Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 22 Απριλίου 2017

Σφαγή των Αρμενίων κατά το 1915. ΜΕΡΟΣ 1ο

Όταν λέμε σφαγή των Αρμενίων  δεν εννοούμε να προβούμε στην ιστορική έρευνα του ζητήματος. Εδώ θα εκθέσουμε ότι είδαν τα μάτια μας και ότι μας είπαν για το ζήτημα αυτό μερικοί Σανταίοι και άλλοι. Και θα πούμε αρκετά για το ζήτημα των Αρμενίων γιατί το ζήτημα αυτό επιδείνωσε φοβερά τη θέση τη Σαντάς.
Αρμένιοι  στο δρόμο προς το άγνωστο!!!!
Αρχές Ιούνη  του 1915 διαδόθηκε η φήμη ότι άρχισε νέα σφαγή των  Αρμενίων. Έτυχε τότε να πάμε σαν αντιπρόσωποι της εκπαιδευτικής επιτροπής Τραπεζούντας στο χωριό της Γεμουράς Κόχαλη για τις εξετάσεις του σχολείου τους και είδαμε ένα πένθιμο καραβάνι από 20 γυναίκες Αρμένισες μαυροφορεμένες και βουτηγμένες στα δάκρυα να περνούν μέσ’ απ' το χωριό.
 Γνωρίσαμε μερικές,  ζούσαν αυτές στο αρμένικο χωριό Κίσονα  που  συνόρευε με τη Σιάνα και κατευθύνονταν εκεί. Τις ρωτήσαμε ποια η αιτία της τόσης τους μελαγχολίας και δεν μπόρεσαν να μας απαντήσουν  απ' τη μεγάλη τους, συγκίνηση. Τις έπνιγαν οι λυγμοί. Καταλάβαμε τότε πως όλες οι διαδόσεις είναι αληθινές και πως σε λίγες μέρες θα ξετυλιχτεί μπροστά στα μάτια μας το πιο φοβερό δράμα που είδε ο κόσμος.
Δύο μέρες ύστερα ακούσαμε πως σφάζονταν οι Αρμένιοι της Τραπεζούντας και πως τα πτώματά τους ρίχνονταν στη θάλασσα! Την ίδια μέρα είδαμε στο δρόμο Γεμουράς αποσπάσματα χωροφυλακής να παν συνοδεία στην Τραπεζούντα πολλές δεκάδες γυναικόπαιδα  Αρμενίων της Γεμουράς  που μας κοίταζαν με βλέμμα ικετευτικό και φοβισμένο σα να  μας έλεγαν Σώστε μας  αδέρφια σώστε μας. Συγχρόνως μάθαμε πως όλοι περίπου οι Αρμένιοι του χωριού Κίσονα φύγανε και κρυφτήκανε στο δασωμένο και απροσπέλαστο βουνό τους. Ήταν τότε μια διάδοση που την πίστευαν και οι Τούρκοι πως οι  Αρμένιοι της Κίσονας είχαν τέλειο  οπλισμό και άφθονα πολεμοφόδια  και γι' αυτό δεν τόλμησε ο Τούρκικος στρατός να τους καταδιώξει στα σοβαρά. Η διάδοση αυτή θα είχε και κάποια δόση  αλήθειας γιατί κατόρθωσαν οι  Αρμένιοι αυτοί να κρατηθούν στο βουνό τους 10 ολόκληρους μήνες απ' τον  Ιούνη του 1915 ως τον  Απρίλη του 1916, ως την εποχή δηλ. που οι  Ρώσοι κατέλαβαν την Τραπεζούντα.
Η σφαγή των Αρμενίων συνέπεσε με την εποχή της συνηθισμένης  ανόδου των  Σανταίων της Γεμουράς στα παρχάρια Σαντάς  με τις αγελάδες τους. Μαζεύτηκαν τότε πολλές δεκάδες γυναικόπαιδα Σανταίων  απ' όλα τα χωριά της Γεμουράς στην Κούχλα μαζί με τις αγελάδες τους και σκέφτονται πως ν' ανέβουν στα παρχάρια χωρίς  να διατρέξουν κι αυτοί  τον κίνδυνο  της σφαγής. Έτυχε να βρεθούμε κι εμείς στη σύσκεψή αυτή και θεωρήσαμε καθήκον μας να ενθαρρύνουμε τα γυναικόπαιδα λέγοντας πως σ’ εμάς δεν μπορεί να πέσει τέτοιο κακό γιατί  έχουμε προστάτη την Ελλάδα, που σε περίπτωση σφαγής των  Ελλήνων θα κηρύξει τον πόλεμο εναντίον της Τουρκίας. Η μικρή μας εκείνη  ενθάρρυνση έφτασε να μας κολλήσουν σαν τσιμπούρια τα γυναικόπαιδα και να μας παρακαλέσουν να τα συνοδέψουμε ως  τα παρχάρια μας. Υπακούσαμε και στις 15 του Ιούνη, δρόμο για τη Σαντά. Αποφύγαμε τον δρόμο του Τσαγουλή σαν επικίνδυνο και πήραμε τον δρόμο της Όλασας. Σαν κατεβήκαμε απ’ τη Δίρχα, είδαμε  αποκάτω απ'  τη Δίρχα δύο  Αρμένιους, πατέρα με παιδί να τρέχουν λαχανιασμένοι, δεν ήξεραν κι αυτοί που. Είχανε οι δυστυχισμένοι αυτοί άνθρωποι  ένα γερό μουλάρι με τη σέλα του και φαίνεται πως έτρεφαν την μαύρη ελπίδα να καβαλικέψουν και να φύγουν πιθανόν στη Σαντά.  Η ελπίδα τους όμως αυτή  έμεινε απραγματοποίητη γιατί συνάντησαν καταδιωκτικά αποσπάσματα να κατεβαίνουν από την  Όλασα και  αναγκάσθηκαν να ξεπεζέψουν και να τρέξουν στα τυφλά αναμένοντας από στιγμή σε στιγμή τον μαύρο θάνατο! Το 15χρόνο  αγοράκι  προπαντός, το ροδοκόκκινο και αθώο εκείνο  αγοράκι, που μας ρώτησε με μεγάλη αγωνία αν δόθηκε αμνηστία στους Αρμένιους ήταν αξιολύπητο. Το κλάψανε όλες οι γυναίκες της συνοδείας μας. Το κλάψαμε κι  εμείς και του δώσαμε κάποιο θάρρος, μα ήσαν άχρηστα όλα μπροστά στην Τούρκικη θηριωδία και βαρβαρότητα. Μετά μισή ώρα περίπου πιάστηκαν οι δύο αυτοί  Αρμένιοι και σφάχτηκαν.
Αρμένοι οδηγούνται  στην εξορία
Εμείς ως τόσο εξακολουθήσαμε το δρόμο μας και  άμα φτάσαμε αντίκρυ στο γεφύρι Μεχιρτσή είδαμε να κατεβαίνει  από  το βουνό του Τσικανόη ένα μπουλούκι βασιβουζούκων Τούρκων, αυτό που είδαν οι δύο Αρμένιοι, αγριωπών  την όψη και λυσσασμένων, λες και τους ξέβρασε  ο  Άδης μόνο και μόνο για να πιουν το αίμα των χριστιανων! Μόλις μας πλησίασαν, δύο απ'  αυτούς με σταμάτησαν και με ρώτησαν: «Ρε, εσύ τι είσαι; Μήπως είσαι Αρμένης;» Εγώ τα χρειάστηκα. Γρήγορα ανέκτησα την ψυχραιμία μου και είπα: «Εγώ είμαι Ρωμιός  Σανταίος δεν βλέπετε κι αυτές τις γυναίκες που είναι Σανταίες; Με παρακάλεσαν να τις συνοδέψω και δεν μπόρεσα να κάνω διαφορετικά». Τότε όλες οι γυναίκες βεβαίωσαν πως είμαι Σανταίος και μόλις την γλίτωσα.
Εκείνη τη νύχτα πλαγιάσαμε στη Ζίλμα της Όλασας και το μεσημέρι της 16 Ιούνη ανταμώσαμε στο Σεσλήκαγια καμιά τριανταριά γυναικόπαιδα Αρμενίων που γύρισαν από τα παρχάρια με συνοδεία 5 χωροφυλάκων. Οι Αρμένισες ήσαν φορτωμένες τα ρούχα τους και τις  απαραίτητες αποσκευές τους, πήραν τον κατήφορο προς την Όλασα και την Τραπεζούντα αμέριμνες και φώναζαν  ονομαστί τις  αγελάδες τους. Εμείς που ξέραμε τι περιμένει τους δυστυχισμένους αυτούς ανθρώπους τους κλαίγαμε γοερά.
 Δεν πέρασαν 10 λεπτά κι ακούσαμε αρκετούς πυροβολισμούς.
 Λίγο παρακάτω από την Σεσλήκαγια οι χωροφύλακες βιάσανε τις  όμορφες γυναίκες των  Αρμενίων και ύστερα σκοτώσανε όλους  πίσω από το Χαρεμ πογάζ κοντά στη Μάγαρα. Από κείνη τη μέρα ως μια βδομάδα συνέχεια αδειάζανε τα παρχάρια της Σαντάς και του Μετζίτ  από τους Αρμενίους, τους οποίους αφού λήστευαν και βίαζαν οι Τούρκοι στο δρόμο ύστερα τους εκτελούσαν στα βουνά μας. Οι χαράδρες των βουνών μας Καζουκλή, Κιμισλή, Τσαρτακλή, Σιργανλή κλπ. ήσαν γεμάτες από πτώματα  Αρμενίων προς τιμή και δόξα του Τούρκικου πολιτισμού!
Ποιος κάλαμος όμως μπορεί να περιγράψει τις σφαγές των Αρμενίων της Τραπεζούντας; Ποία  ανθρώπινη διάνοια μπορεί να συλλάβει την φρίκη που τράνταζε το είναι μας στο άκουσμα των φοβερών αυτών κακουργημάτων των Τούρκων;
  Ποιός δεν ευχόταν τότε να καταποντισθεί τέτοιος λαός στα Τάρταρα για να σωθούν οι  Χριστιανικοί λαοί της  Ανατολής από τα ανήκουστα βασανιστήρια κοντά στα οποία θα κοκκίνιζαν κι αυτοί oι ιεροεξεταστές!
Σαν γυρίσαμε απ' την Σαντά πήραμε την κατεύθυνση προς την Τραπεζούντα και έτυχε να δούμε στο γιαλό του χωριού Κομερά κάτι τυμπανιαία ανθρώπινα πτώματα. Κοντά στα γυμνά αυτά πτώματα  φαίνονταν κάτι , μαύρες σκιές, αυτό  μας κίνησε την περιέργεια και καθήσαμε  να δούμε τι γίνεται. Ξαφνικά κινήθηκαν τα πτώματα μαζί με τις σκιές  και είδαμε κι αντιληφθήκαμε πως οι σκιές ήσαν Τούρκικες ύαινες (!) που κατέβηκαν απ' τα χωριά για να σκυλέψουν τους νεκρούς των Αρμενίων, τους  οποίους  ξέβρασε η  θάλασσα κοντά στο γιαλό της Κομεράς. Τα πτώματα αυτά έμειναν άταφα  ώσπου κατέφθασαν από τα γύρω Τουρκοχώρια ένα κοπάδι σκυλιά που αλληλοφαγωθήκανε πάνω στα πτώματα, και στο τέλος δεν  άφησαν ούτε και κόκαλα. Τα ζωντανά αυτά όνειρα τα διηγηθήκαμε σε πολλούς Τραπεζούντιους, οι οποίοι μας είπαν  ότι τα ίδια και χειρότερα  δράματα ξετυλίχτηκαν στον ποταμό Πυξίτη που γέμισε από Αρμένικα κουφάρια από την θάλασσα ως τις πηγές του.
"Κρέμασμα" Αρμενίων
Λέμε κάποτε πώς οι χαράδρες των βουνών μας γέμισαν από τα αρμένικα πτώματα προς δόξαν του Τούρκικου πολιτισμού και δεν λέμε προς τιμήν και δόξαν του Ευρωπαϊκού πολιτισμού ή καλύτερα του Γερμανικού πολιτισμού, ο οποίος  ανέχθηκε τα αίσχη αυτά των Τούρκων  και ο οποίος κατά τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο μας παρουσίασε εκατομμύρια πτώματα Εβραίων. Λες και πήρε μαθήματα από τον Τούρκικο πολιτισμό!
Η καταδίωξη αυτή των Αρμενίων βάσταξε ως το τέλος του Πανευρωπαϊκού πολέμου. 'Οταν κυρίεψαν οι Ρώσοι την Τραπεζούντα, οι  Αρμένιοι του Καύκασου που υπηρετούσαν στον Ρωσικό στρατό βρήκαν ευκαιρία να εκδικηθούν τους Τούρκους  και στις πρώτες μέρες της κατοχής ξεκοιλιάσανε πολλούς  από αυτούς στα περίχωρα της Τραπεζούντας. Ύστερα από λίγες μέρες έπαψαν οι δολοφονίες, μα συμπεριφέρονταν οι Αρμένιοι φαντάροι στους Τούρκους με μεγάλη σκληρότητα. Στο χωριό  Μέσωνα όπου γίνηκε η καταγραφή του πληθυσμού της Γεμουράς κατά τον Μάη του 1916, παρουσιάστηκαν μαζί με τους  Έλληνες και όλοι οι Τούρκοι της Γεμουράς να καταγραφούν.
 Πολλοί  Αρμένιοι που ήσαν μέλη της Επιτροπής για την καταγραφή υποδέχονταν τους Τούρκους με κλωτσιές και βρισιές ακατανόμαστες  και είδαμε τότε πολλούς Τούρκους    γονυπετείς  στους Αρμένιους   να εκλιπαρούν για  έλεος. Συναισθάνονταν βέβαια οι αλιτήριοι αυτοί τα ανομήματα τους.


Μιλτιάδης Νυμφόπουλος
Δάσκαλος
Ιστοριογράφος της Σαντάς