Τρίτη, 26 Απριλίου 2016

Γιασασίν Μιλλέτ-Ζήτω το έθνος.

Απόσπασμα από τον πρόλογο του βιβλίου

Για όποιον έχει υπ’ όψιν του τον χάρτη του Πόντου, η Πάφρα (ή Μπάφρα) είναι μια μικρή πόλη στον Δυτικό Πόντο, σχεδόν στα παράλια της Μαύρης Θάλασσας. Η φήμη της στην ελληνική επικράτεια δεν οφείλεται τόσο στο εμπόριο καπνών που άνθησε εκεί κατά τον 19ο και 20ό αιώνα όσο στο γεγονός ότι σχεδόν όλοι οι ορθόδοξοι χριστιανοί κάτοικοι της πόλης και της ευρύτερης περιοχής ήταν τουρκόφωνοι. Έτσι, με την άφιξη των προσφύγων στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1920 η λέξη Μπάφραλης ξεπέρασε τα όρια της Ανατολίας και κατέληξε να δηλώνει όλους τους τουρκόφωνους ελληνορθόδοξους πληθυσμούς με καταγωγή από την ευρύτερη περιοχή του Πόντου.
Για όσους μεγάλωσαν μέσα σε ελληνόφωνες ποντιακές οικογένειες η λέξη Μπάφραλης ακούγεται περιφρονητική, σχεδόν προσβλητική, γιατί ως συνώνυμη του τουρκόφωνου υπονοεί τους αμφισβητούμενης καθαρότητας Ποντίους: «ο Μπάφραλης Πόντιος δεν είναι, άλλο μιλέτι είναι αυτός», έλεγε με τη βαριά ποντιακή προφορά του και χωρίς περιστροφές ένας γέρος Τραπεζούντας.
Για όσους επίσης μεγάλωσαν σε εαμογενείς οικογένειες στη Βόρεια Ελλάδα ο Μπάφραλης έχει και πάλι αρνητική σημασία, αλλά για εντελώς διαφορετικούς λόγους. Η λέξη Μπάφραλης για τους εαμογενείς και για τους πληθυσμούς που ανήκαν στον χώρο της Αριστεράς είναι συνώνυμη του συνεργάτη των Γερμανών, του ταγματασφαλίτη, του φανατικού διώκτη του ΕΑΜ. Στις οικογενειακές αφηγήσεις των αριστερών τα ονόματα του Μιχά-λαγα, του Κισά Μπατζάκ και του Αντών Τσαούς περιπλανώνται σαν φαντάσματα, μπλέκονται με άλλα διαβόητων συνεργατών των Γερμανών, όπως του Δάγκουλα και του Πούλου, και συμπληρώνουν τον κατάλογο των λαομίσητων προσώπων της μεταπολιτευτικής περιόδου. 
Ως επακόλουθο, οι Μπαφραλήδες είναι συνυφασμένοι με κάτι ακόμη: την πίστη στα κόμματα της εθνικοφροσύνης και της Δεξιάς. Καμάρι για τους μεν, ντροπή για τους δε, πάντως «Μπάφραλης και αριστερός δεν γίνεται», λένε οι άνθρωποι στα ποντιακά χωριά. Όσοι, μάλιστα, μεγάλωσαν σε οικογένειες που ήταν ταυτόχρονα ελληνόφωνες ποντιακές και ανήκαν πολιτικά στην Αριστερά, όπως ήταν και η δική μου περίπτωση, ανατράφηκαν με δύο αλληλοσυμπληρούμενους και αλληλοτροφοδοτούμενους μύθους. Μόνο η ντροπή των Ποντίων, αυτοί «οι ψευτο-Πόντιοι», θα μπορούσαν να είναι προδότες και γερμανοντυμένοι. Όλοι οι υπόλοιποι, ακριβώς επειδή ήταν γνήσιοι Πόντιοι και ως εκ τούτου «παλικάρια και προοδευτικοί άνθρωποι», προσχώρησαν στο ΕAM, πολέμησαν τους Γερμανούς και τίμησαν την καταγωγή τους.
Πώς κατασκευάζονται όμως και πώς διαπλέκονται με τέτοιο τρόπο δύο ταυτότητες φαινομενικά άσχετες μεταξύ τους; Πώς το εθνοτικό συναντά το πολιτικό στοιχείο; Αυτά είναι ερωτήματα που προκύπτουν σχεδόν αυτόματα έπειτα από την προηγούμενη σύντομη εξιστόρηση. Η εργασία αυτή, λοιπόν, είχε αφετηρία ένα τυπικό ερώτημα διερεύνησης πολιτικής συμπεριφοράς : γιατί οι προερχόμενοι από τον Δυτικό Πόντο τουρκόφωνοι προσφυγικοί πληθυσμοί ταυτίστηκαν κατά τη μεταπολεμική περίοδο με τα κόμματα της Δεξιάς και κάποιες φορές και με αυτά της άκρας Δεξιάς; Για να είμαι ειλικρινής, όταν έθεσα το ερώτημα αυτό, είχα ήδη μέσα μου μία σχετικά σύντομη απάντηση: η εθνοτική κουλτούρα. 
Αργότερα κατάλαβα ότι με τον όρο αυτό δεν έκανα τίποτε άλλο από το να επενδύω τις προκαταλήψεις μου με κοινωνιολογικό περιτύλιγμα (Kalyvas 1999γ: 9). Πότε ήταν αυτό το «αργότερα»; Όταν διαπίστωσα πως στα χωριά των τουρκόφωνων Ποντίων ο Ελευθέριος Βενιζέλος λατρευόταν με την ίδια ένταση που αυτό γινόταν και στους άλλους προσφυγικούς οικισμούς: «ο πατέρας μου άκουγε Βενιζέλος και έκλαιγε, συγκινιόταν τόσο πολύ...» μου είπε κάποια στιγμή ένας τουρκόφωνος Πόντιος της Κοζάνης, φανερά συγκινημένος και ο ίδιος1. 

Τότε άρχισα να αναζητώ άλλους δρόμους. συνειδητοποιώντας τη σημασία της φράσης ενός άλλου τουρκόφωνου Ποντίου: «εμένα με κάναν με το ζόρι δεξιό και φασίστα και κείνους τους κάναν με το ζόρι κομμουνιστές και δυστυχώς ήμασταν όλοι βενιζελικοί, οι πατεράδες μας δίναν το αίμα τους ακόμη για τον Βενιζέλο». Εντέλει, αν η εθνοτική κουλτούρα φαίνεται να μπορεί να εξηγήσει τη διαφοροποιημένη πολιτική συμπεριφορά των τουρκόφωνων Ποντίων στη διάρκεια της Κατοχής και μεταπολεμικά, αδυνατεί να εξηγήσει την αδιαφοροποίητη πολιτική τους συμπεριφορά προπολεμικά.
Τα παραπάνω ερωτήματα εκτός του ότι με υποχρέωσαν να ανατρέξω σε ογδόντα περίπου χρόνια πολιτικής ζωής, με οδήγησαν να συγκροτήσω σταδιακά νέες υποθέσεις και να αναζητήσω νέες πειστικές απαντήσεις, πολλές από τις οποίες βρίσκονταν κρυμμένες πίσω από ιστορικά γεγονότα και βιώματα. Συνειδητοποίησα, έτσι, πως η διερεύνηση της ιστορικής διάστασης, η «επιστροφή στην ιστορία», είναι απαραίτητη για την κατανόηση και τον εμπλουτισμό μιας έρευνας επικεντρωμένης στην πολιτική συμπεριφορά του σήμερα (Δεμερτζής 1994: 19· Καλύβας 1997: 94). 
Την ίδια στιγμή, όμως, έβλεπα να αναδύονται και άλλες όψεις στο υπό έρευνα θέμα: κοινωνικές, ψυχολογικές και ανθρωπολογικές. Αποτέλεσμα των προηγούμενων διαπιστώσεων υπήρξε η χρήση εκ μέρους μου διεπιστημονικών εργαλείων. Έτσι, παρά το γεγονός ότι η προσέγγιση του θέματος γίνεται από τη σκοπιά της Πολιτικής Επιστήμης, η έρευνα αυτή προσπάθησε να συνδυάσει μεθόδους, υποθέσεις και συμπεράσματα από τον χώρο της Πολιτικής Κοινωνιολογίας. της Ιστορίας, της Κοινωνικής Ανθρωπολογίας και της Κοινωνικής Ψυχολογίας. Είναι κρίμα για την ποιότητα της εργασίας αυτής το γεγονός ότι ο συγγραφέας της δεν μπορεί να ισχυριστεί πως έχει πλήρη γνώση της βιβλιογραφίας και των ερευνητικών αναζητήσεων σε ό,τι αφορά τη σχέση μεταξύ της πολιτισμικής/εθνοτικής ταυτότητας και της πολιτικής συμπεριφοράς στο σύνολο των προαναφερόμενων ερευνητικών κλάδων. Πάντως, ο αναγνώστης μπορεί να δείξει επιείκεια, αναγνωρίζοντας από τη μια πλευρά την ειλικρίνεια του γράφοντος και από την άλλη την αντικειμενική δυσκολία ενός τέτοιου εγχειρήματος.
Η έρευνα διήρκεσε τρία περίπου χρόνια (1998-2000). Ένα σημαντικό μέρος των δεδομένων προέρχεται από προφορικές μαρτυρίες που συλλέχθηκαν στις περιοχές όπου επικεντρώνεται η έρευνα. Αρκετές συνομιλίες έγιναν με την παρουσία μαγνητοφώνου και καταγράφηκαν. Χρησιμοποιήθηκαν, επίσης, απομαγνητοφωνημένες και μη, συνεντεύξεις άλλων ερευνητών (αναφέρονται στη βιβλιογραφία). Σε πολλές όμως περιπτώσεις, είτε επειδή οι άνθρωποι αρνούνταν να μιλήσουν με μαγνητόφωνο μπροστά τους είτε επειδή οι συνθήκες της συζήτησης με εμπόδιζαν να το προτείνω (π.χ. ελεύθερη συζήτηση σε ένα καφενείο ή σε μια ταβέρνα με συνοδεία φαγητού και ποτού), δεν έγινε καταγραφή των συνομιλιών. Κάποιες φορές επίσης οι συζητητές μου ζήτησαν να κλείσει το μαγνητόφωνο, για να πουν κάτι που θεωρούσαν σημαντικό αλλά και πιθανώς επιζήμιο γι’ αυτούς. Από την εμπειρία μου, πάντως, προκύπτει πως, σε κάποιες τουλάχιστον περιπτώσεις, οι συζητήσεις χωρίς μαγνητόφωνο περιέχουν συχνά πολύ πιο ενδιαφέροντα στοιχεία από αυτές που καταγράφονται στα μαγνητόφωνα.
Σημαντικό τμήμα της εργασίας βασίζεται επίσης σε ιστορικά αρχεία και αρχεία κοινοτήτων, σε δημογραφικά στοιχεία,σε δημοσιευμένες βιογραφίες και σε γραπτές μαρτυρίες. Σε τέτοιου τύπου εργασίες μόνο ο συνδυασμός των πηγών μπορεί να φέρει αποτελέσματα και να μειώσει τους κινδύνους. Τέλος, δεν πρέπει να παραλείψω να υπενθυμίσω πως χωρίς τη δυνατότητα ανίχνευσης των εκλογικών αποτελεσμάτων στα τμήματα των τουρκόφωνων Ποντίων από την περίοδο του μεσοπολέμου μέχρι τις μέρες μας η εργασία αυτή δεν θα είχε ξεκινήσει ποτέ.
Με την εργασία αυτή επιχείρησα να απευθυνθώ ταυτοχρόνως σε δύο κατηγορίες αναγνωστών: αφενός στην κοινότητα των ειδικών της πολιτικής επιστήμης και αφετέρου σε ένα ευρύτερο κοινό που θα επιθυμούσε να γνωρίσει ελάχιστα γνωστές, κατά τη γνώμη μου, όψεις της ελληνικής πολιτικής ζωής και ιστορίας. Έτσι, μπορεί κάποιος να αποφύγει να διαβάσει την εισαγωγή του βιβλίου αυτού, αν δεν επιθυμεί να μοιραστεί μαζί μου κάποιες θεωρητικές υποθέσεις και αναλύσεις γύρω από τη σχέση ανάμεσα στην εθνοτική ταυτότητα και την πολιτική συμπεριφορά, χωρίς αυτό να έχει επιπτώσεις στην κατανόηση του υπόλοιπου κειμένου.
Αν και δεν μπορώ να υπερηφανευτώ, όπως ο Ουμπέρτο Έκο, ότι τίποτε από ό,τι έχει γραφτεί σε αυτό το βιβλίο δεν είναι δικό μου,η εργασία αυτή οφείλει πολλά σε πολλούς, οι οποίοι, αν απουσίαζαν, το βιβλίο δεν θα έφτανε ποτέ στην τελική του μορφή.....

Είναι αυτονόητο, τέλος, πως οι άτυχες στιγμές της παρούσης εργασίας βαραίνουν αποκλειστικά εμένα.

Νίκος Μαραντζίδης Θεσσαλονίκη
 Φεβρουάριος 2001



1 Υπάρχει ένας αρκετά διαδεδομένος μύθος, ότι δηλαδή «οι πρόσφυγες που ήταν βενιζελικοί γίνανε στη συνέχεια αριστεροί» (Κυριακίδου-Νέστορος, et al 1989: 45). Το απλουστευτικό αυτό σχήμα πρέπει να σχετίζεται με τη συμπεριφορά του προσφυγικού πληθυσμού των μεγάλων αστικών κέντρων (Αθήνα και Θεσσαλονίκη κυρίως) στην πρώτη μεταπολεμική περίοδο.