Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Αναμνήσεις από την κατοχή και την πείνα.

Οι Γερμανοί, από τον πρώτο χρόνο της κατοχής τους στην Ελλάδα, το 1941, άδειασαν τις αποθήκες σιτηρών και οι φούρνοι δεν έβγαζαν ψωμί. Στα χρόνια της γερμανικής κατοχής, τα χωριά του λεκανοπεδίου των Μουριών Κιλκίς υπήρξαν το σωσίβιο για τη ζωή πολλών σκορπισμένων και πεινασμένων, που έφταναν κααθημερινά από τη Θεσσαλονίκη με τα πόδια, αλλά και από άλλες μακρινότερες περιοχές, για να βρουν μια χούφτα καλαμποκίσιο αλεύρι ή άλλα δημητριακά.
Σ.Σ. Μουριών
Οι εικόνες εκείνες με την πείνα δεν περιγράφονται. Η πείνα φανέρωσε το μεγαλύτερο θεριό που δεν παλεύεται. Θυμάμαι καλά δυο νέους άντρες, έναν από τη Θεσσαλονίκη, όπως είπε — δεν θυμάμαι το όνομά του — και έναν από τον Πειραιά, τον Θανάση Καρδάση.  Είχαν
φτάσει στο χωριό Ροδώνα με τα πόδια. Παρακάλεσαν τον πατέρα μου, που ήταν και εκείνος νέος 40 χρόνων, τότε - να μείνουν για λίγες μέρες στο σπίτι μας και να τρώνε ένα πιάτο φαγητό.
Το σπίτι μας δεν ήταν μεγάλο, η οικογένεια ήταν μεγάλη, και όμως, ο πατέρας μου τους δέχτηκε. Ήταν άνθρωποι. Ήταν άνθρωποι ευγενικοί. Έφευγαν το πρωί και γύριζαν το βράδυ. Η μάνα μου τους έφτιαχνε κάθε πρωί παπάρα με ολόπαχο πρόβειο γάλα που το είχαμε μπόλικο. Τα βράδια πίτες, γαλατόπιτες, κολοκυθόπιτες, πατάτες βραστές. Αυτό ήταν το φαγητό του μουσαφίρη. Συχνά μαγείρευε κατσαμάκια Αυτό το μαγείρευε η γιαγιά μου Μάρθα Αναστασιάδου - η Σιχούνα - μάνα της μάνας μου Καλλιόπης. Ήταν τεχνίτισσα, αφού με το κατσαμάκι μεγάλωσε πέντε εγγόνια τον καιρό της πείνας του 1941. Όταν το έβγαζε από τη φωτιά, το άπλωνε μέσα σε ένα ταψί και στη συνέχεια έβαζε το ζεματιστό από πρόβειο καβουρμά. Όλοι τρώγαμε μέσα από το ταψί. Μοσχομύριζε όλο το σπίτι. Η γιαγιά μου γεννήθηκε το 1865 στο Μαντέν του Μεσουντιέ του Πόντου.
Στην κατοχή ο σιδηροδρομικός σταθμός Μουριών ήταν ο κεντρικός σταθμός πεινασμένων ανθρώπων κάθε ηλικίας και φύλου. Οι Μουριώτες φιλοξένησαν ανθρώπους πεινασμένους. Όλοι οι Μουριώτες είχαν ζωντανά, έσφαζαν και κανένα. Λειτουργούσαν τρεις νερόμυλοι στην αράδα, σε, περίπου, χίλια μέτρα απόσταση ο ένας από τον άλλο. Το νερό κινούσε τον πρώτο μύλο και στη συνέχεια τους άλλους και χυνόταν στη λίμνη Δοϊράνη. Ήταν οι μυλωνάδες του λεκανοπεδίου των Μουριών Ιωάννης Καζαντζίδης, από τη Ροδώνα, Δημήτριος Χατζόπουλος, από το Ακίντζαλη, Δημήτριος Ζωίδης, από τα Κρητικά.
Έρχονταν στον κάμπο των Μουριών, στο θέρος, και εκείνοι που μάζευαν «μπασάκια», δηλαδή τα παρατημένα από τους γεωργούς στάχυα. Αφού μάζευαν ικανή ποσότητα, τα κοπάνιζαν με τον κόπανο, τα λίχνιζαν για να ξεχωρίσουν το σιτάρι από τα άχυρα και τα είχαν έτοιμα για χρήση. Μερικοί χτυπούσαν τα στάχυα στο γουδί, άλλοι τα άλεθαν στον χειρόμυλο και τα έκαναν πλιγούρι, για τσορβά (σουρβά) και πιλάφι.
Η κατάσταση αυτή συνεχίστηκε για αρκετό καιρό. Μετά έδειξαν αρπαχτικές διαθέσεις. Έπαιρναν δεμάτια σιτάρι. Oι πεινασμένοι γύρευαν μια χούφτα αλεύρι γύρω στους νερόμυλους.
Είχαμε ένα κοπάδι πρόβατα, που τα φύλαγα, όταν ήμουν 14-15 χρόνων. Έβλεπα τους πεινασμένους στο λιβάδι, ομάδες ομάδες, να ανάβουν φωτιές και να ψήνουν χελώνες για να τις φάνε. Χτυπούσαν τη χελώνα στο καύκαλο, που άνοιγε σαν πιάτο.
Έρχονταν από παντού Θεσσαλονικείς και άλλοι και έδιναν τα χρυσαφικά τους για λίγη τροφή. Περήφανος ο προσφυγικός κόσμος των Μουριών, έδινε ό,τι μπορούσε, χωρίς αντάλλαγμα. Έδιναν χειροκίνητες ραπτομηχανές για ένα κομμάτι ψωμί.
Πώς να ξεχαστούν οι αναμνήσεις των παιδικών χρόνων, των θλιβερών χρόνων της πείνας! Ο κόσμος ανάστατος, πήγαινε από χωριό σε χωριό. Οι δύο ξένοι χώρισαν. Ο Θεσσαλονικιός έσμιξε με άλλους γνωστούς. Ο Θανάσης Καρδάσης, από τον Πειραιά, έγινε γελαδάρης — τσομπάνος - στο χωριό Ροδώνα. Φύλαγαν τα ζώα μαζί με τον Παναγιώτη Παλτσίδη ή Μαυρομάτη, από τα Κάτω Πορόια των Σερρών, που ήταν πρόσφυγας στο χωριό, λόγω κατοχής του χωριού του από τους Γερμανούς και τους Βουλγάρους. Στην αρχή περίπου του 1942 έφυγαν και οι δύο στο βουνό, με τους αντάρτες του ΕΑΜ και δεν τους ξαναείδαμε.
Αποκομιδή νεκρών στους δρόμους της Αθήνας, χειμώνας 1941-1942

Στην Αθήνα οι άνθρωποι πέθαιναν από την πείνα μέσα στους δρόμους. Γέροι, νέοι και παιδιά. Δεν ξεχνάμε ποτέ, εμείς που τα ζήσαμε, όλα αυτά και που ήταν αποτέλεσμα της κατοχής της Ελλάδας από τους Γερμανούς, τους Ιταλούς και τους Βούλγαρους.

Παύλος-Σωκράτης Παυλίδης