατηρήσει τον έλεγχο, αν και οι προσπάθειές του για τη διάσωση των άτυχων Αρμενίων παραμένουν άνευ αποτελέσματος, ενώ οι διωγμοί και η εξόντωσή τους (1915-1916) έχουν εξα­γριώσει μεγάλο μέρος των Ρώσων στρατιωτών, πολλοί από τους οποίους ήταν αρμενικής καταγωγής.
 Οι Ρώσοι τού αναθέτουν τη διοίκηση της πόλης εμπιστευόμενοι πλήρως τις διοικητικές και διπλωματικές ικανότητές του και δια­κρίνοντας στο πρόσωπο του τον εγγυητή της αρμονικής συμβίωσης Ελλήνων και Τούρκων.
Δίχως να κάνει καμία διάκριση ανάμεσα σε φυλή ή θρησκεία, ο Χρύσανθος επε­κτείνει την κοινωνική δράση του στην περίθαλψη χιλιάδων προσφύγων (χριστιανών, μουσουλμάνων, ορφανών των Αρμενίων), καθοδηγώντας τη Φιλόπτωχο Αδελφότητα Τραπεζούντος και επιτυγχάνοντας την οικονομική αρωγή των Ποντίων της Ρωσίας και της ρωσικής κυβέρνησης.
 Ως ηγέτης του ποντιακού Ελληνισμού το γόητρο του αυξάνε­ται, όταν τον Ιούλιο του 1917 ο Μέγας Δουξ Νικόλαος αναλογιζόμενος τις επιπτώσεις από την παράταση του Ρωσοτουρκικού πολέμου, του αναθέτει να εισηγηθεί στην τουρκική κυβέρνηση σύναψη ειρήνης, προσπάθεια η οποία δυστυχώς δεν ευοδώθη.
Το 1918 η ανακωχή του Α' Παγκοσμίου Πολέμου αναπτε­ρώνει το ηθικό των Ποντίων. Πιστεύουν ότι οι υποσχέσεις των συμμάχων και η διακήρυξη του Αμερικανού προέδρου Wilson «περί αυτοδιαθέσεως των λαών» θα πραγματοποι­ηθούν.
 Στις αρχές του 1919 ο Χρύσανθος μεταβαίνει στο Παρίσι ως μέλος τριμελούς επιτροπής αποτελουμένης από τον τοποτηρητή του Οι­κουμενικού θρόνου Μητρο­πολίτου Προύσης Δωροθέ­ου, τον Αλέξανδρο Παπά και τον ίδιο.
 Η αποστολή αυτή εκπροσώπησε τον μικρασια­τικό Ελληνισμό στη Διάσκε­ψη της Ειρήνης. Το 1920 ταξιδεύει στην Τι­φλίδα της Γεωργίας εργαζό­μενος για την επανασύστα­ση της αυτοκεφάλου Ορθο­δόξου Εκκλησίας της χώρας. 
Από εκεί φθάνει στο Εριβάν, πρωτεύουσα της νεοσύστα­της Αρμενικής Δημοκρατίας, όπου διαπραγματεύεται τη δημιουργία μιας Ποντοαρμενικής Ομοσπονδίας.
Επι­στρέφοντας αντιμετωπίζει, όπως ήταν φυσικό, την οργή των Τούρκων και καταφεύγει για μεγαλύτερη ασφάλεια στην Κωνσταντινούπολη, η οποία βρισκόταν υπό την κα­τοχή των Συμμάχων.
 Την 20ή Σεπτεμβρίου 1921 καταδι­κάζεται από το κεμαλικό Δικαστήριο Ανεξαρτησίας - το οποίο με συνοπτικές διαδικασίες είχε ήδη στείλει στην αγ­χόνη 69 Έλληνες προκρίτους από την Αμισό και άλλες πε­ριοχές - ερήμην σε θάνατο.
Το 1922 ο Εθνάρχης αναγκά­ζεται να φύγει από την εγκαταλειμμένη από τους συμμάχους Πόλη και να εγκατασταθεί στην Αθήνα, όπου μόλις το 1926 ορίζεται αποκρισάριος του Οικουμενικού Πα­τριαρχείου.
Οι γνώσεις του για τα εκκλησιαστικά θέματα, η ευρυμάθεια, το ήθος και η αποχή του από κάθε μικρό­ψυχη πολιτικολογία («.. από χαρακτήρος και μορφώσεως απέχω να αναμειγνύομαι εις την μικροπολιτική...») εκτιμώνται από την ελληνική κυβέρνηση, η οποία του αναθέτει πλήθος απο­στολών. 
Αλβανία (1927), Βελιγράδι, Βουκουρέστι, Βαρ­σοβία (1929), Άγιον Όρος (1929, 1930, 1935), Κύπρος (1931) είναι μερικές από τις επιτυχείς του ενέργειες για τη διευθέτηση ζητημάτων που προέκυπταν στις εκτός του ελ­ληνικού χώρου Εκκλησίες.
Από το 1928 μέχρι και τον θά­νατο του το 1949, ο Χρύσαν­θος εχρημάτισε πρόεδρος της Επιτροπής Ποντιακών Μελε­τών, ενώ υπήρξε ιδρυτικό μέ­λος του διεθνούς κύρους επι­στημονικού περιοδικού «Αρχείον Πόντου» (1928), το οποίο εκδίδεται μέχρι σήμερα.
Τον Δεκέμβριο του 1938 εκλέ­γεται Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος. Στη σύ­ντομη και εδώ αρχιεπισκοπι­κή του ποιμαντορία έχει την ευκαιρία να δείξει τις διοικητικές του ικανότητες και τις αρε­τές ενός αληθινού ποιμενάρχη.
 Στην ιταλική επίθεση που στέλνει στα αλβανικά βουνά πλήθος νέων στρατιωτών, αντι­δρά ωσάν να ήταν ακόμη μητροπολίτης Τραπεζούντος, επι­φορτισμένος με το ιερό καθήκον της διάσωσης, ή έστω ανα­κούφισης του ποιμνίου του.
Οργανώνει την Πρόνοιαν των Στρατευομένων, συλλέγει και διαθέτει για τις οικογένειες των στρατευθέντων σημαντική οικονομική βοήθεια, επι­σκέπτεται τραυματίες, αποστέλλει δέματα. Ακολουθεί κα­ταιγισμός γεγονότων.
Αναφέρει ο Ανθιμος Α. Παπαδόπουλος:
 «... Την αποφράδα ημέραν της 27ης Απριλίου 1941 έφθασαν αι ηρωτοπορίαι των Γερμανών εις τους Αμπελοκήπους.Ήδη όμως την 24ην του μηνός εκλήθη [ο Χρύσανθος] να μετάσχη ως πρόεδρος επιτροπής, η οποία θα παρέδιδεν επισήμως την πόλιν εις τους Γερμανούς.
Αλλ 'ο Ιε­ράρχης ηρνήθη ειπών: ο Αρχιεπίσκοπος δεν δέχεται να μετέχη εις επιτροπήν διά την παράδοσιν της πόλεως εις τον εχθρόν, έργον του Αρ­χιεπισκόπου είναι όχι να υποδουλώνη, αλλά να ελευθερώνει».
 Πώς ήταν δυνατό να αντιδράσει με διαφορετικό τρόπο ο ιεράρ­χης, ο οποίος στον ενθρονιστήριο λόγο του ως μητροπο­λίτης Τραπεζούντος είχε δια­κηρύξει: «Προτιμώ ιπτάμενος ως αετός να πέσω ή έρπων να ζήσω».
 Στο Συνοδικό της Αρχιεπι­σκοπής δέχεται όρθιος τον στρατηγό Φον Στούμερ, αρ­χηγό του Δευτέρου Σώματος Στρατού, τον οποίον ευθέως ερωτά γιατί η Γερμανία εκήρυξε τον πόλεμο στην Ελλά­δα.
Όπως ήταν φυσικό, αρ­νείται να ορκίσει τη γερμανοπρόβλητη κυβέρνηση: «Τι κυβέρνησιν αποτελείτε εσείς:Συνταγματικήν; Οχι, διότι δεν έχετε την εντολήν του βασιλέως. Επαναστατικήν; Αλλά δεν είσθε τοιαύτη... Είσθε κυβέρνησις, την οποίαν επι βάλλουν οι ξένοι κατακτηταί[...]».
 Ο Χρύσανθος εκθρονίζεται στις 2 Ιουλίου 1941 και απο­σύρεται σε ένα σπιτάκι της Κυψέλης, στον δρόμο που κα­τόπιν αιτήσεώς του ονομάστηκε οδός Σουμελά. Καθ' όλην τη διάρκεια της Κατοχής δεν έκανε ούτε ένα βήμα έξω από το σπίτι. Πάμπτωχος, συνετηρείτο χάρη στη γενναιοδω­ρία των φίλων του.
Θα αποτελούσε μεγάλη παράλειψη να μην αναφερθούμε στην εκλογή του την 28η Νοεμβρίου 1939 ως μέλους της Ακαδημίας Αθηνών. Το τεράστιο συγγραφικό έργο του (πλή­θος άρθρων στην Εκκλησιαστική Αλήθεια, στην περιοδική έκδοση Κομνηνοί της Τραπεζούντος και άλλα έντυπα, η έκδοση δύο λόγων του Βησσαρίωνος από τη Μαρκιανή Βι­βλιοθήκη, αλλά κυρίως η μνημειώδης εξ 900 σελίδων ερ­γασία του για την Εκκλησία της Τραπεζούντος, την οποία εξέδωσε στη σειρά του Αρχείου Πόντου η Επιτροπή Πο­ντιακών Μελετών) καταδεικνύει το μέγεθος της πνευματι­κής προσφοράς του.
 Για τη μόρφωση και το εξαιρετικό ήθος του τιμήθηκε από τη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημί­ου Αθηνών με τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα. Η ομι­λία του κατά την επίσημη υποδοχή από την Ακαδημία Αθηνών τη 10η Φεβρουαρί­ου 1940, με το θέμα «Εκκλη­σία και πολιτισμός εν τη καθ' ημάς Ανατολή», αποτέλεσε και την πρώτη ακαδημαϊκή του ανακοίνωση.
 Πρόκειται για σημαντική μελέτη στην οποία διαγράφεται η ευρύτη­τα του πνεύματος του Χρύ­σανθου όσον αφορά την απο­δοχή του ρόλου της αρχαιο­ελληνικής παράδοσης και της Εκκλησίας στην «καθ' ημάς Ανατολή».
«Ο ορθόδοξος ελληνικός χριστιανισμός απορροφά παν ό,τι είχεν η Ανατολή εις πάθος, δύναμιν και ενθουσιασμόν, η δε Εκκλησία υπό την έπίδρασιν του ελληνικού πνεύματος το άμορφον βάθος της ψυχής και ζωής και τέχνης των λαών της Ανατολής δαμάζει και διακοσμεί και διευκρινίζει εις τας αιθέριας και καθαράς και ιλαράς γραμμάς και μορφάς ελληνικής ψυχής και ζωής και τέχνης [...]».
 Μετά το τέλος της γερμανικής κατοχής ο ιεράρχης δεν επε­δίωξε να επανέλθει στον αρχιεπισκοπικό θρόνο, για να μη δημιουργηθούν εσωτερικές ανωμαλίες και έριδες. Άλλω­στε, η στάση της Πολιτείας, αλλά και της Εκκλησίας από την εποχή της απομακρύνσεώς του μέχρι της αποδημίας του ήταν πλήρως αδιάφορη. 
Μόλις ένα μήνα πριν από τον θάνατο του, στις 28 Σεπτεμβρίου 1949, η Ιερά Σύνοδος ανα­γνώρισε τον Χρύσανθο ως τέως Αρχιεπίσκοπο Αθηνών («κατ εκκλησιαστικήν οικονομίαν») και αυτό για τη στοιχειώδη οικονομική του ενίσχυση.
Τη θέλησή του «να γίνει απλή ανε­πίσημος κηδεία δι' ενός μόνον ιερέως» είχε ανακοινώσει προφο­ρικά στον Γεώργιο Ν. Τασούδη. Η τελευταία του όμως θέ­ληση δεν εισακούσθηκε με το αιτιολογικό ότι «ο Χρύσανθος δεν ανήκεν εις την οικογένειάν του, αλλά εις το'Εθνος και την Εκκλησίαν».
Έγινε λοιπόν επίσημη κηδεία και του απονεμήθηκαν τιμές Αρχιεπισκόπου, τιμηθέντος με τον Μεγαλόσταυρο.
Ειρωνεία της τύχης; Απόδοση - την ύστατη έστω στιγμή - δικαιοσύνης.
Ό,τι και να υποθέσουμε, γεγονός είναι ότι δεν ήταν γραφτό να εισακουσθεί η τελευταία επιθυμία εκείνου του οποίου ο βίος αποτέλεσε προσφορά και εκπλήρωση ενός χρέους στο ποίμνιο, την πατρίδα, την ιδέα της ελευθερίας, στη συμφιλίωση των λαών.
Οταν ανοίχθηκε η διαθήκη του, με την οποία διέθετε τα ελάχιστα κινητά υπάρχοντά του, δια­βάστηκε και ο παρακάτω κωδίκελλος:
«...Όταν ευδοκήση να με καλέση ο Κύριος παρ' αυτώ, παρακαλώ ίνα η κηδεία μου τελεστεί εν στενωτάτω κύκλω και υπό ενός μόνον ιερέως [...].
 Η θέλησή μου αύτη παρακαλώ να εφαρμοσθή πιστώς και ακριβώς.
Εν Αθήναις τη 25 Νοεμβρίου 1941 
Ο Αθηνών Χρύσανθος


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
*Στ. Κανονίδης, Χρύσανθος Φιλιππίδης, Νεώτερον Eγκυκλοπαιδικών Λεξικόν «Ηλίου», τόμ. 18σ. 759-760.
*Οδ. Λαμψίδης, Γ. Σκληρός και Μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος Φιλιππίδης, Τα Ιστορικά, «Ελευθεροτυπία», τχ. 23 (Δεκ.
1995), σ. 351 -368, τόμος δωδέκατος.
*«Το περιοδικό της Τραπεζουντος « Οι Κομνηνοί», Δελτίο Κέντρου Μικρασιατικών Σπουδών, τόμ. 11(1995-96) σ. 239-265.
* Θεοκλ. Α. Στράγκας, Αρχιμανδρίτης, Εκκλησία της Ελλάδος. Ιστορία εκ πηγών αψευδών 1817-1967,τόμος Δ!, Αθήνα 1972. 
*Γεώργιος Ν. Τασούδης (επιμ.) Βιογραφικαί Αναμνήσειs του Αρχιεπισκόπου Αθηνών Χρύσανθου του από Τραπεζούντος, 1881- 1949, Αθήναι 1970.
*Ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών Χρύσανθος ο από Τραπεζούντος, η εθνική και εκκλησιαστική δράσις του 1926-1949. (Εκ του αρχείου του), Αθήναι 1972.
*Χρύσανθος, Μητροπολίτης Τραπεζούντος, Η Εκκλησία της Τραπεζούντος, εν Αθήναι 1933.

Βερονίκη Δαλακούρα-Καμάρα
Δρ. Ανθρωπογεωγραφίας-Ερευνήτρια



Share
 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah