Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2016

Απόσπασμα απο το βιβλίο : "ΣΕΡΡΑ-Η ΨΥΧΗ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ" ΜΕΡΟΣ 2ο

2

Σας ιστορώ για τον Γαληνό Φιλονίδη, όμως επιβάλλεται να φωτίσω ολίγο και τα πρόσωπα που δέθηκαν μαζί του. Ήθελα και τούτα να τα γνωρίσω βαθύτερα. Γιατί, αν δεν εισχωρήσεις στην ψυχή του άλλου, ξένος παραμένεις κι εκείνος αλαργινός για σένα.

Την Κυριακή, στις δεκατρείς Ιουνίου 1915*, η Ταλίν με τη μάνα της μαγείρευαν στην εξωτερική κουζίνα του σπιτιού, ενώ η γιαγιά και ο πάππος της κουβέντιαζαν στη στενόχωρη αυλή. Απρόσμενα εμφανίστηκε ο πατέρας της. Χλωμός φαινόταν κι αναστατωμένος.
«Νωρίς γύρισες», σχολίασε η γυναίκα του, η Σάρα.
«Τελικά μας εξορίζουν...»
Επειδή, σύμφωνα με την ανακοίνωση της Νεοτουρκικής κυβέρνησης, οι Αρμένιοι παρασύρθηκαν από ανατρεπτικές ιδέες και τόλμησαν να ενωθούν στον πόλεμο με τους εχθρούς της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, αποφασίστηκε να εκτοπισθούν προς τα ενδότερα εδάφη. Τους έδιναν πέντε ημέρες προθεσμία να ετοιμαστούν και δικαιούνταν να πάρουν μαζί τους οτιδήποτε μπορούσαν, μα όχι και να πουλήσουν τα υπάρχοντά τους, τα μαγαζιά και τις κατοικίες τους. Διαβεβαίωναν, δε, οι Αρχές πως κατά τη διαδρομή θα φιλοξενούνταν σε χάνια και θα φρόντιζαν για την ασφάλειά τους από τυχόν ληστείες.
Η είδηση τάραξε όλη την οικογένεια, καθώς σύντομα κατέφτασαν και οι τρεις αδελφοί της Ταλίν. Έδειχναν κι αυτοί έκπληκτοι, παρότι τον τελευταίο καιρό διαδίδονταν συγκεχυμένες πληροφορίες για τον εξορισμό των Αρμενίων του Ερζερούμ, του Μπαϊπούρτ και της Αδριανούπολης της Θράκης, που όμως φάνταζε πολύ μακριά. Όπως φαντάζει αλαργινό ό,τι απευχόμαστε κι όποιο κακό δε χτυπά απευθείας τη δική μας πόρτα.
Το ξάφνιασμα και την ταραχή διαδέχτηκε η βαριά θλίψη. Την επέτειναν και οι κραυγές των τελάληδων που έπιασαν να ειδοποιούν διά στόματος τον ξετοπισμό των Αρμενίων.
Ωστόσο, τούτο ήταν μόνο η αρχή. Το ίδιο απόγευμα χωροφύλακες και στρατιώτες, περιδιαβαίνοντας στην Αρμένικη συνοικία, συνέλαβαν αρκετούς νέους και γεροδεμένους άντρες, μεταξύ των οποίων και τα τρία αδέλφια της Ταλίν και τον πατέρα της. Τριακόσια άτομα συνολικά. Τα επιβίβασαν σε μαούνες κι έπλευσαν δυτικά προς τα Πλάτανα.

 Έκτοτε δεν τους ξαναείδαν. Την επομένη έμαθαν ότι στα μισά της διαδρομής τούς κύκλωσαν με βενζινακάτους εκατοντάδες τσέτες και χωροφύλακες, τους πυροβόλησαν και στη συνέχεια πέταξαν τα κορμιά τους στη θάλασσα. Μονάχα ένας γλίτωσε, ο μεγάλος αδελφός της Ταλίν, ο οποίος κολύμπησε μέχρι τη Δαφνούντα. Διηγήθηκε εκεί όσα συνέβησαν, μα στο σπίτι δεν πρόλαβε να στραφεί. Τον εντόπισαν οι χωροφύλακες στο λιμάνι και τον δολοφόνησαν.
Η οδύνη της εναπομείνασας φαμίλιας συναγωνιζόταν την απόγνωση για τη δική τους τύχη, όπως άλλωστε κι ολόκληρη την αρμένικη κοινότητα Τραπεζούντας. Προσέτρεχαν οι πρόκριτοι στον Έλληνα μητροπολίτη Χρύσανθο να παρέμβει για τη σωτηρία τους, συμβουλεύονταν τους επικεφαλής των εθνικών τους ενώσεων Χιντζάκ και Τασναξιούν, υπέβαλλαν υπομνήματα στη διοίκηση δηλώνοντας αφοσιωμένοι στο οθωμανικό κράτος κι επισκέπτονταν τον μουφτή και σημαίνοντες μουσουλμάνους. Όλα μάταια. Ο οργανωτής της επιχείρησης εξορισμού των Αρμενίων και Γενικός Γραμματέας του Νεοτουρκικού Κομιτάτου στην Κωνσταντινούπολη γιατρός Μπααντίν μπέης, που κατέφτασε επί τούτου στην πόλη, δεν άφηνε κανένα περιθώριο ακύρωσης της απόφασης. Ομοίως και ο μόνιμος αντιπρόσωπος των Νεότουρκων Ναήλ μπέης.
Δυο μέρες αργότερα πληροφορήθηκαν ότι σκότωσαν τον Αρμένιο επίσκοπο Τραπεζούντας και μαζί εκείνον του Ερζερούμ, τους οποίους κάλεσαν να μεταβεί ο ένας στο στρατοδικείο της επισκοπής του άλλου και τους συνέλαβαν στην περιοχή της Αργυρούπολης.
Την παραμονή του εκτοπισμού, στις δεκαοκτώ Ιουνίου, πολλές Αρμένισσες πάσχισαν να παραδώσουν τις κόρες και τα μικρά αγόρια τους στη Μητρόπολη των ορθοδόξων. Λιποθυμούσαν οι μανάδες, τις συνέφερναν με αιθέρα, ρέκαζαν στον περίβολο του μεγάρου, ικέτευαν, ώσπου δέχτηκαν περί τα σαράντα κορίτσια και αγόρια.
Την ίδια ώρα η Σάρα ζύμωνε, έψηνε ψωμί κι ετοίμαζε ό,τι θα κουβαλούσαν στη ράχη τους. Υποζύγιο δεν είχαν για να φορτώσουν παραπανίσια πράγματα, ούτε χρήματα να προβούν σε αγορά. Μαθαίνοντας για την παράδοση των υπόλοιπων κοριτσιών στην ελληνική Μητρόπολη, ξαστέρωσε ο νους της απ’ τις έγνοιες και την οδύνη που της επέφερε ο χαμός των γιων και του άντρα της. Πανέμορφη καθώς ήταν η Ταλίν, δροσοσταλιά της άνοιξης, θα κακοπάθαινε στην εξορία απ’ τις ορέξεις της συνοδευτικής φρουράς κι όχι μόνο.
Αλαφιασμένη κίνησε σε λίγο με την κόρη της για τη Μητρόπολη. Θα προλάβουμε; αναρωτιόταν και βίαζε την Ταλίν να προχωρήσει ταχύτερα. Ζυγώνοντας στο Ελληνικό Παρθεναγωγείο, τους έφραξε τον δρόμο ένας χωροφύλακας. Νέος, καμιά τριανταριά χρόνων, αλλά με φάτσα αποκρουστική, γερακομύτης και με σουλούπι θεόρατο. Δίπλα του έστεκε κι άλλος, με ποντιακή βράκα, ψηλός και λιγνός σαν τηλεγραφόξυλο.
«Πού πάτε;» ρώτησε με άγριο ύφος ο χωροφύλακας.
Η Σάρα τα ’χασε και δεν άρθρωσε λέξη. Εκείνος προσηλώθηκε εκστασιασμένος στην Ταλίν.
«Κρίμα να τη φάει το χώμα τέτοια ομορφιά. Δίκιο δεν έχω, Αχμέτ;» βρυχήθηκε, δίχως να ξεκολλήσει τα μάτια απ’ το κορίτσι. Ύστερα απευθύνθηκε στη Σάρα: «Δώσε την σε μένα να γλιτώσει».
Χωρίς κι η ίδια να ξέρει πώς ορθώθηκε μέσα της η δύναμη, άρπαξε την Ταλίν απ’ το χέρι και ρίχτηκαν στην τρεχάλα. Πίσω τους ξαμολήθηκε κι ο δυσκίνητος χωροφύλακας. Έπιασε η Σάρα και να καλεί σε βοήθεια, ενώ έστριβε διαρκώς στα στενά και πολυδαίδαλα σοκάκια.
Σιμά στον ναΐσκο Ευαγγελίστρα Κανδήλη των ορθοδόξων ήσαν συγκεντρωμένοι κάμποσοι Αρμένιοι κι άθελά τους ανέκοψαν τη φόρα του χωροφύλακα. Ανάμεσά τους κι ο μουχτάρης, ή άλλως πως πρόεδρος της κοινότητάς τους.
Έπεσε πάνω του η Σάρα εκλιπαρώντας τον να τους συμπαρασταθεί. Εκείνος τις καθησύχασε και προχώρησε χαμογελαστός προς τον χωροφύλακα που έστεκε παρέκει κο-ντανασαίνοντας.
«Εφέντη, τσαούς Χαμζά Χαφίζ!» τον προσφώνησε. «Σε τι μπορώ να εξυπηρετήσω;»
Η Σάρα δεν περίμενε περισσότερο και συνέχισαν το πιλαλητό, ωσότου αμπαρώθηκαν στο σπίτι. Πλέον το όνειρο της Μητρόπολης είχε πετάξει. Να επιχειρήσουν από άλλη διαδρομή, ούτε να το σκεφτεί. Της έδενε ο φόβος τα πόδια. Πήρε ανάσα και βάλθηκε να μάχεται με τις ετοιμασίες.
Έδυε ο ήλιος, όταν δένοντας έναν μεγάλο μπόγο έριξε μια το βλέμμα στα ηλικιωμένα πεθερικά της και μια στην Ταλίν, η οποία έπαψε να τη βοηθά και στεκόταν στο παραθύρι. Το φως και τα χρώματα του δειλινού έλουζαν το πρόσωπό της κι ήταν σάμπως να τα γεννούσε η ίδια. Θαρρείς και τη ζωγράφισε με τα χέρια Του ο Θεός.
«Ετοιμάσου, σε λίγο φεύγουμε!» της είπε.
«Για πού; Χαράματα δε διάταξαν να συναχτούμε στο Γκιαούρ Μεϊντάν; Κι άμα παραμονεύει ο χωροφύλακας;»
«Δε σ’ έχω για τον κοκκινόκωλο», αποκρίθηκε η Σάρα, όπως έλεγαν τους χωροφύλακες ένεκα του χρώματος των στολών τους, και της εξήγησε τι μηχανεύτηκε.
Η Ταλίν άκουγε τρομοκρατημένη. Δε συμφωνούσε, όμως αντίρρηση δεν τόλμησε να φέρει στη μάνα της.
Σουρούπωνε σαν βγήκαν ξανά. Παρατήρησε η Σάρα τριγύρω και, διαπιστώνοντας ότι κανείς δεν κυκλοφορούσε στο σοκάκι, διήνυσαν γρήγορα περί τα εκατόν πενήντα μέτρα. Εκεί σταμάτησε, κοίταξε δεξιά αριστερά, έσπρωξε μια ξύλινη αυλόπορτα και τράβηξε την Ταλίν ξοπίσω της. Διέσχισαν τη δεντροφυτεμένη αυλή και χτύπησε την πόρτα του μικρού μονόπατου σπιτιού. Μην παίρνοντας απολογιά, έστριψε το πόμολο. Αν και σπανίως συνήθιζε κάποιος να κλειδώνει, έδειξε ν’ ανακουφίζεται μόλις άνοιξε το θυρόφυλλο. Μπήκαν, κι απίθωσε καταγής το δέμα με τα ρούχα και τα τρόφιμα.
«Μείνε κι εσύ, φοβάμαι», την ικέτευσε η Ταλίν.
«Παρακάλα τον Θεό να κρύψει εσένα. Είναι καλόψυχος, μα μπορεί να φοβηθεί. Μέχρι να φανεί, τσιμουδιά! Ούτε ν’ ανάψεις λάμπα. Εγώ, ό,τι γράφει η μοίρα μου θα το πάθω. Έχω και τους γέρους, ποιος θα τους φροντίσει;»
Μήτε την αγκάλιασε, μήτε τη φίλησε, μήτε άλλη κουβέντα τής είπε. Πνιγμένη στο βουβό της κλάμα έκλεισε σιγανά την πόρτα και απομακρύνθηκε με ανάλαφρα βήματα.
Η Ταλίν απόμεινε μονάχη στη σκοτεινή κάμαρα. Κολλώντας και σέρνοντας την πλάτη στον τοίχο έφτασε ως τη γωνιά. Εκεί γονάτισε και μαζεύτηκε κουβάρι.
Βασανιστικά κυλούσαν οι ώρες. Με τον φόβο, τη θλίψη και την αγωνία θαρρείς να κόβουν κομμάτια απ’ τη σάρκα της. Κι ολοένα μουρμούριζε σαν προσευχή τέσσερις λέξεις: «Κόρη Σάρας. Με κρύψεις». Ώσπου βάρυναν τα βλέφαρά της κι αποκοιμήθηκε.
Αρμένιοι 1915
Προτού χαράξει, ξύπνησε απότομα. Γοερά κλάματα, φωνές και ακαθόριστες ομιλίες έρχονταν απ’ τους γύρωθε μαχαλάδες. Ξεκινούσαν οι ομόφυλοί της για το Μεϊντάνι, κι αν μπορούσε να δει θ’ αντίκριζε τις φαμίλιες των Αρμενίων όλων των συνοικιών να βγαίνουν απ’ τα σπίτια τους κουβαλώντας μπόγους, ζεμπίλια, τσουβάλια και καλάθια και ν’ απαντιούνται με τους γείτονες. Να σμίγουν στη συνέχεια σε τρία ανθρώπινα ποτάμια και μαζί κάρα, κατάφορτα υποζύγια και άμαξες. Το ένα με κοίτη τα Κουντουράδικα, το δεύτερο το Ουζούν σοκάκι και το τρίτο την οδό που οδηγούσε προς τον λόφο Ποζ Τεπέ, ωσότου εκβάλουν στο Γκιαούρ Μεϊντάν.
Κατόπιν επικράτησε απόλυτη ησυχία. Φώτισε αχνά ο τόπος και αχνότερα το δωμάτιο. Λιτό, μ’ ένα ξύλινο κρεβάτι, γραφείο, ντουλάπα κι εκατοντάδες βιβλία στη βιβλιοθήκη, σε ράφια στους τοίχους και στοιβαγμένα καταγής. Εντυπωσιάστηκε κι απορρόφησαν τη σκέψη της. Πρώτη φορά έβλεπε τόσα βιβλία. Φοιτούσε κι η ίδια στο Αρμένικο σχολείο Λουσαβοζκάκ, απέναντι στην Ελληνική Λέσχη, όμως τέτοια εμπειρία δεν είχε ξανά. Της προξένησε εντύπωση και το περίεργο αντικείμενο που κρεμόταν από γάντζο μπηγμένο στο ταβάνι. Έμοιαζε με δερμάτινο σακί, αλλά δε νογούσε τι έκρυβε στο εσωτερικό του και σε τι χρησίμευε.
Σε λίγο άρχισαν ν’ ακούγονται σποραδικά απ’ τον λιθόστρωτο δρόμο περπατησιές, κροταλίσματα υποζυγίων και ομιλίες. Εργάτες, χαμάληδες, πλανόδιοι πωλητές, αγωγιάτες και υπάλληλοι τραβούσαν στις δουλειές τους, οι γέροι για το πρωινό σεργιάνι κι άλλοι ν’ ανοίξουν τα καταστήματά τους. Η ζωή δεν έπαψε να κυλά για όλους.
Την πήραν τα κλάματα. Έκλαιγε τ’ αδικοχαμένα της αδέλφια και τον πατέρα της, για τον χωρισμό απ’ τη μάνα της και τους παππούδες και τα βάσανα που τους ανέμεναν στην προσφυγιά. Έκλαιγε και για τη δική της άγνωστη τύχη. Δεκαπέντε χρόνων κορίτσι ήταν η Ταλίν. Λουλουδοπέταλο σε τρικυμισμένη θάλασσα. Τι της έγραφε η μοίρα; Πώς ανατρά-πηκε έτσι η ζωή τους; Γιατί;
Μαζεμένη στη γωνιά του τοίχου, μάταια πάσχιζε να καταλάβει σε τι έφταιξε η φυλή της. Να μπει στις ψυχές και στον νου των κακούργων που πρόσταξαν τούτο το έγκλημα. Δε χτυπούσε καρδιά στο στήθος τους; Δεν ένιωθαν πόσο πόνο προκαλούσαν;
Κι αυτός ο άνθρωπος, που τον περίμενε στιγμή τη στιγμή να φανεί, πώς θα της φερόταν; Θα την κρατούσε ή θα την παρέδιδε στους Τούρκους; Και πόσο καιρό θα την έκρυβε;
Γνώριζε το όνομά του και ό,τι της μολόγησε η μάνα της. Όμως ποτέ δεν τον είχε δει. Ούτε βρέθηκε ποτέ μονάχη οπουδήποτε με ξένο άντρα.
Έτρεμε κι έκλαιγε στη μισοσκότεινη κάμαρα, αγνοώντας κι όσα συνέβησαν πρωτύτερα. Γεγονότα που, δίχως άλλο, θα επέτειναν τον φόβο και το βασάνισμά της.
Γιατί βγαίνοντας η μάνα και οι παππούδες της απ’ το σπίτι με σκοπό να σμίξουν με τους λοιπούς Αρμένιους, αντίκρισαν μπροστά τους τον Χαμζά Χαφίζ, τον χωροφύλακα.
«Πού είναι η κόρη σου;» ήχησε, ίδιο μουγκρητό, η ερώτησή του.
Η Σάρα δεν αποκρίθηκε κι εκείνος έπιασε να της ρίχνει δυνατά χαστούκια. Μα πάλι δεν του απάντησε. Την άδραξε τότε απ’ τα μαλλιά και την έσυρε στο σπίτι. Έψαχνε παντού σαν δαιμονισμένος, ωστόσο χωρίς αποτέλεσμα. Την τραβολόγησε μέχρι έξω, ξεθηκάρωσε το μαχαίρι, άρπαξε την πεθερά της και της το ’βαλε στον λαιμό.
«Μαρτύρα, ειδεμή τη σφάζω τώρα δα!»
«Την παρέδωσα στον δεσπότη», φώναξε η Σάρα.
Ο Χαμζά Χαφίζ έστεκε δίγνωμος. Να την πιστέψει ή όχι.
«Πότε, μωρή σκύλα;»
«Όταν σταμάτησες να μας κυνηγάς. Έκαμα τον γύρο απ’ τα Κουντουράδικα και την άφησα στη Μητρόπολη των Ρωμιών. Εκεί πηγαίναμε εξαρχής».
Αμόλησε επιτέλους τη γριά κι έμπηξε το μαχαίρι στο ζωνάρι.
«Προχωράτε!» διέταξε. «Στη Μητρόπολη ή αλλού, όπου και να ’ναι, θα την ξετρυπώσω!»
   


ΓΙΑΝΝΗΣ ΚΑΛΠΟΥΖΟΣ 


















* Οι ημερομηνίες ακολουθούν το Ιουλιανό (παλαιό) Ημερολόγιο.