Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Σάββατο, 17 Ιανουαρίου 2015

Προλήψεις και έθιμα που αφορούσαν την λεχώνα(ΣΑΝΤΑ του Πόντου)

Η μαμή μετά το λούσιμο έβαζε το μωρό στην αγκαλιά της πεθεράς ή της μαμάς της λεχούσας (λεχώνας), αν ήσαν παρούσες, λέγοντας και μια ευχή:
 Ο Θεός να χαρίεις άτο. Ατό και άλλα χίλια.
Αν όμως απουσίαζαν κάποιος έπρεπε να τους φέρει τη χαρμόσυνη  είδηση, να στυχαράζ' άτςΦως σ' ομμάτια σ' ή νύφε σ' (η θαγατέρα σ') εποίκεν αγούρ' . Το ίδιο και στους παππούδες που ήταν στο καφενείο ή στη γειτονιά.
 Μόλις καθάριζαν και τακτοποιούσαν το δωμάτιο της λεχώνας και ησύχαζε, καλούσαν τον παπά να ευχιάζ', να διαβάσει τις σχετικές ευχές.
Η λεχώνα κάθε στιγμή διέτρεχε τον κίνδυνο να βλαφτεί, να πατιέται, να τσιαρπεύκεται, γι' αυτό έπαιρναν μεγάλες προφυλάξεις.Τα προφυλακτι­κά μέτρα ήσαν:
 1) Επικαλούνταν την Παναγία και τους 'Αγίους.
2) Τοποθετούσαν κάτω από το μαξιλάρι ή το στρώμα κάρβουνα ή μαυρολάβκον μαχαίρ'
 3) Το φως (λυχνάρι, λάμπα, φωτιά) δεν έσβηνε καθόλου, για να μη έρθουν οι τσαζούδες και πνίξουν το μωρό.
4) Επί τρεις μέρες δεν την άφη­ναν μοναχή, εάν παρουσιάζονταν ανάγκη να απομακρυνθεί ο σύντροφος της, τοποθετούσε τη σκούπα πάνω στο στρώμα (για να σκουπιστούν τα κακά πνεύματα).
5) Τη νύχτα δεν έβγαινε έξω, αν όμως ήταν απόλυτη ανάγκη να βγει, έβαζε στο ζωνάρι της ψωμί, κάρβουνο ή μαυρομάνικο μαχαίρι, για να μην την ακολουθήσουν τα κακά πνεύματα.
Αλλά και ούτε άνοιγε την πόρτα να μπει μέσα κάποιος, τον οποίο μπορούσαν να ακολουθήσουν τα κα­κά πνεύματα.
 6) Κρυβόταν ή έκρυβε το πρόσωπο της από τους ξένους, για να φυλαχτεί από το κακό μάτι. Τις πρώτες μέρες έπρεπε να κάμει δίαιτα, έπρεπε να πίνει μόνο ζεστά. Αν ύστερα η γέννα δεν είχε επιπλοκές, μπο­ρούσε να φάει από τα παραμόνια, δηλ. τα φαγητά που της έφερναν όλοι οι χωριανοί (πιλάφι, μακαρίνα, τσιριχτά, χοσιάφ, φρούτα).
Στις μεγάλες νηστείες οι καημένες αναγκάζονταν να νηστεύουν.
Άρχιζαν δε να κάμουν και ελαφριές δουλειές μέσα στο σπίτι, γιατί ήξεραν ότι «Τη λοχούσας το ποδάρ' ως τα σεράντα ημέρας σο ταφίν εν» δηλ. ως τις σαράντα μέρες υπήρχε πάντα κίνδυνος να αρρωστήσει και να πεθάνει. Επι πολλές μέρες και πολύ συχνά ως τις 40 απέφευγε να δει τον πεθερό της.
 Κοντά της δεν μιλούσαν για δυστυχήματα, θανάτους, εξωτικά και γενι­κά για πράγματα που προκαλούσαν τρόμο, γιατί κινδύνευε να χάσει το γάλα της. Ως τις 40 απέφευγε να επισκεφθεί κανένα γειτονικό σπίτι, γιατί οι γειτόνοι δεν το είχαν για γούρι και φοβούνται μήπως γεμίσει το σπίτι τους από ποντικούς.
Μετά σαράντα μέρες πήγαινε στην εκκλησία με συνο­δεία της μαμής ή καμιάς άλλης μεσοκαιρίτζας. Ο παπάς αφού διάβαζε τις σχετικές ευχές κατά το προσκυνητάρι, έπαιρνε το μωρό και το περιέφερε γύρω από την Αγία Τράπεζα. Μετά την εκκλησία πήγαινε στις μάνας της, όπου αντί δώρου έριχναν στάχτη στο κεφάλι του μωρού. Αν όμως κατά λά­θος είχε μπει ασαράντιστη σε κανένα σπίτι έπρεπε να επισκεφθεί πρώτα αυτό και να φωνάζει μπαίνοντας «Εξ' οί πεντικοί κι' απέσ' εγώ».
Κοντά σε ξένους και στους μεγαλύτερους της ντρεπόταν να θηλάζει το μωρό, ούτε και να το χαϊδεύει, το ίδιο και ο πατέρας. Εμένα τον ίδιο η μα­μή μ' έβαλε αντίκρυ στη φωτιά για να ζεσταθώ, η φωτιά έκαψε το μάγουλο μου κι' έκλαγα, η μαμά μου το κατάλαβε, αλλά ντρεπόταν να πει πως το μωρό κάηκε, και ωσότου να το πάρουν είδηση οι άλλοι κάηκε το μάγουλο μου και υπέφερα ένα μήνα ολόκληρο.
Όταν θα περνούσε κηδεία από κοντά, έπρεπε να βγει σε μέρος ψηλό­τερο από το δρόμο απ' όπου θα περνούσε το λείψανο, αν από αρρώστια δε μπορούσε να βγει έπρεπε ν' ανεβεί επάνω σε σκαμνί ή στο σοφά με το μωρό «για να μη πατΐεται μάνα και παιδίν και κόπεται και το γάλαν άτς».
Αν πάθαινε τίποτε το μωρό ή αν αυτό δε μπορούσε να σταθεί στα πόδια, το απέ­διδαν στην κακή επίδραση του λειψάνου.
Αν η λεχώνα έπαιρνε τη μυρουδιά κανενός φαγητού και δεν είχε το θάρρος να ζητήσει, έγλυφε την παλάμη της για να μην πάθει.
Αν συναντιόνταν δυο λεχώνες έπρεπε ν' ανταλλάξουν βελόνες ή δαχτυ­λίδια για να μην πάθουν αυτές και τα μωρά.
Αν της είχαν πεθάνει παιδιά πρωτύτερα, όχι μόνο ονόμαζαν το νεογέννητο Στάθιος, Ναζή, Ζωή κ.ά. άλλα και έβαζαν κάποια να μαζέψει από 7 μονοστέφανα από ένα κομματάκι ύφα­σμα για να ράψουν του μωρού φορεματάκι, ή μάζευαν ασημένιο πράγμα ή νό­μισμα, για να του κάμουν σταυρό.
Και όχι μόνο το ίδιο το μωρό αλλά και τα πανικά του έπρεπε να παρθούν μέσα, πριν βασιλέψει ο ήλιος, αν τυχόν δε τα ξεχνούσαν έξω, έπρεπε την άλλη μέρα να τα δει ο ήλιος και ύστερα να τα πάρουν.
Αν το μωρό αργούσε να περπατήσει το απέδιδαν σο πάτεμαν, όχι μόνο από λείψανο, γάμο κ.ά. αλλά και από ένα κομμάτι κρέας που αγόρα­ζαν ή τους έστελνε κάποιος ή και από άλλα πράγματα.
Απέφευγαν να κρατούν το μωρό μπροστά στον καθρέπτη, για να μη αλλοιθωρίζει (γίνεται τσιαπρόν), δεν το φιλούσαν στο κεφάλι ή στο σβέρκο για να μην γίνει οξύθυμο.
Αν είχε τη γροθιά του κλειστή έλεγαν πως θα γίνει γριβέας (τσιγκούνης), και το αντίθετο αν την είχε ανοιχτή. Μετά τη δύση τού ηλίου δεν έ­χυναν έξω το κάτουρό του ωσότου χρόνιζε.
Αν αργούσε να μιλήσει το πήγαιναν στην πόρτα της εκκλησίας πριν ανοίξει, έβαζαν το κλειδί της εκκλησίας στο στόμα του, το γύριζαν μέσα «για να κλώσκεται η γλώσσα 'θε», και κατόπιν άνοιγαν την εκκλησία. Ωσότου σαράντιζε η λεχώνα, ο άνδρας της έπρεπε να κοιμηθεί σε χωριστό κρεβάτι.


Στάθης Αθανασιάδης (Γεροστάθης)