Συγκριτική θεώρηση ηθών και εθίμων Ποντίων και θρακών

Τετάρτη 2 Φεβρουαρίου 2011

Αποτελεί αδιαμφισβήτητη πραγματικότητα η ενότη­τα του ελληνισμού, σε όλες τις περιόδους ύπαρξης του, από τα αρχαιότατα χρόνια μέχρι και σήμερα, παρά την εμφάνιση κατά καιρούς ανάμεσα στο γένος των Ελλήνων, διχαστικών τάσεων και εμφύλιων σπαραγμών.
Το ίδιο, όμως, αποτελεί μια αδιαμφισβήτη­τη πραγματικότητα το γεγονός ότι στα διάφο­ρα γεωγραφικά σημεία, όπου έζησε ο ελλη­νισμός, ένα μεγάλο μέρος των ηθών και των εθίμων, που διακρίνουν τους Έλληνες από τους άλλους σύνοικους ή γειτονικούς λαούς, παρουσιάζει σημαντικές διαφορές από τον έναν ελληνικό τόπο στον άλλον.

Ήθη και έθιμα των διαφόρων τμημάτων του ελληνισμού μπορεί αρκετές φορές να έχουν τα ίδια επιφανειακά γνωρίσματα, ωστόσο από την ενδελεχή εξέταση τους, πάντοτε θα προκύψουν μικρές ή μεγάλες διαφορές, ικανές, όμως, να δώσουν τη διαφορετικότητα και το κυριότερο, να προσφέρουν την ποικιλότη­τα της ομορφιάς, που τα κάνει άκρως ενδιαφέροντα.
Πολύ γρήγορα θα μπορούσαμε να αποδώσουμε αυ­τήν την ουσιαστική ή όχι ποικιλία στις κοινωνικές δομές από τόπο σε τόπο, στις τυχόν επιρροές από γειτονικούς λαούς, στις κλιματικές συνθήκες της κάθε περιοχής, στις παλαιότερες και τις σύγχρονες θρησκευτικές αντιλήψεις και σε διάφορους άλλους παράγοντες.
Ακόμη και στους ανθρώπους που ζουν στον ίδιο γεω­γραφικό χώρο, όπως οι Έλληνες γύρω από τη Μαύρη Θάλασσα, που τους χωρίζει το νερό, αλλά και ταυτόχρο­να τους ενώνει, είναι εμφανής η ποικιλομορφία στα ήθη και τα έθιμα. Οι Έλληνες της Θράκης, της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας, της Ουκρανίας, της νότιας Ρωσίας και του Πόντου ζουν με τις πανάρχαιες ελληνικές τους πα­ραδόσεις, αλλά διαφοροποιούνται στις εκδηλώσεις της καθημερινής τους ζωής, στις γιορτές και τα πανηγύρια τους.
Επειδή υπήρχε πάντοτε επικοινωνία των Ελλήνων της Θράκης με τους Έλληνες του Πόντου, θα περίμενε κα­νείς να έχουν πολλά κοινά στα ήθη και στα έθιμα. Ωστό­σο, κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, γιατί τα δυο αυτά τμήματα του ελληνισμού είχαν διαφορε­τική εξέλιξη στην κοινωνική τους ζωή, αλλά και στη θρησκευτική και την πολιτισμική. Η κλειστή κοινωνία του Πόντου δεν θα μπορούσε να παρουσιάσει την ίδια εξέλιξη με εκείνη της πιο ανοιχτής θρακιώτικης κοινωνίας, που είχε τη συμβασιλεύουσα να σηματοδοτεί τις εξελίξεις σε όλους τους τομείς της ζωής στη Θράκη.
Ήταν φυσικό, η κλειστή κοινωνία στον Πόντο να έχει και κλειστές οικογένειες, οι οποίες ήταν πατριαρχικές, δηλαδή ζούσαν στο ίδιο σπίτι και είχαν το ίδιο νοικο­κυριό οι παππούδες, οι γονείς, τα παιδιά, τα εγγόνια, τα ανύπαντρα παιδιά. Μέσα σε αυτές τις οικογένειες, η θέση της γυναίκας ήταν μειονεκτική. Η γραία γιαγιά ήταν «κοδέσπενα», δηλαδή η γνώμη της επιβαλλόταν στα του σπιτιού, αλλά μόνον μέχρι εκεί. Όλα τα άλλα κανονίζονταν από τον παππού και από τους άνδρες της οικογένειας.
Σε αυτήν την οικογένεια, η νύφη δεν είχε λόγο. Εί­ναι το περίφημο «μας» ή «στήμνωμα», που αποτελούσε νόμο απαράβατο για την ποντιακή οικογένεια, ιδιαίτε­ρα στα χωριά. Η νύφη, για να πει κάτι, έπρεπε να το πει κρυφά στην κουνιάδα της και αυτή ή κάποια άλλη μεγά­λη γυναίκα της οικογένειας μπορούσε να το μεταφέρει στους άνδρες. Η νύφη, χωρίς να μιλά, έπρεπε να κάνει όλες τις δουλειές του σπιτιού, του χωραφιού και του μα­ντριού και μετά, εντελώς τελευταία, να πάει για ύπνο. Και υπάρχουν πολλές φαιδρές ιστορίες, όπου ο άνδρας περίμενε μέχρι αργά τη γυναίκα του να τελειώσει όλες τις δουλειές και να πάει να κοιμηθεί μαζί του.
Βέβαια, κάτι τέτοιο θα ήταν εντελώς ακατανόητο για την περιοχή της Θράκης και τη θρακιώτικη οικογένεια, όπου από χιλιάδες χρόνια πριν υπήρχε η παράδοση της μητριαρχίας και η γυναίκα βγήκε πολύ γρήγορα μέσα από τα στενά πλαίσια της οικογένειας, για να εργαστεί έξω, κυρίως ως δασκάλα και νηπιαγωγός, αλλά και σε αρκετά άλλα επαγγέλματα. Είναι χαρακτηριστικό ότι ένα μεγάλο ποσοστό από τις δασκάλες, που διορίζονταν στον Πόντο, ήταν Θρακιώτισσες.
Κάτι που ίσως δεν έχει ερευνηθεί ιδιαιτέρως είναι το γεγονός ότι σε αντίθεση με τους Θρακιώτες, οι Πό­ντιοι δεν είχαν και πολλή σχέση με τη φωτιά, παρά μό­νον σε πάρα πολύ παλαιά χρόνια, όταν η περιοχή του Πόντου επηρεαζόταν από τους πυρολάτρες ντόπιους λαούς. Αντίθετα, οι Θρακιώτες, ακόμη και σήμερα που η Εκκλησία θεωρεί ότι κάποια θρακιώτικα έθιμα είναι ειδωλολατρικά και τάσσεται εναντίον τους, οι Θρακι­ώτες επιμένουν στην παράδοση και παρουσιάζεται το φαινόμενο να επιβιώνουν σε αρκετά μέρη της Ελλάδας τα αποδιοπομπαία αναστενάρια.
Οι Πόντιοι, επίσης, δεν κατανάλωναν πολύ κρέας με­γάλων ζώων και αυτό φαίνεται και από τα βασικά τους εδέσματα, που στηρίζονται κυρίως στη χρήση σταριού, καλαμποκιού, αυγού και βουτύρου. Ο Πόντιος, όταν χαιρόταν και ήθελε να διασκεδάσει, έλεγε «σπάξον την κοσσάραν». Δεν έλεγε θα κάνουμε ένα αμνοερίφιο στη σούβλα. Έτσι, οι Πόντιοι δεν έχουν το έθιμο της θυσίας, το κουρμπάνι δηλαδή. Το έθιμο αυτό το γνώρισαν από τους Θρακιώτες εδώ στην Ελλάδα, μετά την αναγκαστι­κή ανταλλαγή των πληθυσμών του 1922 - 1923.
Οι Θρακιώτες, από όποια περιοχή της Θράκης και αν κατάγονται, έχουν το κουρμπάνι ως ένα από τα βασι­κότερα έθιμα τους, μαζί με τους Ανατολικορωμυλιώτες. Κάθε χρόνο, ιδιαίτερα στη γιορτή του Αγίου Τρύφωνα, κάνουν το κουρμπάνι και ίσως αυτό το έθιμο είναι το δεύτερο, μετά τα αναστενάρια, που χαρακτηρίζει τον θρακικό ελληνισμό.
Κάτι άλλο που ξεχωρίζει τους Θρακιώτες από τους Πόντιους είναι τα ταφικά τους έθιμα. Π. χ. οι Πόντιοι δεν έβγαζαν και δεν βγάζουν τα οστά των νεκρών στα τρία χρόνια, που κάνουν οι Θρακιώτες το ξεχωμάτιασμα, όπως το λένε, ύστερα από τρία έως εφτά χρόνια, ένα απόγευμα του Σαββάτου. Ίσως οι Θρακιώτες είναι πιο προσγειωμένοι και έχουν εξοικειωθεί με το γεγονός του θανάτου, ενώ οι Πόντιοι δεν μπορούν να δεχτούν ότι έχασαν ένα προσφιλές τους πρόσωπο.

Η πίστη τους αυτή ότι το αγαπημένο τους πρόσωπο δεν χάθηκε, τους οδηγεί και στο ταφικό έθιμο, κατά το οποίο την εορ­τή της Ζωοδόχου Πηγής, πηγαίνουν στα νεκροταφεία με φαγητά - ιδιαίτερα τα φαγητά που προτιμούσαν οι νεκροί τους - και εκεί, μετά την επιμνημόσυνη δέηση που αναπέμπει στον Θεό ο ιερέας, κάθονται και τρώνε και τραγουδάνε, αλλά και χορεύουν, πιστεύοντας ότι οι ψυχές των νεκρών χαίρονται και εκείνες αυτές τις στιγ­μές.
Κάτι που είχαν κοινό Πόντιοι και Θρακιώτες ήταν και ο πυρρίχιος χορός, μόνον που στην πορεία των αιώνων οι Πόντιοι συνέχισαν και διατήρησαν αυτόν τον χορό, ενώ οι Θρακιώτες τον έχουν μόνον ως ανάμνηση. Ο Ξε­νοφών δίνει την πληροφορία στην Κύρου Ανάβαση ότι, όταν έγινε η συνθήκη ειρήνης ανάμεσα στον Κύρο και τον αδελφό του Αρταξέρξη, οι μύριοι του, αφού έψαλαν τον παιάνα, σηκώθηκαν πρώτοι οι Θράκες και με τους ήχους του αυλού χόρεψαν με τα όπλα τους τον πυρρίχιο και πηδούσαν με ευκολία ψηλά και χρησιμοποιούσαν τα μαχαίρια τους. Αναφέρει συγκεκριμένα ο Ξενοφών:
«Επεί δε σπονδαί εγένοντο και επαιάνισαν, ανέστησαν πρώτον μεν Θράκες και προς αυλόν ωχρήσαντο συν τοις όπλοις, και ήλλοντο υψηλά και κούφως και ταις μαχαίραις εχρώντο». Η χρησιμοποίηση των μαχαιριών στον χορό παραπέμπει άμεσα στον ανάλογο ποντιακό χορό, το πιτσάκ ή χορός των μαχαιριών, που χορεύεται από Πόντιους και σήμερα, σε πολλές περιοχές της Ελλάδας.
Απομονωμένοι οι Πόντιοι από τις Ποντιακές Άλπεις και τα άλλα βουνά της Μικράς Ασίας, με τη Μαύρη Θά­λασσα να τους ενώνει αλλά και να τους χωρίζει από τον υπόλοιπο ελληνισμό, με έναν εχθρικό πάντοτε μουσουλ­μανικό περίγυρο, διατήρησαν για αιώνες τα αναγκαστι­κά τραχιά τους έθιμα, έτσι συνέχισαν να χορεύουν τον πυρρίχιο, που τον έλεγαν και χορό σέρα, μάλλον από το όνομα του ποταμού που περνάει κοντά από τα Πλάτανα της Τραπεζούντας, γιαυτό και οι Πλατανίτες θεωρού­νταν ως οι καλύτεροι χορευτές του χορού σέρα. Σήμε­ρα, ο χορός σέρα είναι ο πιο εντυπωσιακός ποντιακός χορός. Οι χορευτές του χορού σέρα δεν πηδάνε ψηλά,όπως οι αρχαίοι Θράκες χορευτές, αλλά με χαρακτηρι­στικές κινήσεις, όπως οι αρχαίοι τους πρόγονοι, σαρκάζουν τον εχθρό και ταυτόχρονα προετοιμάζονται για τη μάχη, γιατί ο χορός στην αρχαιότητα αποτελούσε έναν τρόπο άσκησης των πολεμιστών.
Οι Θρακιώτες, αντίθετα, με τις πόρτες τους ανοιχτές στον υπόλοιπο ελληνισμό, με τη βασιλεύουσα Κωνστα­ντινούπολη να αποτελεί για αιώνες το κέντρο του τότε γνωστού κόσμου, επηρεάσθηκαν στα ήθη και έθιμα τους, ακόμη και από τους λαούς με τους οποίους συμβιούσαν, όπως ήταν οι ορθόδοξοι χριστιανοί Σλάβοι. Έτσι, οι χοροί τους έγιναν περισσότερο συρτοί, τους διακρίνει αισθητική λεπτότητα και ευπρέπεια και, βέβαια, δεν χο­ροπηδούν σήμερα τον πυρρίχιο, όπως οι αρχαίοι τους πρόγονοι, τους οποίους τόσο παραστατικά περιγράφει ο Ξενοφών.
Οι ομοιότητες και διαφορές ανάμεσα στους Πόντι­ους και τους Θρακιώτες δεν περιορίζονται μόνον σε όσα προαναφέραμε. Ομοιότητες και διαφορές παρου­σιάζονται και σε ένα έθιμο που έχει μάλλον κοινή την προέλευση από τα αρχαία Λήναια, τις γιορτές που εί­χαν κυρίως σκωπτικό χαρακτήρα και διατηρήθηκαν σε ορισμένα μέρη του ελληνισμού μέχρι και τις μέρες μας. Πρόκειται για τα Μωμογέρια των Ποντίων και τους Κα­λόγερους των Θρακιωτών.
Από το Βυζάντιο και μετά, τα Μωμογέρια, ενώ δια­τήρησαν τον παλιό σκωπτικό τους χαρακτήρα, άλλα­ξαν σιγά σιγά περιεχόμενο, άλλαξαν θεματολογία και μέσα στους χαρακτήρες που σατίριζαν πέρασαν αξιω­ματούχοι της τουρκικής τυραννίας, τους οποίους οι Μωμόγεροι, με μισόλογα ή και ανοιχτά, δεν τους άφηναν σε χλωρό κλαρί. Όλους τους κορόιδευαν, ακόμη και τους Έλληνες αγάδες. Όλους τους ρόλους τους έπαι­ζαν άνδρες. Τη νύφη, που υπάρχει σε κάθε παράσταση Μωμόγερων, την υποδύεται άνδρας. Η γριά, η τσαζού καρή, δηλαδή μάγισσα ή κάτι τέτοιο, που κυλιέται μέσα στους δρόμους, δείχνοντας το μπαλωμένο μακρύ βρακί της, είναι πάντοτε άντρας.
Οι Μωμόγεροι των Ποντίων και οι Καλόγεροι ή Κιοπέκ Μπέηδες των Θρακιωτών, έχουν ευετηριακό χα­ρακτήρα, γίνονται, δηλαδή, για την καλοχρονία, με επισκέψεις σε όλα τα σπίτια του χωριού, εκτός εκείνων που έχουν πρόσφατο πένθος. Και στα δύο δρώμενα δεν υπάρχει συμμετοχή γυναικών, σύμφωνα με τον άγραφο αρχαίο κανόνα. Η Θρακιώτισσα, που κουβαλάει μαζί της την παράδοση της μητριαρχίας, δεν μπορεί, ωστό­σο, να συμμετέχει και αυτή στο θεατρικό δρώμενο των Καλόγερων. Τα γυναικεία πρόσωπα υποδύονται πάντο­τε οι άνδρες. Όλοι οι εκτελεστές που το παριστάνουν διαλέγονται για μια τετραετία από την κοινότητα, τον πρωτόγερο ή τον μουχτάρη. Οι πρωταγωνιστές, δηλαδή οι δύο καλόγεροι, κατά το έθιμο, πρέπει να είναι πα­ντρεμένοι. Άλλα πρόσωπα του κωμικοτραγικού δράμα­τος, όπως τα Κορίτσια ή οι Νύφες, διαλέγονται από τα ανύπαντρα παλληκάρια του χωριού.

Οι Καλόγεροι θυμίζουν την παντομίμα του πυρρίχιου χορού, όπως τον περιγράφει ο Ξενοφών στην Κύρου Ανάβαση. Στα Κοτύωρα του Πόντου - αναφέρει ο Ξε­νοφών - σε ένα δείπνο που δόθηκε από τους Έλληνες στρατηγούς στην αντιπροσωπεία των Παφλαγόνων, οι Θρακιώτες σηκώθηκαν και χόρεψαν έναν χορό, με συνοδεία αυλού, με όπλα και μαχαίρια. Ξαφνικά πετά­χτηκε κάποιος και άρχισε να χτυπάει έναν άλλον με το μαχαίρι του, έτσι που φάνηκε ότι τον πλήγωσε αληθινά, αλλά εκείνος, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, δεν είχε πάθει τίποτε σε αυτήν τη συναρπαστική χορογραφική παντομίμα.
Αντίθετα, στο γνωστό έθιμο της γυναικοκρατίας, που αναβιώνει κάθε χρόνο στις 8 Ιανουαρίου, γιορτή της Αγίας Δομνίκης ή Δομνής, σε διάφορες περιοχές, όπου ζουν Θρακιώτες, το οποίο έχει και αυτό την προέλευση του από αρχαίες γιορτές, συμμετέχουν μόνον γυναίκες που παίζουν και τους ρόλους των ανδρών. Ιστορικά ανατρέχοντας, θα βρούμε τις πηγές του εθίμου της Μπά­μπως στα αρχαία Θεσμοφόρια, αλλά και στα Αλώα, που γιορτάζονταν στις 26 Ποσειδαιώνα, δηλαδή στις αρχές Ιανουαρίου, στην Ελευσίνα.
Και αυτή η εκδήλωση, ως μυθική σύλληψη, εντάσσεται σε εκείνες που αντιπροσωπεύουν τη δραματική σύνθε­ση της ζωής ή μάλλον είναι μια από τις εκδηλώσεις της φυσιολατρίας του ανθρώπου. Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνιέται η επιθυμία του ανθρώπου να υποτάξει τα φυ­σικά φαινόμενα και ότι όλες, σχεδόν, οι εκδηλώσεις του κατατείνουν στην επίτευξη αυτού του στόχου.
Μεγάλες είναι οι διαφορές μεταξύ Ποντίων και Θρα­κιωτών και στην ενδυμασία. Ο Θρακιώτης είναι πε­ρισσότερο επηρεασμένος από την ενδυμασία των Σλά­βων, ο Πόντιος από την ενδυμασία των Τούρκων. Μια Θρακιώτισσα φοράει σχεδόν την ίδια ενδυμασία με τις Βουλγάρες. Μια Πόντια θυμίζει στην ενδυμασία τις χανούμισσες. Οι Θρακιώτες θυμίζουν στην ενδυμασία Βουλγάρους και οι Πόντιοι Τούρκους. Βέβαια, μπορεί οι Σλάβοι και οι Τούρκοι να πήραν από τους Έλληνες την ενδυμασία στα πολύ παλιά χρόνια και ως αντιδά­νειο - όπως έγινε και στη γλώσσα - οι Έλληνες τα ξα­ναπήραν πίσω αλλοιωμένα. Πάντως, είναι γεγονός ότι, εκτός από τα φλουριά, τα γιλέκα και τις ποδιές, ίσως και τα κοντογούνια, Πόντιες και Θρακιώτισσες φορά­νε διαφορετικά ρούχα. Π.χ. της Πόντιας η ποδιά έχει πλατιές χαρακτηριστικές ρίγες, της Θρακιώτισσας είναι λουλουδάτη. Της Πόντιας η ποδιά είναι λαχώρ', δηλαδή φτιάχτηκε με ύφασμα από την πόλη Λαχώρη της Ινδίας. Της Θρακιώτισσας είναι, συνήθως, βελούδινη και δικής της μάλλον ύφανσης.
Τέλος, μια άλλη διαφορά - όχι και τόσο χαρακτηριστι­κή αυτή - ανάμεσα στους Πόντιους και τους Θρακιώτες είναι ο τρόπος με τον οποίο κατασκευάζουν τα σπίτια τους. Ο Θρακιώτης, και σήμερα ακόμη, εννοεί πάντοτε να περιλαμβάνει το σπίτι του και υπόγειο, που το χρησι­μοποιεί ως κελάρι, για την αποθήκευση διαφόρων προϊόντων, ανάμεσα τους και ειδών διατροφής του ίδιου και των ζώων του. Ο Πόντιος δεν φτιάχνει, συνήθως, υπό­γειο. Στα παλαιότερα χρόνια, τα σπίτια των Ποντίων ήταν συνήθως διώροφα, με το ισόγειο χρησιμοποιούμε­νο για τον σταυλισμό των ζώων και τον επάνω όροφο χρησιμοποιούμενο για κατοικία της οικογένειας. Στην Ελλάδα, μετά την αναγκαστική ανταλλαγή των πληθυ­σμών του 1922-1923, ο εποικισμός έφτιαξε σπίτια χωρίς υπόγεια. Οι Θρακιώτες, όμως, επέμεναν να χτίζουν σπί­τια με υπόγεια.
Κλείνοντας το άρθρο μας αυτό, θα αναφερθούμε στο έθιμο της Βαρβάρας, που γίνεται στις 4 Δεκεμβρίου, και που απέβλεπε παλαιότερα στο να γλυκάνουν οι γονείς την αγία, η οποία ήταν προστάτιδα των παιδιών και τα προφύλαγε από την ευλογιά. Στη Θράκη, πρόσφεραν στην αγία μελόπιτες ή κολυβόζουμο, που το έλεγαν «βάρβαρα». Το έθιμο, που δεν απαντάται στους Πόντι­ους, θυμίζει την πανσπερμία και γίνεται πάντα για την καλοχρονία.
Η αναφορά μας στα έθιμα και τις παραδόσεις των Ποντίων και των Θρακιωτών, με την προσπάθεια συ­γκριτικής αντιμετώπισης τους που κάναμε, μπαίνοντας σε αρκετές λεπτομέρειες, για να νιώσουμε την πολλα­πλή ακτινοβολία της, πιστεύουμε ότι θα παρακινήσει και άλλους να κάνουν τον ίδιο κόπο, μελετώντας τα έθιμα άλλων τμημάτων του ελληνισμού, για να γίνει έτσι πιο γνωστή, στο σύνολο της και όχι ξεκομμένα, η ελληνική παράδοση, που δεν έπαψε να υπάρχει.

Καιτη Μελη Παπαπαναγιωτου
Δημοσιογράφος-Συγγραφέας



Share

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah