Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Τρίτη, 8 Μαρτίου 2016

Oι στόχοι των Aρμενίων

Τα ζητήματα με την Αρμενία δεν αφορούσαν λοιπόν μόνον στο συνταγματικό πλαίσιο μέσα στο οποίο θα μπορούσαν να συνυπάρξουν το Αρμενικό κράτος και οι κάτοικοι του Ανατολικού Πόντου. Η αρμενική κυβέρνηση συνέδεσε τη «συνομοσπονδία» με στρατιωτική συμφωνία, βάσει της οποίας ελληνικά στρατεύματα θα έπρεπε να εισβάλουν στον Πόντο και μάλιστα σε βάθος 200 χιλιομέτρων από την ακτή. Αυτό βέβαια θα σήμαινε στρατιωτική εμπλοκή της Ελλάδας στην περιοχή, ενδεχόμενο που υπό τις συνθήκες του 1920 αποτελούσε χίμαιρα. Φαίνεται όμως ότι οι Αρμένιοι, μη έχοντας άλλες επιλογές, πίστευαν ότι η πίεση που μπορούσαν να ασκήσουν στον Χρύσανθο και την Αθήνα θα μεταφερόταν στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου (Ιανουάριος-Μάρτιος 1920).
Ως ένα σημείο οι Αρμένιοι πέτυχαν τους στόχους τους. Στις 19 Ιανουαρίου, το Ανώτατο Συμβούλιο της Entente, δηλαδή οι εκπρόσωποι της Βρετανίας, της Γαλλίας και της Ιταλίας, συμφώνησαν να αναγνωρίσουν την κυβέρνηση της Αρμενίας ως de facto κυβέρνηση, διευκρινίζοντας ότι η απόφασή τους αυτή δεν σήμαινε και αναγνώριση των συνόρων της. Τα πράγματα ωστόσο είχαν αλλάξει. Αν μετά την ανακωχή του Μούδρου, στον απόηχο των σφαγών των Αρμενίων, η Entente ήταν διατεθειμένη να δημιουργήσει μεγάλο αρμενικό κράτος -δίνοντας την πιθανότητα να συμπεριληφθεί και ο Πόντος-, στις αρχές του 1920 η τάση αυτή είχε αντιστραφεί. 
Η οθωμανική αντιπροσωπία με τον πρωθυπουργό Νταμάτ Φερίτ πασά ταξιδεύει στο Παρίσι με το γαλλικό πλοίο «Democratie», στις 6 Ιουλίου 1919, για να απολογηθεί στο Συνέδριο της Ειρήνης.

Οι δυσκολίες που υπήρχαν για να διατηρηθεί αυτόνομο Αρμενικό κράτος ελαχιστοποιούσαν τις πιθανότητες να συμπεριληφθεί σε αυτό ο Πόντος. Αυτή ήταν η εκτίμηση του Ελ. Βενιζέλου, που γνώριζε πρόσωπα και πράγματα.
Ας σημειωθεί ότι στη συνδιάσκεψη της Entente που πραγματοποιήθηκε στο Λονδίνο έγιναν δεκτοί σε ακρόαση οι εκπρόσωποι της Τουρκίας, οι οποίοι απέκλεισαν τον επαναπατρισμό των προσφύγων στο οθωμανικό έδαφος. Σε σχετικά διαβήματα είχαν προβεί οι ποντιακές οργανώσεις, θέτοντας και το ζήτημα της ανάκτησης των περιουσιών.
Στα τέλη Ιανουαρίου 1920, μετά το ναυάγιο των επαφών με τους Αρμένιους, ο Χρύσανθος κλήθηκε στην Ιερά Σύνοδο, στην Κωνσταντινούπολη. Εκεί εξέφρασε την άποψη ότι οι «μεγάλες δυνάμεις» εγκατέλειψαν τον Πόντο και ως μοναδική διέξοδο έβλεπε πλέον τη συνεννόηση με τους Τούρκους.
 Πόσο εφικτό ήταν αυτό; Οι μνήμες από τους εκτοπισμούς και τις δηώσεις ήταν ακόμη νωπές στα χριστιανικά χωριά του Πόντου, ιδιαίτερα στην περιοχή της Σαμψούντας. Ο φόβος των αντεκδικήσεων από τουρκικής πλευράς φαίνεται πως ήταν έντονος. Εκθέσεις σημειώνουν ότι τον Φεβρουάριο του 1920 στη Σαμψούντα είχαν πυκνώσει οι ανταρτικές ομάδες. Αν και ανεπαρκώς εξοπλισμένες, συγκέντρωναν πλέον 4.000 άντρες. Δεν διαθέτουμε ακριβείς πληροφορίες για τη δράση τους. «Οι Τούρκοι χωρικοί τρέμουν τους αντάρτες», σημειώνει πάντως Έλληνας αξιωματικός, χωρίς να διευκρινίζει από πού προερχόταν αυτός ο φόβος.
Στις αρχές Φεβρουαρίου 1920 ο Χρύσανθος βρισκόταν στην Κωνσταντινούπολη και ετοιμαζόταν να ταξιδέψει στο Παρίσι. Στην πόλη συναντήθηκε με τον πρεσβευτή της Ελλάδας και του είπε ότι θα ήταν διατεθειμένος να δεχθεί ομοσπονδιακή ένωση με την Αρμενία, αλλά με την προϋπόθεση ότι το κράτος θα περιλάμβανε όχι μόνον την Τραπεζούντα αλλά ολόκληρο τον Πόντο: «του Πόντου παραμένοντος αδιαιρέτου». Ο πρεσβευτής ειδοποίησε το υπουργείο Εξωτερικών, εκείνο τον Καθενιώτη, ο οποίος με τη σειρά του βρήκε τον πρόεδρο των Ποντίων στο Παρίσι, τον Κ. Κωνσταντινίδη, και τον έπεισε να υποβάλει αμέσως υπόμνημα στην Entente, με το οποίο αποδεχόταν τη δημιουργία ομοσπονδίας με την Αρμενία, με βάση τις συνεννοήσεις της Τιφλίδας (οπότε το ζήτημα των συνόρων έμενε εκτός της συμφωνίας). Έτσι, εξουδετέρωνε εν μέρει την αναμενόμενη εμφάνιση του μητροπολίτη Τραπεζούντας, ο οποίος θα διεκδικούσε το «αδιαίρετο» από κυβερνήσεις που δεν είχαν καμία διάθεση να συζητήσουν ούτε για τον Πόντο ούτε για τα προβλήματά του.
Μπογκός Νουμπάρ
Προέκυψε, όμως, ένα νέο πρόβλημα που αφορούσε στους εκπροσώπους της Αρμενίας. Οι εκπρόσωποι ήταν δύο: Ο Μπογκός Νουμπάρ (Boghos Nubar, 1851-1930), γιος ενός παλαιού πρωθυπουργού της Αιγύπτου, εκπροσωπούσε τη Διασπορά των Αρμενίων. Ο Αβεντίς Αχαρονιάν (Avedis Gharib Aharonian, 1866-1948), «ένας σαρκαστικός βουνίσιος ποιητής», εκπροσωπούσε την κυβέρνηση του Ερεβάν, της οποίας είχε διατελέσει πρόεδρος πριν από τον Χατισιάν. Αμφότεροι δήλωσαν κατά επιδεικτικό τρόπο άγνοια για τις διαπραγματεύσεις της Τιφλίδας.
 Ο Αχαρονιάν, μάλιστα, είπε καθαρά ότι η Τραπεζούντα δεν ήταν δυνατόν να αποτελέσει ομόσπονδο κράτος. Το πολύ πολύ να γινόταν δεκτή ως ελεύθερη πόλη. «Επείσθην ότι πρόκειται περί αποκρύψεως της αληθείας και ότι οι αντιπρόσωποι της κυβερνήσεως του Εριβάν είχον λάβει γνώσιν των διαπραγματεύσεων της Τιφλίδος. Δεν παρέλειψα, δε, να αφήσω να γίνη αντιληπτή η πεποίθησίς μου αυτή», σημειώνει ο Καθενιώτης. Οι Αρμένιοι τον ρώτησαν τι θα γινόταν αν οι Πόντιοι δεν ικανοποιούνταν από τις αποφάσεις της ειρηνευτικής συνδιάσκεψης. Μήπως θα συνεργάζονταν με τους Τούρκους; Η ρητορική ερώτηση υποδηλώνει ότι η Αρμενική κυβέρνηση είχε επανεξετάσει τη θέση της. Μετά την αναγνώρισή της από τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις και την προφανή αδυναμία της Ελλάδας να εμπλακεί στην περιοχή, η αξία της «συνομοσπονδίας» είχε μειωθεί.
Πράγματι, η αρμενική αντιπροσωπεία ζήτησε από τη συμμαχική συνδιάσκεψη να συμπεριληφθεί στο Αρμενικό κράτος η μικρασιατική παραλία μέχρι την Τρίπολη, η οποία βρίσκεται 77 χιλιόμετρα δυτικώς της Τραπεζούντας, χωρίς να κάνει μνεία των διαπραγματεύσεων του Χατισιάν με τον Χρύσανθο. Μετά από λίγες μέρες η συνδιάσκεψη αποφάσισε να παραμείνει η Ερζιντζάν στην Τουρκία.
 Η αρμενική αντιπροσωπεία περιόρισε τις αξιώσεις της σε εμπορική μόνον, και όχι εδαφική, διέξοδο προς την Τραπεζούντα.

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ ΧΕΚΙΜΟΓΛΟΥ
Οικονομολόγος, διδάκτωρ ΑΠΘ