Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Παρασκευή, 15 Απριλίου 2016

Ένας κόσμος διαμελισμένος. Μέρος 1ο

Σε κάθε γωνιά της Ελλάδας και της Τουρκίας βλέπουμε τα απομεινάρια ενός κόσμου ο οποίος φαίνεται να διαλύθηκε στα εξ ων συνετέθη αιφνίδια και με μεγάλη βιαιότητα.
Σε απόμακρες βουνοκορφές στην καρδιά της Ανατολίας υπάρχουν αδειανά κελύφη από πέτρινες σπηλιές των οποίων ο αρχικός ιερός σκοπός αποκαλύπτεται από ελάχιστες πινελιές ώχρας σε κάποιο εσωτερικό τους τοίχο: μία σβη­σμένη χριστιανική νωπογραφία.
Σε ένα κοντινό χωριό, ανάμεσα σε ζώα και λασπωμένα σοκάκια συχνά ορθώνεται ένα καλοχτισμένο διώροφο ή και τριώροφο οικοδόμημα που σήμερα εκτελεί χρέη στάβλου ή αχυρώνα αλλά φαίνεται καθαρά ότι σχεδιάστηκε για κάποιον άλλο, πιο ευγενή σκοπό.
 Όταν κανείς ρωτήσει αποκαλύπτεται ότι παλιά ήταν σχολείο όπου τουρκόφωνοι χριστιανοί καλλιεργούσαν την «ελληνικότητα» τους με δασκάλους που είχαν έλθει από την Κωνσταντινούπολη ή την Αθήνα.
Χαμζά Μπέη (Αλκαζάρ)-Θεσσαλονίκη
Και στις ασφυκτικές σύγχρονες πόλεις της βόρειας Ελλάδας οι συναντήσεις με τα κατάλοιπα ενός άλλου πολιτισμού είναι εξίσου αναπάντεχες και εντυπωσιακές. Για όσους γνωρίζουν πού να κοιτάξουν, η φωτισμένη με νέον μονοτονία συχνά σπάει από κτίρια που είναι φανερό ότι είναι πολύ παλαιότερα και παρουσιάζουν μεγαλύτερο αρχιτεκτονικό ενδιαφέρον.
Τζαμιά, θεολογικές σχολές, λουτρά ή πανδοχεία κτισμένα πολύ πριν ολόκληρη η περιοχή του Αιγαίου ερωτευτεί το τσιμέντο.
Σύμφωνα με τους περιβαλλοντολόγους   υπάρχουν τουλάχιστον 2.300 οθωμανικά μνημεία στην Ελλάδα τα οποία από αισθητική ή ιστορική άποψη αξίζει να αναστηλωθούν.
Τα περισσότερα όμως από αυτά είναι παραμελημένα, αγνοημένα και χρησιμοποιούνται για ακατάλληλους σκοπούς.
Στους ελληνικούς τουριστικούς οδηγούς τα οθωμανικά μνημεία αναφέρονται ελάχιστα, όπως άλλωστε συμβαίνει και με τους τούρκικους που, αντικατοπτρίζοντας την επίσημη ιδεολογία, συχνά αντιμετωπίζουν με περιφρόνηση την ελληνική και χριστιανική κληρονομιά των τόπων που περιγράφουν. Και στις δύο χώρες υπάρχουν περίεργες σιωπές.
Εκεί που δεν έχουν κατεδαφιστεί κτίρια και παραείναι γερά για να καταστραφούν από μόνα τους με το πέρασμα του χρόνου , οι άνθρωποι κάνουν πως δεν τα βλέπουν.
Στην Αθήνα, για παράδειγμα, υπήρξε μία μεγάλη δημόσια συζήτηση πριν από τους Ολυμπιακούς Αγώνες του 2004 για το αν και κυρίως πού θα μπορούσε να χτιστεί ένα τέμενος για τους μουσουλμάνους αθλητές.
 Τελικά κατασκευάστηκε ένα προσωρινό στο Ολυμπιακό χωριό και οι υπόλοιποι μουσουλμάνοι κάτοικοι, στην πλειονότητα μετανάστες εργάτες που ζουν στην Αθήνα, εξακολούθησαν να χρησιμοποιούν περισσότερους από τριάντα άτυπους και χωρίς επίσημη άδεια τόπους λατρείας.        
Τζαμί στο Μοναστηράκι
                                                            
Ελάχιστοι ανέφεραν κατά τη διάρκεια εκείνης της συζήτησης το γεγονός ότι στην περιοχή Μοναστηράκι, που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, υπήρχε ένα τζαμί 500 ετών μεγάλης ιστορικής αξίας το οποίο περίμενε να αναστηλωθεί. Στέκονταν εκεί κλειστό και εγκαταλελειμμένο με τον απεριποίητο κήπο του γεμάτο αδέσποτες γάτες. 
Πράγματι, αν επιχειρούσε κανείς να κατανοήσει την ιστορία της νοτιοανατολικής άκρης της Ευρώπης από τους αρχιτεκτονικούς ρυθμούς και μόνο, θα έβγαζε το συμπέρασμα ότι κάποια τεράστια καταστροφή, φυσική ή από ανθρώπινο χέρι, έπληξε την συγχρόνως τις δύο ακτές του Αιγαίου πριν από πολλούς αιώνες και η περιοχή ακόμα δεν έχει συνέλθει εντελώς.
 Η αλήθεια είναι ότι η καταστροφή είναι σχετικά πρόσφατη.                    
Έχουν περάσει μόλις ογδόντα χρόνια από τότε που οι νεόκοπες δημοκρατίες Ελλάδας και Τουρκίας, με τις ευλογίες των κυριότερων παγκόσμιων δυνάμεων της εποχής, συμφώνησαν στη διαίρεση των γεωγραφικών και πολιτιστικών χώρων όπου οι λαοί, οι γλώσσες και οι θρησκείες ως τότε συνυπήρχαν.
Είναι αλήθεια ότι ένας σταδιακός χωρισμός είχε ήδη μπει σε εφαρμογή τόσο ψυχολογικά όσο και πρακτικά όταν το 1923 επιχειρήθηκε το τελικό, σχεδόν ολοκληρωτικό σχίσμα μεταξύ των ελληνικών κοινο­τήτων και των τουρκικών. Αυτή ακριβώς η διαδικασία είναι γνωστή ως ανταλλαγή πληθυσμών. Υποτίθεται ότι θα ήταν η βάση μιας μακροπρόθεσμης λύσης που θα έφερνε σταθερότητα και ικανοποίηση και στις δύο πλευρές.
Ο διαχωρισμός όμως υπήρξε κάτι πολύ περισσότερο από μία προσυπογραφή σε ένα λίγο-πολύ τετελεσμένο γεγονός. Υπήρξε αντίδοτο στον πόνο αλλά προκάλεσε και πόνο.
Εκείνο που κάνει το γεγονός ακόμα πιο οδυνηρό και αξιομνημόνευτο είναι ότι στις αρχές του 21ου αιώνα υπάρχουν ακόμα άνθρωποι που ζουν και θυμούνται καθαρά πώς έσφυζαν από ζωή ορισμένα από τα ερειπωμένα κτίρια που σήμερα στέκουν εγκατα­λελειμμένα στο «λάθος» μέρος.
 Υπάρχουν γέροντες ενενήντα ετών στην Τουρκία που είναι σε θέση να περιγράψουν την εποχή που το μουσουλμανικό φτωχοκομείο της Καβάλας και οι μιναρέδες των Ιωαννίνων λειτουργούσαν κανονικά.
Δεν ξεχνούν ότι η Θεσσαλονίκη ήταν πόλη μουσουλμάνων δερβίσηδων αλλά και ορθόδοξων ιερέων και Εβραίων ραβίνων. Συνομήλικοι τους στην απέναντι όχθη του Αιγαίου θυμούνται τον καιρό που το λιμάνι της Τραπεζούντας στη Μαύρη Θάλασσα ήταν, μεταξύ άλλων, ένας ελληνικός μεθοριακός σταθμός όπου άκμαζε η ελληνική επιχειρηματικότητα, τα γράμματα και ο πολιτισμός.
Μία εποχή που οι χριστιανικές παραδόσεις στην Καπ­παδοκία λειτουργούσαν αδιατάρακτες επί 1.700 χρόνια. Τότε που τα σημαντικότερα κέντρα ελληνικής οικονομικής δύναμης και εμπορίου ήταν ξακουστά σε όλο τον κόσμο με τα ελληνικά τους ονόματα, Κωνσταντινούπολη και Σμύρνη.
Και στις δύο πλευρές του Αιγαίου υπάρχει μία γενιά που έζησε τον πόνο του ξεριζωμού από τη γη των προ­γόνων της, είτε αυτό συνέβη στην αντάρα του πολέμου είτε υπό την επίβλεψη των γραφειοκρατών της διεθνούς κοινότητας.
 Όπως όλοι οι πρόσφυγες, οι άνθρωποι αυτοί θυμούνται τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν όταν διέσχισαν το πέλαγος και υποχρεώ­θηκαν να προσαρμοστούν σε κάποιο άγνωστο κοινωνικό και φυσικό περιβάλλον. Για ορισμένους από αυτούς η δοκιμασία επιδεινώθηκε καθώς το νέο μέρος εγκατάστασης ήταν, θεωρητικά τουλάχιστον, η αληθινή τους πατρίδα. Υποτίθεται ότι έπρεπε να έχουν την αίσθηση του «επαναπατρισμού». Δεν την  είχαν όμως πάντα.
Διωγμοί
Όπως κάθε μακρινή ανάμνηση, η μνήμη των ανθρώπων που έζησαν την ανταλλαγή πληθυσμών ρέπει προς το συναισθηματισμό, αλλά υπάρχουν και οι πιο νηφάλιοι που βρίσκουν οι ίδιοι αντίδοτο στον πόνο τους.
Δεν ήταν όλα τέλεια στον χαμένο τους κόσμο, και οι συνθήκες κάτω από τις οποίες χάθηκε πολλές φορές ήταν τόσο αποτρό­παιες, που ό,τι επακολούθησε ήταν γι' αυτούς ανακουφιστικό.
Για τον ανυποψίαστο επισκέπτη από μία ειρηνική και ευημερούσα χώρα του δυτικού κόσμου, οι κατεστραμ­μένες εκκλησίες της κεντρικής Τουρκίας ή τα κατάλοιπα ενός τεκέ ή μουσουλμανικού τεμένους στα σύνορα Ελλάδας-Αλβανίας ίσως δίνουν την εντύπωση ενός γοητευτικού κόσμου που χάθηκε, πολύ πιο γοητευτικού, αισθητικά τουλάχιστον, από ο,τιδήποτε μεταγενέστερο. Αυτό που αγνοεί όμως ο επισκέπτης είναι οι συνθήκες φτώχειας και βαρβαρότητας κάτω από τις οποίες ζούσε η συγκεκριμένη αγροτική κοινότητα στα μέλη της οποίας αυτοί οι χώροι λατρείας πρόσφεραν μοναδική παρηγοριά, αλλά και το κλίμα τρομοκρατίας που επικρατούσε δεκαετίες ολόκληρες και πιθανότατα ήταν ο λόγος της εγκατάλειψής τους από τους πιστούς.
Για τους κατατρεγμένους, μία νέα πατρίδα, έστω και άγνωστη, δεν είναι κατ' ανάγκη ένα ξένο ή εχθρικό μέρος. Πολλές φορές αποτελεί σωτήριο καταφύγιο. Καλό είναι να το θυμόμαστε.

Bruce Clark