Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Παρασκευή, 9 Οκτωβρίου 2015

Προλήψεις και δοξασίες για την κηδεία και τους νεκρούς.

Οι άνθρωποι πάντα πίστευαν ότι θ' ανταμώσουν τους νεκρούς τους στον άλλο κόσμο. Πίστευαν όμως πως σε άλλα μέρη μπορούσαν να τους ανταμώσουν, σε νεκροταφεία, σε ορισμένα σπήλαια, ρεματιές, η άλλους φοβερούς τόπους και μάλιστα στα πεδία των μαχών ή άλλα μέρη, όπου έγιναν ομαδικές σφαγές. Με τις δοξασίες αυτές έχουν σχέση και τα φαντάσματα  και οι βρυκόλακες, που δεν ήσαν άλλο τίποτε παρά οι ψυχές των νεκρών και μάλιστα των σκοτωμένων ή κολασμένων που είχαν εχθρική διάθεση προς τους ζωντανούς. Για να εξευμενίσουν τους νεκρούς, έκαναν ορισμένες πράξεις εξιλέωσης, εξορκισμού και προσευχής.
Οι νεκροί εμφανίζονταν την νύχτα ως φαντάσματα ή παρουσιάζονταν στον ύπνο (όνειρα). Στην περίπτωση αυτή πίστευαν πως  η εμφάνιση του νεκρού ήταν πραγματική· γι’ αυτό τα όνειρα που είχαν εμφάνιση νεκρού δεν  ερμηνεύονταν αλληγορικά όπως όλα τ’ άλλα όνειρα (π.χ. όταν βλέπεις στον ύπνο σου σκύλο, κάποιος εχθρός καιροφυλακτεί να σε βλάψει). Τα λόγια και οι πράξεις εκείνων που εμφανίζονταν στον ύπνο, θεωρούνταν ως απ’ ευθείας εμφανίσεις των νεκρών. Προκειμένου για τους νεκρούς με τους οποίους  είχαν εχθρικές σχέσεις στη ζωή τους, απέφευγαν να αναφέρουν και αυτό το όνομά τους, για να μην τους εξοργίσουν διότι πίστευαν ότι οι νεκροί έχουν τη δύναμη να βλάψουν τους ζωντανούς· μερικοί μάλιστα απέφευγαν να δώσουν στο βρέφος τους όνομα νεκρού, με τον οποίον δεν βρίσκονταν σε αγαθές σχέσεις «σήν ζωντήν άτ’».
Αγία Κυριακή- Ισχανάντων

Υπήρχαν και άλλες πολλές δοξασίες.
Η ψυχή του ανθρώπου επί τρεις μέρες μετά το θάνατο μένει μέσα στο σπίτι  και σαράντα μέρες εκεί γύρω, οπότε φεύγει στον ουρανό, αν όμως είναι κακός μπορεί να μείνει στη γη για πάντα σαν βρυκόλακας. Έχει δε τη δύναμη να βλάψει ή να ωφελήσει τους ανθρώπους· από τις αντιλήψεις αυτές προήλθε η πίστη ότι, με κατάλληλες ενέργειες (θυσίες, προσφορές, ευχές και άλλες τελετές) ήταν δυνατό να εξευμενίσουν τους νεκρούς και να αποτρέψουν επαπειλούμενα κακά.
Οι έγκυες, οι λεχώνες και το βρέφος δεν έπρεπε να αντικρίσουν νεκρό,γι ’ αυτό όχι μόνο δεν πήγαιναν στην κηδεία, αλλά και φρόντιζαν να σταθούν ψηλότερα από το δρόμο από τον οποίο θα περνούσε η κηδεία, για να μη πατείουνταν δηλ. να μην πάθουν καμιά βλάβη· το ίδιο και οι μελλόνυμφοι θεωρούσαν κακό σημάδι την συνάντηση νεκρού και φρόντιζαν να σταθούν σε ψηλότερο μέρος.
Ήταν κακός οιωνός να χασμουριέται και να φτερνίζεται κανείς κατά την κηδεία.
Κατά την εκφορά δεν έπρεπε να γυρίσει κανείς και να δει πίσω, προπάντων δε ο παπάς, για να μην πεθάνει και άλλος.
Στα παλιά μάλιστα χρόνια όταν έφευγαν από το νεκροταφείο έπαιρναν μια πέτρα και την πετούσαν πίσω προς τον Χάρο χωρίς να γυρίσουν να την δουν.
Δεν γύριζαν στο  σπίτι τους από την εκφορά, αλλά στο σπίτι του νεκρού, για να μην τους ακολουθήσει ο Χάρος. Δεν σκούπιζαν το σπίτι, κι' αν σκούπιζαν δεν πετούσαν τα σκουπίδια έξω, αλλά τα μάζευαν πίσω από την πόρτα.
Αν πέθαινε κανείς σε μεγάλη γιορτή ήταν ευτυχισμένος: "Να σαν εκείνον π' επέθανεν αοίκον ημέραν".
Αν το πρόσωπο του νεκρού ήταν γελαστό, τον μακάριζαν γιατί πέθανε ευτυχισμένος, αν όμως ήταν άγριο πέθανε δυστυχισμένος.
Αν έβρεχε κατά την εκφορά και βρεχόταν το λείψανο, ήταν ενδεχόμενο όλος ο χρόνος να ήταν βροχερός.Στο δωμάτιο του νεκρού δεν κοιμόταν κανείς, παρά ύστερα από πολύ καιρό.
Αν κάποιος είχε στο σπίτι λεχώνα ή άρρωστο μετά την κηδεία, αν δεν πήγαινε στο σπίτι του νεκρού έπρεπε πρώτα να μπει στο αποχωρητήριο για να μην τον ακολουθήσει ο Χάρος.