Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Πέμπτη, 22 Ιανουαρίου 2015

Συμμετοχή των ιεραρχών των προυχόντων του Πόντου και των Δερβίσηδων

“Εποχή 1821. Λίγους μήνες μετά τον απαγχονισμό του οικουμενικού Πατριάρχη Γρηγορίου του Ε', στην πρωτεύουσα της Χαλδίας Αργυρούπολη:    Ο δεσπότης, μ' ένα μαύρο βελούδινο σκουφάκι, κάθεται στο γραφείο του. Είναι ένας γέρος κληρικός, με ασημένια μαλλιά και γένια, με αυλακωμένο πρόσωπο απ' τις ρυτίδες, αλλά με μάτια και βλέμμα ζωηρό.   
Ύστερα σηκώνεται και με αργό βήμα πηγαίνει στο παράθυρο που αφήνει  θέα στον απέραντο κάμπο της Αργυρούπολης με τον Κάνι ποταμό, που κυλά ήρεμα τα γαλανά νερά του προς τη θάλασσα.  
Αργυρούπολη
Φαίνεται συλλογισμένος και πολύ στεναχωρημένος. Περνούν λίγα λεπτά και  η πόρτα ανοίγει αθόρυβα. Ένας διάκος παρουσιάζεται στο άνοιγμα και στέκεται    αναποφάσιστος. Ο δεσπότης γυρνά το κεφάλι, βλέπει το διάκο και ρωτά:  
-Τι συμβαίνει, Τιμόθεε;
 - Ο Μαστρο-Κωνσταντής περιμένει γέροντα, του απαντά ο Τιμόθεος.
 - Ας ορίσει, Τιμόθεε.   
Και ο διάκος υποκλίνεται ελαφρά και αποσύρεται.   
Σε λίγο μπαίνει ένας ηλικιωμένος άνδρας, με φέσι, δεμένο γύρω με ένα μαντήλι λεπτό, έτσι που σχηματίζεται ένα τρίγωνο πάνω από το αριστερό αυτί και    φορεί βράκα. Υποκλίνεται και φιλεί το χέρι του δεσπότη και κάθονται ο ένας    απέναντι από τον άλλο.   
-    Τι έχουμε, Κωνσταντή; ρωτά ο δεσπότης.   
-    Πολύ δυσάρεστα, σεβασμιώτατε. Ο γιος μου ο Νικόλας, ο ταχυδρόμος μας,     έπεσε στα χέρια των Τούρκων. Πολλά πράγματα δεν έμαθα, γέροντα. Το βέβαιον  όμως είναι ότι τον έπιασαν στην Τραπεζούντα, τη στιγμή που έμπαινε στην πολιτεία και τον έριξαν στο μπουντρούμι του Ντεμίρ - Καπού.
- Και το γράμμα και τα χρήματα;
- Ο Νικόλας είναι παιδί μου. Τον ξέρω καλά. Όσο και αν τον βασανίσουν, δεν θα μιλήσει. Τα χρήματα όμως θα πήγαν χαμένα. Και είναι δυο φορές χαμένα... Πρώτον, γιατί τα πήραν οι Τούρκοι, και δεύτερον, γιατί τα στερήθηκε το έθνος.
Εκείνη την ώρα μπαίνουν οι πρόκριτοι μαζί με το σχολάρχη.
Ο δεσπότης, αφού τους καλωσορίζει, με θλιβερό ύφος τους αναφέρει πως ο ταχυδρόμος με την επιστολή και τα χρήματα πιάστηκε από τους Τούρκους. Και αυτό σημαίνει - εξακολουθεί ο δεσπότης - ότι και η νέα προσπάθειά μας απέτυχε.
 Έχομε τέσσερις μήνες να επικοινωνήσουμε με τη μητρόπολη της Τραπεζούντας. Δυο αποστολές πήγαν χαμένες και δεν ξέρουμε τίποτε για την πρόοδο του αγώνα. Ας ευχηθούμε ο Ύψιστος να μας δώσει τη χαρά, για να δούμε το έθνος μας ελεύθερο.
Εκείνη την ώρα ο σχολάρης σηκώνεται και δίνει την κατάσταση στο δεσπότη και 78 χρυσές λίρες, προϊόν του εράνου που είχε γίνει.
Ο δεσπότης τοποθετεί τα χρήματα και τον κατάλογο επάνω στο γραφείο του και μονολογεί. Κατόπιν αποτείνεται στους προκρίτους και τονίζει: Πρέπει να φύγουν, αν είναι δυνατόν σήμερα, να παραδοθούν εις την μητρόπολη της Τραπεζούντας και αυτή θα βρει τρόπο να τα διαβιβάσει έως το Κέντρον.
Ακριβώς την ώρα εκείνη, πίσω από το διάκο, στο άνοιγμα της πόρτας, εμφανίζονται δυο δερβίσηδες. Έχουν άγρια φυσιογνωμία, θρεμμένα μουστάκια, φέσι στο κεφάλι και πράσινα σαρίκια τυλιγμένα ομοιόμορφα.
 Στο χέρι κρατά ο καθένας από ένα χοντρό ραβδί, με το διακριτικό έμβλημα της ιδιότητάς τους ως φανατικού οπαδού του Αλλάχ, στην άκρη επάνω ένα μικρό μεταλλικό τσεκούρι. Όλοι, εκτός από τον μητροπολίτη, σηκώνονται όρθιοι.
Ο δεσπότης φαίνεται ατάραχος, αλλά έξαφνα βλέπει τα χρήματα και τον κατάλογο των εισφορών επάνω στο γραφείο του και τότε δεν κατορθώνει να κρύψει ένα σπασμό του προσώπου.   
Αμέσως μετά ο ένας δερβίσης ρωτά:
 - Τι γίνεται εδώ; και διατάζει τους άλλους - πλην του δεσπότη - να βγουν έξω. Έπειτα στρέφεται προς το δεσπότη και τον κοιτάζει σαν απολιθωμένος. Ύστερα φέρνει σιγά - σιγά το χέρι προς το λοβό του αριστερού αυτιού. Ο μητροπολίτης ξαφνιάζεται. Υψώνει και αυτός το χέρι και χαϊδεύει το δεξί φρύδι. Είναι το κρυφό σήμα της Φιλικής Εταιρείας, σα σύνθημα και παρασύνθημα, όπως γίνεται και στις μέρες μας.
Οι δύο άγριοι δερβίσηδες τρέχουν κοντά στο δεσπότη, γονατίζουν και του φιλούν το χέρι.
Κατόπιν, τοποθετούν τις λίρες μέσα στα κούφια ραβδιά τους, ξαναφιλούν το χέρι του δεσπότη, ανοίγουν την πόρτα και χύνονται έξω σαν σίφουνες, οι άγριοι δερβίσηδες, που ήταν ο φόβος και ο τρόμος των χριστιανών.
Ο γερο - δεσπότης ανοίγει τα χέρια του και απευθύνει θερμή προσευχή προς
τον ουρανό.
 Ας είναι ευλογημένο το όνομα σου, Κύριε”.   


Όπως και αλλού λέχθηκε, για τη συμμετοχή των δερβίσηδων στη Φιλική Εταιρεία, ο Σαρρής Ν. μας παραδίδει ότι η συμμετοχή τους ήταν μεγάλη και ότι έψαλλαν με τους Φιλικούς τον Ύμνο της Φιλικής Εταιρείας.    

Αχιλλέας Στεφάνου Ανθεμίδης

Διδάκτορας Νομικής του Πανεπιστήμιου του Gottingen

"Τα απελευθερωτικά στρατεύματα του Ποντιακού Ελληνισμού 1912-1924"