Τετάρτη 8 Μαΐου 2013

Η παρακμή των μεταλλείων της Αργυρούπόλης Μέρος 1ο

Τα αίτια της παρακμής των μεγάλων μεταλλείων της Αργυρούπολης, κατά τη γνώμη του Περικλή Τριανταφυλλίδη, ήταν δύο:
α) Το κυριότερο μεταλλείο, από όπου προερχόταν ο πλούτος της πόλης, είχε πλημμυρίσει και απαιτούσε μεγάλη δαπάνη χρημάτων για να αδειάσει με αντλίες.
β) Η φυγή πολλών κατοίκων της περιοχής μετά το ρωσοτουρκικό πόλεμο του 1828. Τους Ρώσους που προήλασαν και κατέλαβαν την Αργυρούπολη, τους επεφύλαξαν λαμπρή υποδοχή οι Έλληνες του τόπου. 
Λαός και κλήρος, με επικεφαλής τον μητροπολίτη Σίλβεστρο, με ψαλτάδες και λάβαρα, είχαν υποδεχτεί ως ελευθερωτές τους ομόδοξους στρατιώτες. Όταν όμως έγινε συνθήκη και τα ρωσικά στρατεύματα αποσύρθηκαν από τον Ανατολικό Πόντο, πολλοί Έλληνες της πόλης και των χωριών της περιφέρειας, φοβούμενοι την εκδίκηση των Τούρκων, οι οποίοι τους είδαν να εκδηλώνονται φιλορωσικά και αντιτουρκικά, σηκώθηκαν από τα σπίτια τους, ακολούθησαν το ρωσικό στρατό και εγκαταστάθηκαν πέρα από τα σύνορα της τουρκικής επικράτειας. 
Το ίδιο έκαναν και οι Έλληνες που ζούσαν στην περιφέρεια της Θεοδοσιούπολης (Ερζερούμ). Όλοι μαζί οι μετανάστες από την Αργυρούπολη και τη Θεοδοσιούπολη συγκατοίκησαν στην περιοχή Τσάλκας, κοντά στην Τιφλίδα της Γεωργίας και στη Σταυρούπολη της Νότιας Ρωσίας.
 Οι υπόλοιποι Έλληνες που δε μετακινήθηκαν από τα χωριά δάση και τις σπηλιές για να γλιτώσουν την εκδίκηση των Οθωμανών.
Έπειτα από τα παραπάνω, λοιπόν, η έλλειψη εργατικών χεριών, έφερε, κατά δεύτερο λόγο, την παρακμή των μεταλλείων της Αργυρούπολης και, όπως σημειώνει ο συγγραφέας, η πόλη «μεγάλοις βήμασι φέρεται πρός την παρακμήν».
Ωστόσο, υπάρχει και ένα άλλο, τρίτο, αίτιο που συνετέλεσε στην παρακμή των μεταλλείων. Πρόκειται για την κατάργηση, κατά τα μέσα του 19ου αιώνα, των ειδικών προνομίων που είχαν οι μεταλλωρύχοι.
Μεταλλουργοί του Πόντου

Μετά την παρακμή των μεταλλείων, λοιπόν, και το κλείσιμο πολλών από αυτά, άρχισε η φυγή και η μετανάστευση των κατοίκων της περιοχής σ' άλλα μέρη του Πόντου. Αλλά, η φυγή των κατοίκων της περιφέρειας Αργυρούπολης από τον τόπο τους οφειλόταν και σε μιαν άλλη αιτία. 

Την κατάργηση από την τουρκική κυβέρνηση των ειδικών προνομίων, που είχαν, εκτός από τους μεταλλωρύχους της περιοχής, και οι γεωργοί της. Μέσα στα προνόμια αυτά ήταν και η ατέλεια. Τώρα, όσοι ασχολούνταν με τη γεωργία στα άγονα και ορεινά μέρη της περιφέρειας, πληρώνοντας βαριούς φόρους, δεν μπορούσαν να τα βγάλουν πέρα με τη λιγοστή σοδειά που τους απέμενε. Έτσι, σιγά σιγά φτώχαιναν και τελικά ρίχνονταν στη μετανάστευση, αναζητώντας καλύτερη τύχη. 
Ενδεικτικό της γενικής παρακμής και του μαρασμού στον τόπο ήταν ότι η ίδια η Αργυρούπολη, που άλλοτε, λόγω των μεταλλείων και του μεγάλου πληθυσμού της, ήταν ακμαία και πλουσιότατη, και είχε μάλιστα το δικαίωμα να βγάζει και δικό της ασημένιο νόμισμα, τώρα (1866) μαράζωνε και φτώχαινε. Και ενώ παλαιότερα, στην ακμή των μεταλλείων της, αριθμούσε 7.000 ελληνικά σπίτια, τώρα (1866) είχε μόνο 250 σπίτια. 
Γι' αυτό και συνέβαινε τώρα το αντίθετο από ό,τι συνέβαινε άλλοτε, τους πρώτους αιώνες μετά την Άλωση, όταν τα μεταλλεία αποτελούσαν τον πόλο έλξης για τους Πόντιους. Τώρα η κίνηση, εδώ και σαράντα χρόνια (από το 1820) δεν είναι πια κεντρομόλος αλλά φυγόκεντρη. 
Τώρα, έχουμε ένα μεγάλο μεταναστευτικό ρεύμα, μια μεγάλη πλημμυρίδα, με διασκορπισμό των πρώην μεταλλωρύχων και αγροτών προς τις γειτονικές ποντιακές περιφέρειες και ακόμα μακρύτερα, μέχρι την περιφέρεια της Σαμψούντας και τις άλλες περιοχές του Δυτικού Πόντου, παράλιου και μεσόγειου. Εξάλλου, συμπαγείς μάζες μεταναστών επανδρώνουν από καιρό και τα μεταλλεία όλης της Μικρασίας, και του Καυκάσου.
Το τεράστιο αυτό άπλωμα της μετανάστευσης των Αργυρουπολιτών, έδωσε την αφορμή ώστε, στις εκτός Πόντου επαρχίες της Τουρκίας, ως κάτω στην Κιλικία, όλοι οι Πόντιοι να ονομάζονται μαντεντζήδες, δηλαδή μεταλλωρύχοι, κι όταν ακόμα είχαν παύσει, προπολλού, οι ίδιοι και τα παιδιά τους, να ασχολούνται με το παλιό επάγγελμά τους. Έτσι, το όνομα μαντεντζής κατάντησε να σημαίνει τον Πόντιο, δηλαδή αυτόν που προερχόταν απλώς από τον Πόντο.
Να πώς διατυπώνει ο Τριανταφυλλίδης το φαινόμενο της μεταναστευτικής πλημμυρίδας από την περιφέρεια Αργυρούπολης στην υπόλοιπη Μικρασία: «Ή περί Κάνιν χώρα, ήτοι ή Χαλδαία [Χαλδία, Αργυρούπολη], υπήρξεν ή εστία αφ' ής ό ελληνισμός διεδόθη καθ' όλα τα σημεία του ορίζοντος, ή μεγάλη δεξαμενή άφ' ής μετωχετεύθη και κατεπλημμύρισε καθ' όλας τάς διαστάσεις. Και δυσμικώς μεν άπασαι αί προμνησθείσαι χώραι, αί υπέρ Τρίπολιν και Έσπιεν και Κασιώπην [Κεσάπ], και Κερασούντα και Πάτλαμαν και περί Πουλαντζάκην και Όρδούν [Κοτΰωρα], και Φαδισάνην [Φάτσα] και αί υπέρ Οίνόην και Άμισόν και δυσμικώτερον ακόμη, έκ Χαλδαίας άπωκίσθησαν. 'Ανατολικώς δέ τά περί Αλεξανδρούπολιν [της Αρμενίας] και Τιφλίδα ελληνόφωνα χωρία εκ τούτων συνεκροτήθησαν. 
Μέσημβρινώς δε πάντα τά ύπέρ την Χαλδαίαν εν τω έσωτερικώ, εν τε τη Αρμενία και Μεσοποταμία και Καππαδοκία και Λυκαονία και Βιθυνία μεταλλεία είναι αποικίαι Χαλδοελληνικαί [αποικίες ποντιακές, αργυρουπολίτικες] και αρκτικώτερον, πολλοί εκ Χαλδαίας μεταναστεύσαντες και επί την Ταυρικήν [Κριμαία] πολλά ώκησαν χωρία. 
Και τά περί Καύκασον δε συνοικηθέντα ή συνοικούμενα ελληνικά χωρία, Χάλυβας [Αργυρουπολίτες] έχουσι μετανάστας».
Έληνες μεταλλουργοί του Καυκάσου και Ρώσοι Αξιωματούχοι

Στο ίδιο βιβλίο του ο Π. Τριανταφυλλίδης, αναφερόμενος στα αίτια της μετανάστευσης των Αργυρουπολιτών προσθέτει «το άγονον της χώρας», στην οποία είχε συγκεντρωθεί πολύς πληθυσμός, καθώς και «την τραχύτητα του εδάφους της» μαζί με τον «δύσκολον χειμώνα», ο οποίος κρατάει έξι και εφτά μήνες, σε σημείο που να είναι η περιοχή της Χαλδίας απροσπέλαστη και χωρίς επικοινωνίες όλο τούτο το διάστημα του χρόνου.
 Γι' αυτό, οι περισσότεροι κάτοικοι, που το καλοκαίρι έβρισκαν εκεί κάποια δουλειά, το χειμώνα αναγκάζονταν να σκορπούν οικογενειακά σε μαλακότερα μέρη. Σ' αυτά τα μέρη οι άντρες ασχολούνταν με διάφορα επαγγέλματα, ενώ οι γυναίκες προσλαμβάνονταν για οικιακές δουλειές. Κάποτε μάλιστα, μη βρίσκοντας καμιά δουλειά, αναγκάζονταν και να ζητιανεύουν.
Στις συχνές τούτες οικογενειακές μετακομίσεις συνέβαινε κάποτε και το εξής: οι Τούρκοι γαιοκτήμονες που ήταν τεμπέληδες και «α βροδίαιτοι», επειδή απέφευγαν τη δουλειά, νοίκιαζαν τα χωράφια τους σε Έλληνες ή τα έδιναν «επί επιμορτία» (με απόδοση ενός μέρους της σοδειάς). 
Έτσι, πολλές φορές, οι Αργυρουπολίτες που πήγαιναν στα «μαλακότερα» μέρη μόνο για να ξεχειμωνιάσουν, παρέμεναν εκεί, κοντά στα νοικιασμένα από τον τσιφλικά χωράφια τους, για περισσότερα χρόνια ή και μόνιμα.
Πολλές φορές πάλι αυτοί οι «απόδημοι» αναλάμβαναν να κόψουν τα δέντρα «δασοφόρων γαιών» και να μετατρέψουν έτσι τα πυκνά δάση και τα βουνά, όπου μόνο άγρια θηρία κατοικούσαν, σε εύφορα χωράφια και πυκνοκατοικημένα χωριά. Και καθώς ήταν εργατικοί, δούλευαν επίμονα.
 Έτσι, σιγά σιγά, σχηματίζοντας περιουσία και πλούτο, αγόραζαν από τους μπέηδες τσιφλικάδες τα χωράφια που καλλιεργούσαν ως τότε με νοίκι. Οι τσιφλικάδες, απ' την άλλη μεριά, τα πουλούσαν, γιατί ζούσαν βίον «άσωτον και εκτεθηλυμένον» και ξόδευαν πολύ περισσότερα από όσα εισέπρατταν από τα χωράφια τους. Λόγω και της πολυγαμίας και «των τοιούτων ηδονών, μόνη η επικαρπία (από τα χωράφια) ήτο ανεπαρκής» γι' αυτό υποβάλλονταν σε υπέρογκα χρέη.
 Τα χρέη πάλι μόνο με την πώληση της ιδιοκτησίας τους μπορούσαν να τα αποσβέσουν. Μ' αυτόν τον τρόπο, οι Τούρκοι γαιοκτήμονες, πουλώντας τα εδάφη στους νοικιαστές τους, αποξενώνονταν από την ιδιοκτησία τους και έφευγαν από τον τόπο τους, ενώ οι Έλληνες μετανάστες έμεναν, ρίζωναν, με αποτέλεσμα οι τούρκικοι οικισμοί και τόποι να γίνονται σιγά σιγά ελληνικοί. (Έτσι εξηγούνται και οι τούρκικες ονομασίες των νέων ελληνικών χωριών του Δυτικού και του Μεσογειακού Πόντου, που δημιουργήθηκαν με τον καινούριο, εσωτερικό ποντιακό αποικισμό).
Παλαιά Αργυρούπολη

Οι μεταναστεύσεις αυτές πήραν μεγαλύτερην έκταση και ένταση, όταν καταργήθηκαν, όπως προαναφέρθηκε, τα παλιά προνόμια και οι ατέλειες, οπότε οι μεταλλοφόρες περιοχές εξισώθηκαν με τις υπόλοιπες μη μεταλλοφόρες αγροτικές περιοχές του οθωμανικού κράτους.
Στην παρακμή των μεταλλείων συντέλεσε και μια άλλη, δευτερεύουσα αιτία: το σταμάτημα των δημόσιων δαπανών για την εκμετάλλευσή τους.
 Έτσι, το 19ο αιώνα, τα μεταλλεία της Αργυρούπολης, στερημένα την κρατική υποστήριξη, παραδόθηκαν στην ατομική εκμετάλλευση, με ιδιωτικές δαπάνες και με απόδοση από τους ιδιώτες στην κυβέρνηση ενός ετήσιου μισθώματος. 
Αλλά, τελικά και οι ιδιώτες, μην έχοντας αρκετά κεφάλαια, περιόρισαν την εκμετάλλευση των μεταλλείου και κατόπιν, τα περισσότερα από αυτά, τα εγκατέλειψαν.
Μ' αυτόν τον τρόπο ο κάτοικος της Αργυρούπολης, μη βρίσκοντας πια στη γη του ούτε προνόμια ούτε ατέλειες ούτε εύφορα χωράφια που να του ανταμείβουν τους κόπους, και επιπλέον στερούμενος τους έστω και λίγους πόρους από τη μεταλλευτική δουλειά του στα ορυχεία, δεν μπορούσε να ζήσει στην πατρίδα του και αναγκαζόταν να ξενιτεύεται, στην αρχή μόνο για το χειμώνα, έπειτα όμως για πάντα.






Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah