Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 14 Ιανουαρίου 2017

"Κατάρες" στον Πόντο.

Ο λαός πίστευε και πιστεύει ακόμα ότι  με την κατάρα είναι δυνατό να κακοπάθει  εκείνος εναντίον του οποίου απευθύνεται. Η ενέργεια της κατάρας γίνεται με την επέμβαση της θείας Δίκης, που παρακολουθεί τις πράξεις  όλων και είναι πρόθυμη να ενισχύσει εκείνους που την επικαλούνται, για να αποκατασταθεί η ηθική τάξη.
Οι κατάρες έχουν ισχύ και πραγματοποιούνται  ανάλογα με την οικογενειακή και κοινωνική ιεραρχία του προσώπου που καταράται. Είναι επικίνδυνες προπάντων οι κατάρες των γονέων προς τα παιδιά, των γερόντων προς τους νέους, των ιερωμένων προς όλους.
Η πραγματοποίηση της κατάρας  εξαρτάται από τη διαφορά της  ηλικίας  είναι σχεδόν αδύνατο να εισακουστεί η κατάρα νεότερου προς ηλικιωμένο, εκτός εάν η αδικία είναι πολύ μεγάλη. Οι κατάρες μπορούν να βαρύνουν και ολόκληρη οικογένεια. Έτσι εξηγούσαν τον αφανισμό ολόκληρης οικογένειας από  μεταδοτικά νοσήματα του καιρού εκείνου.
 Στις κατάρες αποδίδονται και πολλές αναπηρίες, οφειλόμενες σε δυστυχήματα ή ασθένειες.
Μερικές από τις κατάρες έχουν την καταγωγή τους από την αρχαιότητα: Γουρπάνι 'μ να γίνεσαι. Γιλτουρούμ να κρεμίζ απάνι 'σ ο θεός. Τη Τροιάδας (σ.σ. Τροίας, Τρωάδας) τα κακά  να έρχουνταν σο κιφάλι 'σ.
'Αλλες έγιναν  από προλήψεις: Γουρζούλια να τρως. Γουρζουλόσπαχτος(σ.σ. σφαγμένος από πανούκλα) να γίνεσαι.  Να υλάεις, υλάεις και η ψή 'σ να μη εβγαίν.
Πόση πίστη  είχαν στη Θεία Δίκη φαίνεται από το εξής: Ο Κούρτσον ο Γιώρτς ήταν μουχτάρης(σ.σ. Πρόεδρος) Κοσλαράντων. Μια μέρα πηγαίνοντας στη Γεμουρά (παραλία) για  να φορτώσει καλαμπόκι, πέρασε από το σπίτι της χήρας Σόνας Κακοσείμ και της ζήτησε ένα μικρό χρέος της. Η Σόνα του είπε ικετευτικά: Αφέντα, να λελεύω σε, ογώ κ' ενέσπαλα ’το, άμα  ατώρα κ’ έχω, ολίγον ανάμνον με, κάτ' ευτάγω και δίγω σ’ άτο.
Ο Κούρτσον σήκωσε το ραβδί του για να την χτυπήσει, επειδή  εκείνη το κατάλαβε, γύρισε για να φύγει... δεν πρόφθασε όμως και δέχθηκε την ραβδέαν στο σβέρκο. Η τσάμια (πλεξούδα) της Σόνας κόπηκε και έπεσε. Όταν  η Σόνα γύρισε και την είδε καταγής, σήκωσε τα χέρια της προς τον ουρανό και φώναξε: Αν είμαι θεού πλάσμαν, ατό το χέρ να κόπεται.
Ο Κούρτσον κατέβηκε στο γιαλό, φόρτωσε το ζώο του καλαμπόκι και μαζί με άλλους πήρε το δρόμο της Γαλίανας, λίγο παραπάνω από τα Αμπάρια αντάμωσαν μερικούς ληστές. Επειδή και οι δικοί μας είχαν όπλα, δεν θέλησαν να παραδώσουν τίποτα. Έβγαλαν και τα δύο μέρη τα γιαμάδας (μεγάλα γυριστά σπαθιά) και άρχισαν τη ξιφασκία.
Ένας ληστής χτύπησε με το σπαθί το χέρι τη Κούρτσονος και σχεδόν το έκοψε, λίγο κρέας μόνο και το δέρμα το συγκρατούσε , μόλις οι ληστές είδαν κομένο το χέρι έφυγαν.
Όταν ο Κούρτσον έφτασε στο χωριό, φώναξε κάποιον χότζα χειρούργο που έκοψε το χέρι και το καυτηρίασε με βραστό λάδι. Έτσι έμεινε κουλός.
Η Σόνα και  όλοι οι άλλοι που το έμαθαν είπαν: Ο Θεόν , να ποδεδίζ' άτον επίφτασεν (σ.σ άκουσε την κατάρα) άτον.