Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τετάρτη, 2 Νοεμβρίου 2016

ΤΑ ΓΕΓΟΝΟΤΑ ΣΤΟ ΜΕΤΑΛΛΙΚΟ (1932) -Κώστας Γαβριηλίδης

Η ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΗ κρίση που μάστιζε τούτο τον καιρό την Ελλά­δα, είχε βαρύ αντίχτυπο και  στον προσφυγικό κόσμο, προπάντων στους αγρότες. Τα προβλήματα της έλλειψης γης, εργαλείων, σπόρου, γόνιμων εδαφών και αποδοτικών καλλιεργειών, παρέμειναν άλυτα, μ' αποτέλεσμα τη φτώχεια, την πείνα και τα ανεξόφλητα χρέη στις τρά­πεζες. Οι ζυμώσεις για κάποια ομαδική προσπάθεια καλυτέρευσης της κατάστασης δημιούργησαν συνδικαλιστικές κινήσεις και γεωργικούς συνεταιρισμούς, μέσα από τους οποίους οι εργαζόμενοι διεκδικούσαν τα δικαιώματά τους και υπερασπίζονταν τα συμφέροντά τους.
Η ανέχεια, ωστόσο, και η εξαθλίωση, στις αρχές του 1932, είχε φτά­σει στο κατακόρυφο και οι αγρότες αντιμετώπιζαν την απειλή της πεί­νας. Οι αγροτικοί συνεταιρισμοί, ιδιαίτερα των προσφυγικών χω­ριών, κινητοποιήθηκαν αγωνιστικά για να παρέμβουν στην άθλια κα­τάσταση που ήταν διαμορφωμένη ολοκληρωτικά σε βάρος τους. Στη γενική συνέλευση της Ένωσης Γεωργικών Συνεταιρισμών πού έγινε τούτον τον καιρό στο Κιλκίς, οι αντιπρόσωποι του Μεταλλικού Στέ­φανος και Θόδωρος Αλμετίδης πρότειναν να ζητηθεί να γίνει το σβήσιμο των χρεών της αγροτιάς στην Αγροτική Τράπεζα. Η πρόταση εγκρίθηκε από τη Συνέλευση και το γεγονός κοινοποιήθηκε με προκή­ρυξη της Ένωσης σ’ όλα τα χωριά της περιφέρειας.
Μεταλλικό- Κιλκίς

Οι αρχές όμως αντέδρασαν αμέσως βίαια. Στις 18 Απρίλη έστει­λαν στο Μεταλλικό, που πρωτοστατούσε στους αγώνες, τον αστυνόμο Λεμονή με ισχυρό απόσπασμα χωροφυλάκων για να ενεργήσει συλλή­ψεις. Ήταν χαράματα όταν έφτασαν τα αυτοκίνητα της αστυνομίας στο χωριό. Το απόσπασμα κατέβηκε κάτω, προχώρησε και περικύκλωσε το σπίτι του Μιχάλη Αλμετίδη. Οι χωροφύλακες χτύπησαν την πόρτα και, μόλις τους άνοιξαν, μπήκαν μέσα και έπιασαν τα δύο παι­διά του, το Στέφανο και το Θόδωρο. Η γυναίκα του Στέφανου, τρο­μαγμένη από το αναπάντεχο γεγονός της αναίτιας σύλληψης του άντρα της και του ανδράδελφου της, έβαλε τις φωνές. Κατόπιν όρμησε πάνω στον άντρα της, τον αγκάλιασε και ξεφωνίζοντας προσπαθούσε να τον αποσπάσει από τα χέρια των ένοπλων αντρών. Από τις φωνές της ξύπνησαν τα παιδιά του σπιτιού και ξεσηκώθηκε η γειτονιά.
-  Όχι! Δεν θα μου τον πάρετε, εξακολουθούσε να κραυγάζει πια­σμένη από τα ρούχα του Στέφανου. Ο άντρας μου δεν έκανε τίποτε!..
-  Πετάχτε την από κει! φώναξε ο μοίραρχος.
Οι χωροφύλακες έσπρωξαν τη γυναίκα και την έριξαν χάμω.
- Μα τι έκανα και με πιάνετε; φώναξε κι ο Στέφανος.
Αντί για απάντηση ένας από τους χωροφύλακες το χτύπησε με τον υποκόπανο στο στήθος και τον έριξε κάτω λιπόθυμο. Η γυναίκα του ξέσπασε σε πιο άγρια ξεφωνητά που αναστάτωσαν περισσότερο τους γείτονες. Δεν άργησε να ξεσηκωθεί και το υπόλοιπο χωριό. Ένας χω­ρικός μάλιστα πήγε στην εκκλησία και χτύπησε την καμπάνα. Στο άκουσμά της πλημμύρισαν οι δρόμοι από κόσμο, που με αγανακτισμένες φωνές διαμαρτυρόταν για τις συλλήψεις και την κακοποίησή του Στέφανου. Οι χωροφύλακες αγρίεψαν πιο πολύ. Με κλωτσιές και σπρωξίματα προσπαθούσαν να σηκώσουν το λιπόθυμο χωρικό από κάτω, ενώ ο αστυνόμος φώναζε εκνευρισμένος:
-  Έλα, έλα! Κάνετε γρήγορα!...
Εκείνη τη στιγμή ο γέρο - Μιχάλης, με τα κάτασπρα μαλλιά του και το βασανισμένο από την πολυτάραχη προσφυγική ζωή πρόσωπο, πλη­σίασε το Λεμονή και το ρώτησε δακρύζοντας:
- Κύριε διοικητά, γιατί τους πιάνετε, και μάλιστα τέτοια ώρα; Δεν ξημέρωσε ακόμα καλά - καλά. Οι γιοι μου είναι τίμιοι και εργατικοί άνθρωποι. Και τούτος, τι έφταιξε και τον χτυπάτε; Εγκλημάτησε; Αλ­λά και αν έκανε κανένα παράπτωμα, καλέστε τον στο τμήμα και κείνος θα έρθει μόνος του, όχι να τον δέρνετε σαν το σκυλί. Εμείς στην πατρί­δα μας τον Καύκασο...
Ένα γερό χαστούκι στο ρυτιδωμένο πρόσωπο του γέρου ήταν η απάντηση του μοίραρχου. Τα μάτια του Μιχάλη σκοτείνιασαν. Ζαλί­στηκε. Στο μυαλό του σηκώθηκε σωστή θύελλα: Αυτός δεν είχε φάει χαστούκι ούτε από τους Τούρκους και να τολμήσει να τον χτυπήσει χέ­ρι Έλληνα αξιωματικού, χωρίς κανένα λόγο, χωρίς να κάνει τίποτε; Ήταν τόσο δυνατό και άδικο το χτύπημα ώστε ο γέρος, τυφλός από την οργή του, χύθηκε κατά πάνω στο μοίραρχο. Οι χωροφύλακες τον πρόλαβαν, τον άρπαξαν και άρχισαν να τον δέρνουν αλύπητα! Ούρλιαξε ο γέρος από τους πόνους, οπότε οι χωρικοί έτρεξαν να τον σώ­σουν... Ανάμεσά τους ξεχώρισε η Ειρήνη, η γυναίκα του Ηλία Αλμετίδη, που όρμησε καταπάνω σ’ έναν χωροφύλακα και του άρπαξε το όπλο από τα χέρια.
-     Πίσω! Μην πλησιάσει κανείς! φώναξε ο Λεμονής.
Οι χωρικοί όμως δεν υπάκουσαν και πλησίασαν να απελευθερώ­σουν το γέρο, αλλά και το Στέφανο και το Θόδωρο. Ο μοίραρχος τα­ράχτηκε βλέποντας την αποφασιστικότητα των Μεταλλικιωτών, έχασε την ψυχραιμία του τελείως και πρόσταξε:
-    Στο ψαχνό! Πυρ!...
Οι χωροφύλακες όπλισαν και πυροβόλησαν στο ψαχνό: Εφτά κορ­μιά σωριάστηκαν αιμόφυρτα στο χώμα!.. Τα δύο, του Κώστα Σοφιανίδη και του Αναστάση Χαραλαμπίδη, ήταν κιόλας νεκρά. Από τα άλλα πέντε, τα τρία, του Κώστη Τραντίδη, του Χαράλαμπου Αλμετίδη και του Στυλιανού Σοφιανίδη ήταν βαριά τραυματισμένα.
Οι χωρικοί τρομαγμένοι από το μακελειό, οπισθοχώρησαν, αφήνο­ντας το απόσπασμα να παραλάβει το Θόδωρο και το Στέφανο, να ανέ­βει στα αυτοκίνητα της αστυνομίας και να φύγει για το Κιλκίς.
Για κάμποσην ώρα στον τόπο της σφαγής μόνο οι φωνές και τα κλάματα των γυναικών κυριαρχούσαν, μαζί με τις κατάρες και τις βρι­σιές των αντρών. Από τους τελευταίους όσοι συνήλθαν πρώτοι από το συγκλονισμό, ρίχτηκαν αμέσως στη δουλειά: Μερικοί σήκωσαν και με­τέφεραν τους δυο νεκρούς στα σπίτια τους, ενώ άλλοι έδεσαν πρόχει­ρα τα τραύματα των πληγωμένων, τους φόρτωσαν στα κάρα και τους κουβάλησαν στο νοσοκομείο του Κιλκίς.
Η ΕΙΔΗΣΗ της σφαγής έφτασε την ίδια μέρα, πολύ νωρίς, στην πό­λη και τάραξε τη ράθυμη και ήσυχη ατμόσφαιρά της. Στα καφενεία, στους δρόμους, στα σπίτια μικροί και μεγάλοι συζητούσαν χαμηλόφω­να τα τραγικά γεγονότα που τους φαίνονταν όχι μόνο πρωτόφαντα για την ειρηνική πόλη, αλλά και απίστευτα. Μόνο όταν μεταφέρθηκαν στο νοσοκομείο οι τραυματίες, έγινε πιστευτή και συνειδητή η έκταση των αιματηρών συμβάντων. Όλοι λυπούνταν τους βασανισμένους ανθρώ­πους του γειτονικού χωριού, που αγωνίζονταν να επιβιώσουν καλ­λιεργώντας με μόχθο τα λιγοστά άγονα και ορεινά χωράφια τους, τα οποία είχαν απαλλοτριωθεί από το τσιφλίκι του Χαζηλάζαρου. Το τσιφλίκι τούτο, που τα χιλιάδες στρέμματά του απλώνονταν στα εύφο­ρα χώματα του κάμπου, ενώ τα σύνορά του έφταναν ως τις αυλές των σπιτιών του Μεταλλικού, έζωνε σαν σιδερένιος βραχνάς τους χωρικούς και αποτελούσε καθημερινή πρόκληση στη φτώχεια τους.
Για μέρες ολάκερες το Κιλκίς ήταν τρομοκρατημένο. Ο κόσμος είχε ταραχτεί τόσο πολύ που  δε μπορούσε να συνέλθει από το τρομερό ξάφνιασμα του επεισόδιου. Είχαν αρχίσει ανακρίσεις και όλοι περίμεναν τα αποτελέσματα και την παραδειγματική τιμωρία των υπεύθυνων.                                                                                  Ο Τίμος και η Άννα, από την μέρα της κηδείας των θυμάτων στο Μεταλλικό, όπου είχαν πάει για να συμμετάσχουν στο πένθος των πα­λιών συγχωριανών τους και ιδιαίτερα της ξαδέλφης τους Λίζας που ήταν γυναίκα του Αναστάση Χαραλαμπίδη, δε μπορούσαν να ηρεμή­σουν. Τα όνειρά τους για κάποιο απάγγειο μετά την θύελλα των γεγο­νότων του πολέμου και της επανάστασης στην παλιά τους πατρίδα, συντρίφτηκαν βάναυσα. Το απαίσιο πρόσωπο της βίας και της κατα­πίεσης έκανε την εμφάνισή του και εδώ στην ειδυλλιακή, κατά τη φα­ντασία τους, Ελλάδα. 
Όλο το Σαββατοκύριακο που ακολούθησε τα γεγονότα, ο Τίμος γυρνώντας από το Πρες στο Κιλκίς, το πέρασε στους δρόμους, όπου με τους φίλους του σχολίαζε την κατάσταση περπατώντας πέρα δώθε.

 Σε μια στιγμή βρέθηκε παρέα με τον Κώστα Γαβριηλίδη στο κέντρο της πόλης, κοντά στην πιάτσα των ταξί. Ήταν η ώρα της άφιξης του τρένου στο σταθμό του Κρηστώνα, από όπου τα αυτοκίνητα μετέφεραν τους επιβάτες στην πόλη. Από το πρώτο ταξί που έφτασε στην πιάτσα, κατέβηκε ο μοίραρχος Λεμονής. Ο αστυνόμος πλησίασε στην παρέα και προφέροντας μια «καλημέρα», πρότεινε το χέρι για χειραψία. Δυο-τρεις το πήραν. Ο Τίμος υποχώρησε και απέφυγε τη χειρονομία αι­σθανόμενος αποτροπιασμό στη θέα και μόνο του ανθρώπου που είχε ματοκυλήσει το Μεταλλικό. Ο Γαβριηλίδης ένιωσε ακόμα χειρότερα.
Το αίμα του είχε ανέβει στο κεφάλι. Έτρεμε από το θυμό του για το θράσος του Λεμονή. Κι όταν ο τελευταίος του άπλωσε το χέρι, δεν άντεξε και του πέταξε με φωνή που παλλόταν από αγανάκτηση:
Κώστας Γαβριηλίδης, απόφοιτος
δάσκαλος  στον Καύκασο με τα
 ξαδέφια του Μίσσια και Καλλίνικο
- Δε δέχομαι να σφίξω ματοβαμμένα χέρια!...
Τα μέλη της παρέας, μαζί με όσους ήταν κοντά και άκουσαν τη βα­ριά φωνή του αγροτικού ηγέτη, τρόμαξαν, φοβούμενοι ότι θα γινόταν επεισόδιο. .Ξέσπασε σούσουρο. Όλοι κοιτούσαν με δέος πότε τον Λεμονή και πότε τον Γαβριηλίδη. Τελικά όμως δε συνέβηκε τίποτε. Ο μοίραρχος έσκυψε το κεφάλι και, κίτρινος σαν το λεμόνι, με άγρια μα­τιά και ασταθές βήμα, απομακρύνθηκε χωρίς να πει λέξη.
Η ΑΝΑΚΡΙΣΗ ωστόσο για τα γεγονότα του Μεταλλικού συνεχιζό­ταν και η θέση του μοίραρχου επιβαρυνόταν συνέχεια. Ο ανακρι­τής. ένας αυστηρός και ευσυνείδητος δικαστικός, εννοούσε να διαλευκάνει απολύτως την υπόθεση. Το συμπέρασμα της προανάκρισης κατέληγε στην κατηγορία για φόνο από προμελέτη. Οι φίλοι του Λεμονή στην πόλη, μόλις το έμαθαν, θορυβήθηκαν. θέλοντας λοιπόν να αντιδράσουν στο έργο της προανάκρισης, αποφάσισαν να προβούν σε ορι­σμένες ενέργειες για να λαφρύνουν τη θέση του. Μετά από συσκέψεις και διαβούλια, κατέληξαν στο να οργανώσουν μια αντικομμουνιστική συγκέντρωση, όπου να προτείνουν ορισμένα ψηφίσματα ή άλλα μέτρα που θα δικαιολογούσαν τη συμπεριφορά του Λεμονή στο Μεταλλικό.
Η συγκέντρωση έγινε στις 21 του Μάη, στις 11 το πρωί, στο Δημοτι­κό κήπο. Οι άνθρωποι που την αποτέλεσαν δεν ξεπερνούσαν τους διακόσιους και οι περισσότεροι προέρχονταν από τα χωριά, τα οποία υποχρεώθηκαν ανεπίσημα να στείλουν από δυο αντιπροσώπους το κα­θένα . Πρόεδρος της συγκέντρωσης εκλέχτηκε ο αρχηγός μιας ανύπαρ­κτης οργάνωσης έφεδρων αξιωματικών και οπλιτών, ενώ εισηγητής ορίστηκε ο γυμνασιάρχης Καραμπατέας που μίλησε με πάθος εναντίον των κομμουνιστών:
-  Ο κύριος Λεμονής δε μπορούσε να κάνει διαφορετικά κατέληξε. Έπρεπε να τους σκοτώσει. Εάν ήμουν εγώ στη θέση του, θα έκαμνα κάτι καλύτερο: θα τους μάζευα όλους μέσα σε τσουβάλια και θα τους πετούσα στη θάλασσα...
Το ακροατήριο διχάστηκε. 'Αλλοι χειροκρότησαν κι άλλοι, που εί­χαν πάει με το ζόρι στη συγκέντρωση, πάγωσαν. Μερικοί που άκουγαν από περιέργεια σε μικρή απόσταση από το Δημοτικό κήπο, ανα­τρίχιασαν. Ανάμεσά τους ήταν και ο Κώστας Γαβριηλίδης που ένιωσε οδυνηρή κατάπληξη. "Αν είναι δυνατόν", σκέφτηκε, "μέσα στην ψυχή ενός εκπαιδευτικού λειτουργού, στον οποίο η κοινωνία εμπιστεύτηκε την αγωγή και τη διαμόρφωση του χαρακτήρα της νέας γενιάς, να κρύ­βονται τέτοια αιμοβόρα ένστικτα. Από πού μας τον έστειλαν αυτόν; Ένας τέτοιος υπάνθρωπος, μόνο δήμιος θα μπορούσε να γίνει, κι αυ­τό στην εποχή της Ιεράς Εξέτασης και όχι διευθυντής εκπαιδευτικού ιδρύματος σε καιρό δημοκρατίας".
Ακολούθησαν μερικοί ακόμα «ρήτορες» που μίλησαν με το ίδιο σχεδόν πνεύμα και στο τέλος πήρε το λόγο ένας γνωστός στην πόλη νεαρός, που καταγόταν από χωριό, μέθυσος και χαρτοπαίχτης, σωστό απόβρασμα της κοινωνίας:
-Κύριε, είπε στρέφοντας προς τον φρούραρχο που παρακολουθού­σε κι αυτός και σιγοντάριζε τη συγκέντρωση, υπηρέτησα ως στρατιώ­της για πέντε χρόνια την πατρίδα χωρίς να πάθω τίποτε. Τι θα πάθω τώρα, αν σκοτώσω έναν κομμουνιστή και πάω πέντε ή δέκα χρόνια φυλακή; Εγώ προτείνω να φτιάξουμε δικαστήρια στα χωριά μας και να σκοτώσουμε όλους τους κομμουνιστές...
1922: Ο Κ.  Γαβριηλίδης με την γυναίκα του Σιώτα και την κόρη του Ελπίδα.
Δυο χρόνια μετά την εγκατάσταση του στην Κοκκινιά Κιλκίς
Ο Γαβριηλίδης είδε το φρούραρχο να σηκώνεται απότομα και νόμι­σε πως ήθελε να επαναφέρει τον περίεργο ομιλητή στην τάξη. Αντί γι’ αυτό τον άκουσε να λέει:
-  Μη φοβάσαι, παιδί μου. Δε θα πάθεις τίποτε ούτε εσύ ούτε όσοι πολεμούν τον κομμουνισμό.
Ο Γαβριηλίδης έφυγε αμέσως ταραγμένος για το σπίτι του. Ένιωσε δέος με όλα τούτα τα συμπτώματα του αντικομουνισμού και του φα­σισμού. Τον ανησύχησε ιδιαίτερα ο κυνισμός του φρούραρχου.
Φτάνοντας στο σπίτι, ταραγμένος ακόμα, κάθισε στο γραφείο του και έγραψε ένα άρθρο για το γυμνασιάρχη και το φρούραρχο του Κιλ­κίς και το έστειλε να δημοσιευτεί στο «Αγροτικό Βήμα» και στον «Ελεύθερο Άνθρωπο» των Αθηνών. Όταν ύστερα από μέρες δημο­σιεύτηκε, ο φρούραρχος έκανε μήνυση εναντίον του για εξύβριση και δυσφήμηση. Η δίκη ορίστηκε να γίνει στο πλημμελειοδικείο της Σαλονίκης στις 14 Ιούλη.
Από το πρωί της ημέρας εκείνης, στην αίθουσα του δικαστηρίου ήταν συγκεντρωμένος πολύς κόσμος. Οι περισσότεροι ήταν αγρότες και εργάτες που δικάζονταν με βάση το Ιδιώνυμο.
Ανάμεσα σ’ αυτούς που περίμεναν τη σειρά τους στο ακροατήριο, για να πάρουν μέρος σε κάποια δίκη, ξεχώριζε ο συνταγματάρχης της φρουράς του Κιλκίς, που φορούσε τη μεγάλη στολή του και τα με­τάλλιά του στο στήθος για να επηρεάσει τους δικαστές. Ωστόσο το βα­σανισμένο, φτωχοντυμένο και άταχτο περιβάλλον του τον έκανε να μοιάζει με ανορθογραφία. Ο κόσμος χαμογελούσε με το επίσημο ύφος του, αλλά έδειχνε και μεγάλο ενδιαφέρον να μάθει γιατί είχε έρθει στο δικαστήριο. Το ενδιαφέρον του τούτο ήταν ανάμικτο με ανησυχία, γιατί τον τελευταίο καιρό είχε παρατηρηθεί κάποια κίνηση αξιωματι­κών εναντίον του κοινοβουλευτισμού και η θέα της στρατιωτικής 
στολής δημιουργούσε ένα σκίρτημα φόβου στις ψυχές.
-Κωνσταντίνος Γαβριηλίδης! φώναξε ο πρόεδρος του πλημμελειο­δικείου σε κάποια στιγμή.
Ο αγροτικός ηγέτης σηκώθηκε και πήγε να καθίσει στη θέση του κατηγορούμενου. Κατόπιν ακούστηκε και το όνομα του φρούραρχου. Ο συνταγματάρχης σηκώθηκε, προχώρησε μπροστά στους δικαστές και στάθηκε προσοχή φωνάζοντας:
-Παρών!
- Για ποιο πράγμα κατηγορείτε τον κ. Γαβριηλίδη, κύριε συνταγματάρχα;
-Κύριε πρόεδρε, απάντησε με στόμφο ο φρούραρχος. Ο άνθρωπος αυτός, με άρθρο του στας εφημερίδας με εξύβρισε και με δυσφήμισε τόσον, ώστε εκλονίσθη η θέσις μου εις το στράτευμα.
- Δηλαδή; Πώς ακριβώς;
-Έγραψε ότι είμαι βασιλόφρων, μοναρχικών φρονημάτων και εχθρός της Δημοκρατίας. Κύριοι δικασταί! Υπηρέτησα την πατρίδα με αφοσίωσιν επί πολλά έτη, ήμην από του λίκνου μου δημοκρατικός και θα παραμείνω τοιούτος εις όλην μου την ζωήν. 'Αλλωστε δεν θα ορκιζόμουν εις το δημοκρατικόν πολίτευμα, εάν δεν ήμην εκ πεποιθήσεως δημοκρατικός.
- Πιο συγκεκριμένα, κύριε συνταγματάρχα. Διατί εμηνύσατε τον κατηγορούμενο;
- Διότι, κύριε πρόεδρε και κύριοι δικασταί, συνεπεία του άρθρου αυτού, το Σώμα Στρατού διέταξε και έγιναν ανακρίσεις και ήδη από την απόφασίν σας εξαρτάται η θέσις μου εις το στράτευμα. Το Σώμα περιμένει την ετυμηγορίαν σας δια να αποφασίσει σχετικώς.
-Μου επιτρέπετε, κύριε πρόεδρε; είπε ο Γαβριηλίδης, θέλω να κά­νω μια ερώτηση στο μάρτυρα;
- Ορίστε.
-Μπορείτε να μου πείτε, κύριε μάρτυς, πόσα χρόνια υπηρετήσατε στο στρατό;
- Μάρτυς, μην απαντάτε. Απαγορεύω αυτού του είδους τας ερωτή­σεις.
- Κύριε πρόεδρε, η απάντηση του μάρτυρος μου χρειάζεται για να υποβάλω μιαν άλλη ερώτηση. Επιτρέψατε, παρακαλώ.
Ο συνταγματάρχης, χωρίς να περιμένει την άδεια του προέδρου έσπευσε να απαντήσει:
-Εικοσιπέντε έτη υπηρέτησα και έλαβα μέρος σ’ όλα τα μέτωπα του πολέμου.
- Ωραία. Και τώρα η δεύτερη ερώτηση: Μπορείτε να μου πείτε πό­σα χρόνια έχουμε δημοκρατικό πολίτευμα στην Ελλάδα;
Ο συνταγματάρχης, σαν να είχε καταλάβει το σκοπό της ερώτησης, δεν απάντησε.
-Θα σας βοηθήσω εγώ. Περίπου δέκα χρόνια. Και τώρα μια τρίτη ερώτηση, για να φανεί πόση αξία έχουν οι εναντίον μου καταθέσεις σας: Τα πρώτα δεκαπέντε χρόνια της υπηρεσίας σας, σε ποιο πολίτευ­μα ήσασταν ορκισμένος εσείς, ο «από του λίκνου» σας δημοκρατικός; Δεν απαντάτε; θα απαντήσω εγώ για σας: Ορκιστήκατε και στο ένα και στο άλλο καθεστώς, για να μη χάσετε τα γαλόνια σας.
Ο φρούραρχος έγινε έξαλλος από την οργή του και, ξεχνώντας που βρίσκονταν, όρμησε χειρονομώντας εναντίον του Γαβριηλίδη.
- Καθήστε κάτω! φώναξε ο αγροτικός ηγέτης. Δεν είστε μέσα στο στρατώνα σας, αλλά ούτε έχετε μπροστά σας φαντάρο!...
Το ακροατήριο, που παρακολουθούσε τούτη τη σκηνή με ζωηρό εν­διαφέρον, άρχισε να θορυβεί και να γελάει με το πάθημα του συνταγ­ματάρχη, ενώ ο πρόεδρος χτυπούσε το κουδούνι του συνέχεια, για να γίνει ησυχία.
-Κύριε πρόεδρε! φώναξε ο φρούραρχος. Δε θα επιτρέψω να με χλευάζει αυτός ο χθεσινός Έλλην.
-     Παρακαλώ, κύριε πρόεδρε, να ανακληθεί στην τάξη ο κ. συνταγ­ματάρχης και να ανακαλέσει. Οι πρόσφυγες τους οποίους υβρίζει στο πρόσωπον μου με την τελευταία του φράση, υπήρξαν ανέκαθεν πραγ­ματικοί Έλληνες και τα πατριωτικά τους αισθήματα δε μπορεί να τα αμφισβητήσει κανείς, οσονδήποτε υψηλά και αν στέκεται αυτός.
Ο πρόεδρος, για να δώσει τέλος στο επεισόδιο, κάλεσε άλλον μάρ­τυρα, οπότε ο συνταγματάρχης, κατακόκκινος από το θυμό του, κάθισε στη θέση του. Ο δικηγόρος του φρούραρχου προσπάθησε να αποσπάσει από το μάρτυρα την ομολογία ότι ο Γαβριηλίδης ήταν κομμου­νιστής, αλλά εκείνος του απάντησε ότι τον ξέρει για αγροτικο - σοσια­λιστή.
-Μα το ίδιο δεν είναι; Τι κομμουνιστής, τι σοσιαλιστής.
- Κύριε συνήγορε, διέκοψε ο πρόεδρος. Ο κατηγορούμενος δε δι­κάζεται ως κομμουνιστής ούτε για τα πολιτικά του φρονήματα. Δικάζεται για το περιεχόμενο του άρθρου του και οι ερωτήσεις σας αυτές δεν έχουν καμιά σχέση μ’ αυτό.
- Κύριε πρόεδρε, παρατήρησε ο δικηγόρος, κάνω την ερώτησιν αυ­τήν δια να αποδείξω ότι ο κατηγορούμενος ως κομμουνιστής έγραψε το άρθρο εκ κακής προθέσεως, για να υβρίσει τον μηνυτήν και για να εκδηλώσει έτσι το μίσος του εναντίον των ενόπλων δυνάμεων της χώρας.
Τα λόγια τούτα προκάλεσαν σάλο στην αίθουσα που ανάγκασαν τον πρόεδρο να διακόψει και να διατάξει διάλειμμα. Όταν ξανάρχισε η συνεδρίαση, εξετάστηκαν κι άλλοι μάρτυρες, ώσπου εξαντλήθηκε ο κατάλογός τους.
- Σηκωθείτε πάνω, κατηγορούμενε, είπε στο τέλος ο πρόεδρος απευθυνόμενος στον Γαβριηλίδη. Τι έχετε να απολογηθείτε;
- Θα μου επιτρέψετε, κύριε πρόεδρε να πω δυο λόγια, πριν μπω στην ουσία της κατηγορίας, για το τι είναι το Αγροτικό κόμμα στο οποίο ανήκω, και ποια είναι η διαφορά μας από το κομμουνιστικό κόμμα. Και τούτο διότι παρατήρησα την επίμονη προσπάθεια της πο­λιτικής αγωγής να φέρει στο δικαστήριό σας μια σύγχυση, είτε από άγνοια πραγματική των κοινωνικών και οικονομικών θεωριών είτε και σκόπιμα, πιστεύοντας ίσως ότι αν κατορθώσει να αποδείξει την κομμουνιστική μου ιδιότητα, θα πετύχει ευκολότερα την καταδίκη μου.
- Λέγετε, αλλά σύντομα.
- Κύριοι δικασταί, το αγροτικό κόμμα είναι κόμμα σοσιαλιστικό. Στηρίζεται πάνω στη θεωρία της πάλης των τάξεων. Πιστεύει ότι μόνο με την μετατροπή του σημερινού κεφαλαιοκρατικού καθεστώτος σε σοσιαλιστικό θα παύσει η εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο.
Κώστας Γαβριηλίδης
Ο Γαβριηλίδης μίλησε για μισή, σχεδόν ώρα, αναπτύσσοντας με λε­πτομέρεια τις αρχές του αγροτικού κόμματος, τις βασικές πολιτικές θέσεις του και το κοινωνικό του πρόγραμμα. Για μια στιγμή ο πρόε­δρος τον διέκοψε παρατηρώντας ότι δε βλέπει να υπάρχουν διαφορές ανάμεσα στο σοσιαλισμό και τον κομμουνισμό.
- Και όμως, κύριε πρόεδρε, υπάρχει μια μεγάλη διαφορά. Εμείς πι­στεύουμε ότι η πραγματοποίηση του προγράμματός μας είναι δυνατή στα πλαίσια του κοινοβουλευτικού καθεστώτος, χωρίς την ανάγκη να προσφύγουμε σε επαναστατική δράση.
-Ελάτε τώρα στο θέμα μας.
- Ευχαρίστως. Κατηγορούμαι ότι σκοπίμως έγραψα το άρθρο για να δυσφημήσω και να κλονίσω τη θέση του κυρίου συνταγματάρχη μέ­σα στο στράτευμα, ότι τον παρουσίασα εχθρό του πολιτεύματος και τα λοιπά. Τίποτε από αυτά δεν είναι αληθινό. Καμιά σκοπιμότητα δεν με κίνησε εναντίον του. Ούτε τον εγνώριζα για να είχα κάποιον προσω­πικό λόγο. Απλώς υπάρχει μια σχετική προϊστορία, θα γνωρίζετε, βέ­βαια, κύριοι δικασταί, το τρομερό και πρωτάκουστο έγκλημα που διαπράχθηκε σε βάρος των φιλήσυχων και αθώων χωρικών του Μεταλλι­κού από αστυνομικά όργανα του Κιλκίς. Κάτω από το φως της ημέ­ρας, χωρίς κανέναν λόγο, πυροβολήθηκαν στο ψαχνό εφτά αγρότες, από τους οποίους δύο σκοτώθηκαν, δύο έμειναν χωρίς πόδια και ένας χωρίς χέρι. Δεν διέπραξαν κανένα έγκλημα οι χωρικοί. Αλλά και εγκληματίες να ήταν, δεν ήταν αρμόδιο το απόσπασμα των χωροφυλά­κων να πυροβολήσει και να βυθίσει στο πένθος και τη δυστυχία εφτά οικογένειες φτωχών βιοπαλαιστών.
-     Η υπόθεσις αυτή είναι εις τας χείρας της δικαιοσύνης, διέκοψε ο πρόεδρος. Ελάτε στο θέμα. 
-     Βρίσκομαι μέσα στο θέμα, κύριε πρόεδρε. Η υπόθεση έχει σχέση με τη δική μου. Από τις ανακρίσεις επιβαρύνεται τρομερά η θέση του επικεφαλής του αποσπάσματος μοίραρχου κύριου Λεμονή. Για να ελαφρύνουν, λοιπόν, τη θέση του οι κατήγοροί μου, τους οποίους ακούσατε εδώ ως μάρτυρες εναντίον μου, συγκρότησαν συγκέντρωση στην πόλη του Κιλκίς και πρότειναν μέτρα εναντίον του κομμουνι­σμού, ο οποίος, όπως φαίνεται, απειλούσε από το Μεταλλικό το καθε­στώς... 
Στη συγκέντρωση εκείνη λέχθηκαν πράγματα απαράδεκτα. Ακούσαμε το γυμνασιάρχη, λειτουργό της παιδείας, να διακηρύττει ότι αυτός, αν ήταν στη θέση του μοίραρχου Λεμονή, θα συγκέντρωνε όλους τους κατοίκους του χωριού, θα τους έβαζε στα τσουβάλια και θα τους έριχνε στη θάλασσα. Ακούσαμε και τον συνταγματάρχη, που εκτελούσε χρέη φρουράρχου, να λέει σ’ έναν άξεστο και μέθυσο χωρι­κό, που προέτρεπε να κάνουν στα χωριά επιτόπου δικαστήρια και να εκτελέσουν όλους τους κομμουνιστές, «κάντε το, παιδί μου, και μη φο­βάστε. Δε θα πάθετε τίποτε».
 Φανταστείτε, λοιπόν, κύριοι δικασταί ποια κατάσταση μπορούσε να προκύψει από τα λόγια αυτά του συν­ταγματάρχη, ο οποίος από το ύψος της θέσης του, καταργούσε και νό­μους και δικαστήρια και κράτος, και παρέδιδε τους κομμουνιστές στην αυτοδικία των συγχωριανών τους. Σκέφτηκα πολύ για να κατα­λάβω τι είναι αυτό που έκανε τον συνταγματάρχη τόσο αλλόφρονα ώστε να ξεχάσει και το κράτος και τις υποχρεώσεις του απέναντι σ’ αυτό; 
Η απάντηση που έδωσα ήταν ότι ο φρούραρχος εχθρεύεται το δημοκρατικό πολίτευμα. Μόνο έτσι μπόρεσα να δικαιολογήσω την αχαρακτήριστη συμπεριφορά του. Οι δυο αυτοί άνδρες, εξαιτίας των αντιδημοκρατικών τους φρονημάτων, από το ύψος της θέσης τους, ήθελαν να ενσπείρουν την αναρχία στη χώρα, να εκθέσουν το πολίτευ­μα στα μάτια του κόσμου και να αποδώσουν, τις ταραχές που θα επροκαλούντο, στην ανικανότητα της δημοκρατίας. Αυτό το συμπέρασμα έβγαλα από τα λόγια τους και αυτά έγραψα στο άρθρο μου. Αφήνω στην κρίση του δικαστηρίου να βγάλει το δικό του συμπέρασμα.
Κατόπιν πήρε το λόγο ο εισαγγελέας που ζήτησε την ενοχή του Γα­βριηλίδη. Στη συνέχεια μίλησαν οι συνήγοροι και το δικαστήριο απο­σύρθηκε για να αποφασίσει. Πολλοί δικηγόροι που άκουσαν την απο­λογία του αγροτικού ηγέτη, τον περικύκλωσαν και τον συγχάρηκαν. Μερικοί του έλεγαν ότι μόνο για λόγους πολιτικούς θα μπορούσε το δικαστήριο να τον καταδικάσει και ότι οι ίδιοι πίστευαν στην αθώωσή του. Ο Γαβριηλίδης έριξε μια ματιά στο συνταγματάρχη. Τον είδε να κάθεται στη θέση του και να περιμένει με αγωνία την επιστροφή των δικαστών.
Πέρασε μισή ώρα και παραπάνω ώσπου η πόρτα της διπλανής αί­θουσας άνοιξε και μπήκαν οι δικαστές. Κάθισαν στα έδρανά τους και ο πρόεδρος διάβασε το σκεπτικό της απόφασης καταλήγοντας:
- Το δικαστήριον αμφιβάλλει και απαλλάσσει τον κατηγορού­μενον.
Ο Γαβριηλίδης σηκώθηκε χαρούμενος και έφυγε περνώντας επιδεικτικά δίπλα από τον φρούραρχο που ήταν σιωπηλός και κάτα­σπρος από την έκπληξή του. Δεν περίμενε καθόλου την απαλλαγή του αρθρογράφου. Την ίδια στιγμή, το πλήθος του κόσμου που παρακο­λούθησε με κομμένη την αναπνοή τη δίκη, ξεχυνόταν πίσω από τον αγροτικό ηγέτη και το συνέχαιρε με ενθουσιασμό για την αίσια έκβα­ση της περιπέτειάς του.
Ο ΛΕΜΟΝΗΣ ΩΣΤΟΣΟ δεν τιμωρήθηκε. Με το πέρας της προα­νάκρισης, εκδόθηκε το βούλευμα που απάλλασσε τον μοίραρχο από την ενοχή. Οι Μεταλλικιώτες αγανάκτησαν, αλλά δε σταμάτησαν τους αγώνες τους. Αντίθετα, το αίμα των αδικοχαμένων αδελφών τους τους έκανε ακόμα πιο μαχητικούς. Το ίδιο συνέβηκε και με τους άλ­λους αγρότες της περιφέρειας.
 Στη μαχητικότητα τούτη συντέλεσε και η χειροτέρευση της οικονομικής κατάστασης, η οποία έπεφτε ολοένα και πιο πολύ στους ώμους των βασανισμένων καλλιεργητών, ιδιαίτερα των καπνοπαραγωγών, που αποτελούσαν και την συντριπτική πλειοψηφία των γεωργών του Κιλκίς. Η κυβέρνηση του Βενιζέλου, μπροστά στα προβλήματα του αγροτικού κόσμου και το κλείσιμο των καπναγορών της Ευρώπης, η οποία περνούσε μεγάλη κρίση, σκλήρυνε τη στά­ση της και αντέδρασε σπασμωδικά. Μεγάλες ποσότητες καπνών τις χαρακτήρισε ακατάλληλες και τις έκαψε, χωρίς να πληρώσει την ελά­χιστη αποζημίωση που έδινε άλλοτε σε παρόμοιες περιπτώσεις μέσω της Αγροτικής Τράπεζας.
 Οι καπνοπαραγωγοί που βρέθηκαν σε μεγά­λη απόγνωση, ξεσηκώθηκαν ενάντια στο προκλητικό μέτρο και με απανωτές επιτροπές ζήτησαν να τους δοθούν τα 50% από την αξία του καμένου καπνού τους. Η Τράπεζα, για να αποτρέψει την απειλούμενη εξέγερση, πρόσφερε τα 25%. Οι αγρότες όμως θεώρησαν την προσφο­ρά πολύ μικρή και απατηλή, γιατί το ποσό, ουσιαστικά, έμενε πάλι στα ταμεία της Τράπεζας, μιας και κρατιόταν για την εξόφληση των χρεών τους. Έτσι, ο αναβρασμός των πεινασμένων γεωργών και καπνοκαλλιεργητών δεν εκτονώθηκε. Αντίθετα κορυφώθηκε με την ορ­γάνωση συλλαλητηρίου στο Κιλκίς. 
Οι χωρικοί πορεύτηκαν ως το κέ­ντρο της περιφέρειας με μαύρες σημαίες και διαμαρτυρήθηκαν έντονα για την κατάστασή τους. Στην πορεία και στο συλλαλητήριο πήραν μέ­ρος τα μέλη των κομματικών οργανώσεων και των συνεταιρισμών, αλ­λά και χιλιάδες άλλοι αγρότες καπνοπαραγωγοί, καθώς και λαϊκοί άν­θρωποι της πόλης, όπως οι καπνεργάτες, οι τσαγκαράδες και  χτί­στες.

Ο Λεμονής έστειλε πάλι απόσπασμα χωροφυλακής στο Μεταλλικό και συνέλαβε μερικούς χωρικούς, μαζί και το Γρηγόρη Τσιλιγκαρίδη, που τούτον τον καιρό, γυρνώντας από την εξορία, είχε το πόστο του γραμματέα του Κόμματος στο Κιλκίς. Οι Μεταλλικιώτες ξεσηκώθηκαν πάλι, χτύπησαν την καμπάνα, μαζεύτηκαν έξω από την «Πολιτιστική Λέσχη» του χωριού και ορμώντας καταπάνω στο απόσπασμα, κατάφεραν να απελευθερώσουν το γραμματέα και τους άλλους συγχωριανούς τους.

Οι αρχές του Κιλκίς, ωστόσο, δεν άφησαν ατιμώρητη την πράξη τούτη. Σε λίγο καιρό σύρθηκαν στο δικαστήριο αρκετοί Μεταλλικιώτες, από τους οποίους έξι, οι Παναγιώτης Τσιλιγκαρίδης, Στυλιανός Αλμετίδης, Κώστας Κοσμίδης, Σάββας Σοφιανίδης, Γιορδάνης Ιορδανίδης και Στέφανος Αλμετίδης θεωρήθηκαν πρωταίτιοι και καταδικά­στηκαν σε δυόμιση μήνες φυλακή ο καθένας.

Το παραπάνω κείμενο μου δόθηκε πριν αρκετά χρόνια απο τον κ. Δημήτριο Νικοπολιτίδη. 











Δημήτριος Σ. Νικοπολιτίδης





Φιλόλογος και συγγραφέας θεατρικών έργων στην ποντιακή διάλεκτο ο Δη­μήτρης Νικοπολιτίδης γεννήθηκε στο Κιλκίς το 1925 από Πόντιους γονείς από το Καρς. Τελείωσε στη γενέτειρα του το δημοτικό και το γυμνάσιο και στη συνέχεια σπούδασε φιλολογία στη φιλοσοφική σχολή του Αριστοτελείου Πα­νεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Υπηρέτησε ως κα­θηγητής στο ιδιωτικό γυμνάσιο Κρύας Βρύσης Ν. Πέλλας, στην εμπορική σχολή Κομοτηνής (οικονομικό γυμνάσιο), στο δημόσιο γυμνάσιο Κρύας Βρύσης, στο γυμνάσιο Νέας Μεσημβρίας Θεσσαλονίκης και ως διευθυντής στο γυμνασια­κό παράρτημα Αγίου Αθανασίου (του Α' γυμνα­σίου θηλέων Θεσσαλονίκης), στο γυμνάσιο Εράτυρας Νομού Κοζάνης, στο ΙΓ' και Δ' γυμνάσια Θεσσαλονίκης και, με απόσπαση, στο λυκειακό τμήμα της θεολογικής σχολής της Χάλκης, στην Κωνσταντινούπολη, από το 1974 έως το 1980. Επίσης, ως γυμνασιάρχης στο Α' γυμνάσιο αρ­ρένων Αλεξανδρείας νομού Ημαθίας, στο Β' γυ­μνάσιο και Β' λύκειο Κιλκίς και ως αναπληρω­τής στη διεύθυνση δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης Κιλκίς.
Έγραψε και παρουσίασε στη σκηνή με μαθητές του τις παρακάτω ποντιακές κωμωδίες: «Ο πρόεδρον τη χωρί'», «Όλια για την Παναΐλαν», «Χωρίς εσέν' 'κι ίνουμαι, χωρίς εσέν' 'κ' ευτάω». Έγραψε και τέταρτη ποντιακή κω­μωδία, με τίτλο «Η Λίτα εγάνωσεν τα πουλούλια», που παίχτηκε με ερασιτέχνες ηθοποιούς σε πολλές πόλεις της Γερμανίας, σε σκηνοθεσία του άλλοτε πρωταγωνιστή μαθητή του στο γυμνάσιο Κρύας Βρύσης Λευτέρη Τελίδη, δάσκαλο από το 1975 στη Γερμανία.
Πολύ καλός γνώστης της ποντιακής διαλέκτου (στη γραφή και στην προ­φορά), επιμελήθηκε περισσότερα από τριακόσια ανέκδοτα, που δημοσιεύτηκαν στο περιοδικό «Ποντιακή Εστία» και σε τοπικές εφημερί­δες. Το έργο της ζωής του είναι το «Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου» (αντίστροφο: από τη νεοελληνική στην ποντιακή), που ετοιμάζεται για έκδοση από το Σωματείο «Παναγία Σουμελά».
 Είναι μέλος της συντακτικής επιτροπής του τρι­μηνιαίου περιοδικού «Ποντιακή Εστία».