Δημιουργήθηκε, λοιπόν, καινούριο μεταναστευτικό ρεύμα που πήρε επικές διαστάσεις και πλημμύρισε τις δυτικές περιοχές του Πόντου και τα παράλιά τους. Ύστερα από αυτό, περιφέρειες ολόκληρες, από τις οποίες είχε εξαφανιστεί ο χριστιανισμός πριν από αιώνες, ξανακατοικήθηκαν από την αρχή με Έλληνες μετανάστες από την Αργυρούπολη.
Αλλά, βέβαια, το είδος αποίκων που διασπερνόταν περισσότερο από την ίδια περιοχή (της Αργυρούπολης) στα διάφορα μέρη της Ανατολής ήταν οι μεταλλωρύχοι, οι οποίοι μετανάστευαν για να εκμεταλλευτούν τα άλλα υπάρχοντα μεταλλεία.
Επειδή, λοιπόν, αυτοί μονάχα είχαν την ειδικότητα του μεταλλουργού και την αποκλειστική δικαιοδοσία σ' όλα τα μεταλλεία της αυτοκρατορίας, όπου αποκαλυπτόταν μεταλλούχα γη, δημιουργούσαν αποικίες, συγκροτημένες από τη μητρόπολη της Χαλδίας. Την κάθε τέτοια αποικία πλαισίωναν και άλλοι μετανάστες, όχι μόνο μεταλλουργοί, που ασκούσαν άλλα επαγγέλματα, τα οποία είχε ο τόπος ανάγκη.
Από τις μεταναστεύσεις αυτές αποικίσθηκαν με Έλληνες της Αργυρούπολης και πολλές περιοχές που είχαν ερημωθεί από τις τουρκομανικές επιδρομές, πριν από την τουρκική κατάκτηση. Οι επιδρομές εκείνες, ιδιαίτερα, δεν είχαν αφήσει Χριστιανούς κατοίκους στους τόπους του Δυτικού Πόντου, καθώς και στις πάνω από την Κερασούντα, την Τρίπολη και την Κασιώπη (Κεσάπ) περιοχές.
Αλλά και οι περισσότεροι κάτοικοι της ίδιας της Κερασούντος, υποστηρίζει ο Π. Τριανταφυλλίδης στη συνέχεια, κατάγονταν από μετανάστες της Χαλδίας, γιατί λίγοι είχαν απομείνει από τους παλιούς αστούς της περιόδου μετά την άλωση της πόλης από τους Τούρκους. Άποικοι από την Αργυρούπολη ήταν και οι Έλληνες κάτοικοι των χωριών που βρίσκονταν πάνω από τον ποταμό Πάτλαμαν, ο οποίος χύνεται στη θάλασσα μισή ώρα δυτικά από την Κερασούντα.
Τα χωριά αυτά αποτελούσαν την περιφέρεια Κιρίκ.
Αποικίες Αργυρουπολιτών ήταν ολόκληρη η κωμόπολη Πουλαντζάκη και τα χωριά που βρίσκονταν πιο πάγο από αυτήν, στις όχθες του ποταμού Φαρματίνου (Παζάρ-σου), καθώς και τα χωριά γύρω από τις πηγές του ίδιου ποταμού, σε απόσταση 12 ωρών από τη θάλασσα, δηλαδή τα χωριά Σεμέν(η), Ακπουλού (Αχουρλού), Γού νταλαν(η), όπως επίσης και τα χωριά που απάρτιζαν την περιφέρεια Γιαϊλάγουζιν. Ακόμα, αργυρουπολίτικες αποικίες ήταν η Ορδού (Κοτύωρα) και τα 78 ελληνόφωνα χωριά που βρίσκονταν πάνω από την πόλη, δηλαδή τα χωριά της περιφέρειας του Μελάνθιου (Μελέτ) ποταμού, τα γύρω από το λιμάνι Βόνα, η ίδια η Φαδισάνη (Φάτσα) και τα 4 χωριά πάνω από το Πολεμώνιο (Μπουλαμάν).
Επίσης, ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων κατοίκων της Οινόης μετοίκησε από τη Νικόπολη και συνενώθηκε με τους λίγους παλιούς ντόπιους κατοίκους οι οποίοι είχαν απομείνει από την εποχή της Αλωσης. Τέλος, αποικίες Αργυρουπολιτών ήταν τα 5 χωριά γύρω από τον ποταμό Θύαρη και όλες οι ελληνόφωνες περιφέρειες που βρίσκονταν γύρω από την Αμισό (Σαμψούντα) οι οποίες αριθμούσαν πολλές χιλιάδες σπίτια.
Στις περιφέρειες αυτές της Αμισού, λίγες μόνο οικογένειες προέρχονταν από το παλιό, ντόπιο στοιχείο, το οποίο διέσωσε, παρ' όλες τις δυσκολίες και τις ιστορικές θύελλες, και τη γλώσσα και τη θρησκεία του.
Οι ελληνόφωνοι κάτοικοι της Αμισού (δηλαδή του προαστίου Καδίκιοϊ ή Άνω Αμισού) κατάγονταν από τους αστούς της εποχής της Άλωσης, ενώ οι τουρκόφωνοι που ζούσαν και μέσα στην πόλη της Αμισού και στην ενδοχώρα, αυτοί ή είχαν έρθει ως μετανάστες από άλλες μεσογειότερες περιοχές ή υπάγονταν στο ντόπιο στοιχείο.
Αλλά και τα μεταλλεία που βρίσκονταν σε διάφορες άλλες επαρχίες της άνω Μικρασίας μέχρι την Μεσοποταμία, όλα αποικίσθηκαν από Έλληνες της Χαλδίας (Αργυρούπολης).
Ο Κάνις, λοιπόν, ποταμός (δηλαδή η περιφέρεια Αργυρούπολης), που υπήρξε παλιά η μεγάλη δεξαμενή στην οποία είχαν συγκεντρωθεί (μετά την Άλωση) οι φυγάδες και οι φτωχοί, έγινε το ορμητήριο, από όπου ξεχύθηκε το μεταναστευτικό κύμα (στα νεότερα χρόνια, από το 18ο αιώνα και μετά) το οποίο κατασκέπασε ολόκληρη την ποντιακή χώρα και πολλές άλλες περιοχές της Ανατολής. Όσο για τη γλώσσα των Ποντίων, όλοι οι κάτοικοι της Ποντιακής χώρας, εκτός από λίγους που ζούσαν στην περιφέρεια Τσαρσαμπά, στην περιφέρεια Πάφρας και στις μεσογειότερες περιφέρειες του Δ. Πόντου, ήταν ελληνόφωνοι.
Ο Π. Τριανταφυλλίδης, συνεχίζοντας αναφέρει ότι οι περισσότεροι κάτοικοι γύρω από τη Χερίανα και τις πηγές του Λύκου ποταμού, οι οποίοι απολάμβαναν παλαιότερα τις ατέλειες των μεταλλούχων χωριών, μετά την κατάργηση των προνομίων, βρέθηκαν εκτεθειμένοι στην εχθρότητα των γειτόνων τους Καρδούχων (Κούρδων) και, από φόβο, εγκατέλειψαν τις πατρίδες τους.
Έτσι, συγκεντρώθηκαν γύρω στην Τζίτην, την Πολάτ(ην), την Απέσ(ην) (Χαπές, Εμπές) και την Κελτζηνήν (Ερζιγκιάν), κοντά στη Νικόπολη. Στις περιοχές αυτές οι παλιοί Έλληνες είχαν χαθεί, κι αυτοί, από τις καταστρεπτικές επιδρομές των Τουρκομάνων, παθαίνοντας ό,τι και οι άλλοι μεσογειακοί κάτοικοι του Πόντου. Τώρα όμως ξαναεπανδρώ-νονταν με αποίκους από τα παραπάνω χωριά της περιφέρειας Χερίανας.
Ακόμα και στην Ταυρική χερσόνησο (Κριμαία) μετανάστευσαν πολλοί Πόντιοι από την περιοχή της Αργυρούπολης, αλλά και από άλλες ποντιακές περιοχές. Επίσης και η Βλαχία και οι άλλες, γύρω από τον Ίστρο (Δούναβη) χώρες, και η Βεσσαραβία, αριθμούσαν πολλούς Πόντιους μετανάστες που προέρχονταν από τις περιοχές γύρω από τον Όφι ποταμό, τη Ριζούντα και τα Σούρμενα.
Από το χωριό Καπίκιοϊ (ή Ζούζα) της Τραπεζούντας, εξάλλου, σύμφωνα με την παράδοση, «απεδήμησαν», με τη βοήθεια της τουρκικής κυβέρνησης, 250 οικογένειες και «μετηνάστευσαν ρουμελικά» (προς τη Ρούμελη ή Ρωμυλία).
Ωστόσο, η περιφέρεια του Πόντου που συγκέντρωσε τους περισσότερους αποίκους από την Αργυρούπολη στάθηκε η Αμισός (Σαμψούντα), γιατί το έδαφος της ήταν εύφορο και καλλιεργούνταν, κυρίως, ο προσοδοφόρος καπνός.
Τέλος, οι καθαρά μεταλλουργικές αποικίες ήταν εκείνες που έγιναν έξω από τον Πόντο, όπως του Μπουλγάρ-μαντέν και Μπερεκετλί-μαντέν στο νομό Ικονίου της Λυκαονίας, το Άκνταγ-μαντέν και το Ντενέκ-μαντέν στο νομό Αγκυρας, το Άργανα-μαντέν στο νομό Διάρμπεκιρ και μερικές άλλες σε μικρούς οικισμούς των νομών Προύσας και Νικομήδειας.
Η μετανάστευση τούτη συνεχιζόταν αδιάκοπα μέχρι το 1878, όταν η νίκη της Ρωσίας πάνω στην Τουρκία, στον πόλεμο του 1877-1878, και η απόσπαση από την τελευταία τής περιφέρειας του Καρς, έγιναν αφορμή να δημιουργηθεί η μεγαλύτερη αποικιστική κίνηση των Ποντίων.
Τότε, πολλά χωριά από την Χαλδία και τη γειτονική Κολωνία (Νικόπολη) μετανάστευσαν στο Καρς και ίδρυσαν γύρω στα 85 ελληνικά χωριά.
Στα 1905, οι Έλληνες όλου του Καυκάσου έφταναν τις 150.000, που ήταν σκορπισμένοι σ' όλα τα κυβερνεία του.
Σύμφωνα με τα στοιχεία εξάλλου που παραθέτει ο συγγραφέας Γεώργιος Κανδηλάπτης-Κάνης σε βιβλίο του, το σύνθημα της αρχικής μετανάστευσης των μεταλλωρύχων το έδωσε ένας ονόματι Φίλιππος από τον Παρτίν, κοντά στην Κρώμνη, που πήγε και εγκαταστάθηκε στο Άκνταγ της περιοχής Άγκυρας, όπου ανακάλυψε πλούσια μεταλλεία. Τα μεταλλεία αυτά τα πλαισίωναν αρχικά οι Κρυφοχριστιανοί από το Σταυρίν και κατόπιν άλλοι παρόμοιοι από διάφορα μέρη του Πόντου.
Έτσι, σχηματίστηκαν οι 22 ελληνικές κοινότητες του Άκνταγ-μαντέν. Ακολούθησαν οι ανακαλύψεις και οι εκμεταλλεύσεις των άλλων μεταλλείων, όπως της Μερζιφούντας, του Μπερεκετλί, του Μπουλγάρ (Ταύρου), του Σιμ και Χατζήκιοϊ, του Καρς, του Βατούμ, της Τιφλίδας, της Μεσοποταμίας και της Συρίας.
Σ' όλα αυτά τα μεταλλεία της Ανατολής, υπήρχε πνευματική (εκκλησιαστική) επίβλεψη και διακυβέρνηση από το Μητροπολίτη Χαλδίας, με ανάθεση του ρόλου αυτού από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, γιατί όλοι σχεδόν οι άποικοι και οι κοινότητες που σχηματίστηκαν προέρχονταν από τη Χαλδία (Αργυρούπολη).
Ιδιαίτερα μεγάλο πληθυσμό αποίκων συγκέντρωσαν τα μεταλλεία του Καπάν και της Αργόνης (Άργανα), επειδή ήταν από τα πλουσιότερα.
Το 1817, οι Αργυρουπολίτες αδελφοί Δημήτριος και Νικόλαος Τσιπαλά, ανακάλυψαν στο νομό Αμίδης (Διάρμπεκιρ) πλούσια μεταλλεία χαλκού, μετανάστευσαν εκεί και δημιούργησαν ελληνικές παροικίες. Το ίδιο έκανε αργότερα και ο περίφημος Κοσμά αγάς Πολυχρονίδης, ο «Εκμεκτσή μπασής», όπως λεγόταν κι αλλιώς, που ανακάλυψε τα μεταλλεία του Χαρπούτ και συγκρότησε την εκεί ελληνική παροικία.
Όταν στα 1839 εκδόθηκε το αυτοκρατορικό διάταγμα Χάττι σερίφ και το 1856 το Χάττι χουμαγιούν, χαλάρωσε η καταπίεση των ραγιάδων και οι χριστιανοί της Μικρασίας και του Πόντου ένιωσαν πιο λεύτεροι. Μέχρι τότε, ακόμα και οι μεταλλωρύχοι θεωρούνταν σαν είλωτες, γιατί ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν ασταμάτητα πολλές ώρες στα υπόγεια των μεταλλείων για να γεμίζουν τα πουγγιά τους οι αρχιμεταλλουργοί και τα ταμεία των σουλτάνων. Τώρα, με τις ελευθερίες που απέκτησαν, σταμάτησαν την εξαντλητική εργασία τους στα μεταλλεία, η οποία άλλωστε δεν τους πρόσφερε πολλά και δεν ικανοποιούσε τις βασικές ανάγκες τους, και άρχισαν να ξενιτεύονται, να αλλάζουν τόπο διαμονής.
Εκτός από τις εσωτερικές μεταναστεύσεις, μέσα στη Μικρασία, παρουσιάστηκε και ένα ρεύμα φυγής προς την ομόδοξη Ρωσία, όπου, σποραδικά και ιδιωτικά, οι Πόντιοι μετανάστες ασχολούνταν και με την εκμετάλλευση των μεταλλείων. Ένας από αυτούς ήταν και ο προαναφερμένος Παύλος Εκμεκτσόγλους από το Ρυάκ(ιον) της Μεσοχαλδίας, που αναδείχτηκε τελικά σε διάσημο αρχιμεταλλουργό.
Από το έτος 1854 και ως το 1866, τα μεταλλεία του Πόντου, και ιδιαίτερα της Αργυρούπολης, έμειναν σχεδόν αδρανή, δεν λειτουργούσαν, μόλο που μερικοί, δουλεύοντας ιδιωτικά, ατομικά, έβγαζαν και πουλούσαν το μετάλλευμα στους Ευρωπαίους πράκτορες, όπως έκανε ο Κοσμάς Πολυχρονίδης και ο Θεόδωρος Ουστάμπασης." Κοντά στο τέλος του 19ου αιώνα τα μεταλλεία της Αργυρούπολης, τουλάχιστον, παρήκμασαν τελείως και έκλεισαν.
Αλλά, βέβαια, το είδος αποίκων που διασπερνόταν περισσότερο από την ίδια περιοχή (της Αργυρούπολης) στα διάφορα μέρη της Ανατολής ήταν οι μεταλλωρύχοι, οι οποίοι μετανάστευαν για να εκμεταλλευτούν τα άλλα υπάρχοντα μεταλλεία.
Επειδή, λοιπόν, αυτοί μονάχα είχαν την ειδικότητα του μεταλλουργού και την αποκλειστική δικαιοδοσία σ' όλα τα μεταλλεία της αυτοκρατορίας, όπου αποκαλυπτόταν μεταλλούχα γη, δημιουργούσαν αποικίες, συγκροτημένες από τη μητρόπολη της Χαλδίας. Την κάθε τέτοια αποικία πλαισίωναν και άλλοι μετανάστες, όχι μόνο μεταλλουργοί, που ασκούσαν άλλα επαγγέλματα, τα οποία είχε ο τόπος ανάγκη.
Από τις μεταναστεύσεις αυτές αποικίσθηκαν με Έλληνες της Αργυρούπολης και πολλές περιοχές που είχαν ερημωθεί από τις τουρκομανικές επιδρομές, πριν από την τουρκική κατάκτηση. Οι επιδρομές εκείνες, ιδιαίτερα, δεν είχαν αφήσει Χριστιανούς κατοίκους στους τόπους του Δυτικού Πόντου, καθώς και στις πάνω από την Κερασούντα, την Τρίπολη και την Κασιώπη (Κεσάπ) περιοχές.
Αλλά και οι περισσότεροι κάτοικοι της ίδιας της Κερασούντος, υποστηρίζει ο Π. Τριανταφυλλίδης στη συνέχεια, κατάγονταν από μετανάστες της Χαλδίας, γιατί λίγοι είχαν απομείνει από τους παλιούς αστούς της περιόδου μετά την άλωση της πόλης από τους Τούρκους. Άποικοι από την Αργυρούπολη ήταν και οι Έλληνες κάτοικοι των χωριών που βρίσκονταν πάνω από τον ποταμό Πάτλαμαν, ο οποίος χύνεται στη θάλασσα μισή ώρα δυτικά από την Κερασούντα.
Τα χωριά αυτά αποτελούσαν την περιφέρεια Κιρίκ.
Αποικίες Αργυρουπολιτών ήταν ολόκληρη η κωμόπολη Πουλαντζάκη και τα χωριά που βρίσκονταν πιο πάγο από αυτήν, στις όχθες του ποταμού Φαρματίνου (Παζάρ-σου), καθώς και τα χωριά γύρω από τις πηγές του ίδιου ποταμού, σε απόσταση 12 ωρών από τη θάλασσα, δηλαδή τα χωριά Σεμέν(η), Ακπουλού (Αχουρλού), Γού νταλαν(η), όπως επίσης και τα χωριά που απάρτιζαν την περιφέρεια Γιαϊλάγουζιν. Ακόμα, αργυρουπολίτικες αποικίες ήταν η Ορδού (Κοτύωρα) και τα 78 ελληνόφωνα χωριά που βρίσκονταν πάνω από την πόλη, δηλαδή τα χωριά της περιφέρειας του Μελάνθιου (Μελέτ) ποταμού, τα γύρω από το λιμάνι Βόνα, η ίδια η Φαδισάνη (Φάτσα) και τα 4 χωριά πάνω από το Πολεμώνιο (Μπουλαμάν).
Επίσης, ένα μεγάλο μέρος των Ελλήνων κατοίκων της Οινόης μετοίκησε από τη Νικόπολη και συνενώθηκε με τους λίγους παλιούς ντόπιους κατοίκους οι οποίοι είχαν απομείνει από την εποχή της Αλωσης. Τέλος, αποικίες Αργυρουπολιτών ήταν τα 5 χωριά γύρω από τον ποταμό Θύαρη και όλες οι ελληνόφωνες περιφέρειες που βρίσκονταν γύρω από την Αμισό (Σαμψούντα) οι οποίες αριθμούσαν πολλές χιλιάδες σπίτια.
Στις περιφέρειες αυτές της Αμισού, λίγες μόνο οικογένειες προέρχονταν από το παλιό, ντόπιο στοιχείο, το οποίο διέσωσε, παρ' όλες τις δυσκολίες και τις ιστορικές θύελλες, και τη γλώσσα και τη θρησκεία του.
Οι ελληνόφωνοι κάτοικοι της Αμισού (δηλαδή του προαστίου Καδίκιοϊ ή Άνω Αμισού) κατάγονταν από τους αστούς της εποχής της Άλωσης, ενώ οι τουρκόφωνοι που ζούσαν και μέσα στην πόλη της Αμισού και στην ενδοχώρα, αυτοί ή είχαν έρθει ως μετανάστες από άλλες μεσογειότερες περιοχές ή υπάγονταν στο ντόπιο στοιχείο.
Αλλά και τα μεταλλεία που βρίσκονταν σε διάφορες άλλες επαρχίες της άνω Μικρασίας μέχρι την Μεσοποταμία, όλα αποικίσθηκαν από Έλληνες της Χαλδίας (Αργυρούπολης).
Ο Κάνις, λοιπόν, ποταμός (δηλαδή η περιφέρεια Αργυρούπολης), που υπήρξε παλιά η μεγάλη δεξαμενή στην οποία είχαν συγκεντρωθεί (μετά την Άλωση) οι φυγάδες και οι φτωχοί, έγινε το ορμητήριο, από όπου ξεχύθηκε το μεταναστευτικό κύμα (στα νεότερα χρόνια, από το 18ο αιώνα και μετά) το οποίο κατασκέπασε ολόκληρη την ποντιακή χώρα και πολλές άλλες περιοχές της Ανατολής. Όσο για τη γλώσσα των Ποντίων, όλοι οι κάτοικοι της Ποντιακής χώρας, εκτός από λίγους που ζούσαν στην περιφέρεια Τσαρσαμπά, στην περιφέρεια Πάφρας και στις μεσογειότερες περιφέρειες του Δ. Πόντου, ήταν ελληνόφωνοι.
Ο Π. Τριανταφυλλίδης, συνεχίζοντας αναφέρει ότι οι περισσότεροι κάτοικοι γύρω από τη Χερίανα και τις πηγές του Λύκου ποταμού, οι οποίοι απολάμβαναν παλαιότερα τις ατέλειες των μεταλλούχων χωριών, μετά την κατάργηση των προνομίων, βρέθηκαν εκτεθειμένοι στην εχθρότητα των γειτόνων τους Καρδούχων (Κούρδων) και, από φόβο, εγκατέλειψαν τις πατρίδες τους.
Έτσι, συγκεντρώθηκαν γύρω στην Τζίτην, την Πολάτ(ην), την Απέσ(ην) (Χαπές, Εμπές) και την Κελτζηνήν (Ερζιγκιάν), κοντά στη Νικόπολη. Στις περιοχές αυτές οι παλιοί Έλληνες είχαν χαθεί, κι αυτοί, από τις καταστρεπτικές επιδρομές των Τουρκομάνων, παθαίνοντας ό,τι και οι άλλοι μεσογειακοί κάτοικοι του Πόντου. Τώρα όμως ξαναεπανδρώ-νονταν με αποίκους από τα παραπάνω χωριά της περιφέρειας Χερίανας.
Ακόμα και στην Ταυρική χερσόνησο (Κριμαία) μετανάστευσαν πολλοί Πόντιοι από την περιοχή της Αργυρούπολης, αλλά και από άλλες ποντιακές περιοχές. Επίσης και η Βλαχία και οι άλλες, γύρω από τον Ίστρο (Δούναβη) χώρες, και η Βεσσαραβία, αριθμούσαν πολλούς Πόντιους μετανάστες που προέρχονταν από τις περιοχές γύρω από τον Όφι ποταμό, τη Ριζούντα και τα Σούρμενα.
Από το χωριό Καπίκιοϊ (ή Ζούζα) της Τραπεζούντας, εξάλλου, σύμφωνα με την παράδοση, «απεδήμησαν», με τη βοήθεια της τουρκικής κυβέρνησης, 250 οικογένειες και «μετηνάστευσαν ρουμελικά» (προς τη Ρούμελη ή Ρωμυλία).
Ωστόσο, η περιφέρεια του Πόντου που συγκέντρωσε τους περισσότερους αποίκους από την Αργυρούπολη στάθηκε η Αμισός (Σαμψούντα), γιατί το έδαφος της ήταν εύφορο και καλλιεργούνταν, κυρίως, ο προσοδοφόρος καπνός.
Τέλος, οι καθαρά μεταλλουργικές αποικίες ήταν εκείνες που έγιναν έξω από τον Πόντο, όπως του Μπουλγάρ-μαντέν και Μπερεκετλί-μαντέν στο νομό Ικονίου της Λυκαονίας, το Άκνταγ-μαντέν και το Ντενέκ-μαντέν στο νομό Αγκυρας, το Άργανα-μαντέν στο νομό Διάρμπεκιρ και μερικές άλλες σε μικρούς οικισμούς των νομών Προύσας και Νικομήδειας.
Η μετανάστευση τούτη συνεχιζόταν αδιάκοπα μέχρι το 1878, όταν η νίκη της Ρωσίας πάνω στην Τουρκία, στον πόλεμο του 1877-1878, και η απόσπαση από την τελευταία τής περιφέρειας του Καρς, έγιναν αφορμή να δημιουργηθεί η μεγαλύτερη αποικιστική κίνηση των Ποντίων.
Τότε, πολλά χωριά από την Χαλδία και τη γειτονική Κολωνία (Νικόπολη) μετανάστευσαν στο Καρς και ίδρυσαν γύρω στα 85 ελληνικά χωριά.
Στα 1905, οι Έλληνες όλου του Καυκάσου έφταναν τις 150.000, που ήταν σκορπισμένοι σ' όλα τα κυβερνεία του.
Σύμφωνα με τα στοιχεία εξάλλου που παραθέτει ο συγγραφέας Γεώργιος Κανδηλάπτης-Κάνης σε βιβλίο του, το σύνθημα της αρχικής μετανάστευσης των μεταλλωρύχων το έδωσε ένας ονόματι Φίλιππος από τον Παρτίν, κοντά στην Κρώμνη, που πήγε και εγκαταστάθηκε στο Άκνταγ της περιοχής Άγκυρας, όπου ανακάλυψε πλούσια μεταλλεία. Τα μεταλλεία αυτά τα πλαισίωναν αρχικά οι Κρυφοχριστιανοί από το Σταυρίν και κατόπιν άλλοι παρόμοιοι από διάφορα μέρη του Πόντου.
Έτσι, σχηματίστηκαν οι 22 ελληνικές κοινότητες του Άκνταγ-μαντέν. Ακολούθησαν οι ανακαλύψεις και οι εκμεταλλεύσεις των άλλων μεταλλείων, όπως της Μερζιφούντας, του Μπερεκετλί, του Μπουλγάρ (Ταύρου), του Σιμ και Χατζήκιοϊ, του Καρς, του Βατούμ, της Τιφλίδας, της Μεσοποταμίας και της Συρίας.
Σ' όλα αυτά τα μεταλλεία της Ανατολής, υπήρχε πνευματική (εκκλησιαστική) επίβλεψη και διακυβέρνηση από το Μητροπολίτη Χαλδίας, με ανάθεση του ρόλου αυτού από το Οικουμενικό Πατριαρχείο, γιατί όλοι σχεδόν οι άποικοι και οι κοινότητες που σχηματίστηκαν προέρχονταν από τη Χαλδία (Αργυρούπολη).
Ιδιαίτερα μεγάλο πληθυσμό αποίκων συγκέντρωσαν τα μεταλλεία του Καπάν και της Αργόνης (Άργανα), επειδή ήταν από τα πλουσιότερα.
![]() |
| Αργυρούπολη |
Το 1817, οι Αργυρουπολίτες αδελφοί Δημήτριος και Νικόλαος Τσιπαλά, ανακάλυψαν στο νομό Αμίδης (Διάρμπεκιρ) πλούσια μεταλλεία χαλκού, μετανάστευσαν εκεί και δημιούργησαν ελληνικές παροικίες. Το ίδιο έκανε αργότερα και ο περίφημος Κοσμά αγάς Πολυχρονίδης, ο «Εκμεκτσή μπασής», όπως λεγόταν κι αλλιώς, που ανακάλυψε τα μεταλλεία του Χαρπούτ και συγκρότησε την εκεί ελληνική παροικία.
Όταν στα 1839 εκδόθηκε το αυτοκρατορικό διάταγμα Χάττι σερίφ και το 1856 το Χάττι χουμαγιούν, χαλάρωσε η καταπίεση των ραγιάδων και οι χριστιανοί της Μικρασίας και του Πόντου ένιωσαν πιο λεύτεροι. Μέχρι τότε, ακόμα και οι μεταλλωρύχοι θεωρούνταν σαν είλωτες, γιατί ήταν υποχρεωμένοι να δουλεύουν ασταμάτητα πολλές ώρες στα υπόγεια των μεταλλείων για να γεμίζουν τα πουγγιά τους οι αρχιμεταλλουργοί και τα ταμεία των σουλτάνων. Τώρα, με τις ελευθερίες που απέκτησαν, σταμάτησαν την εξαντλητική εργασία τους στα μεταλλεία, η οποία άλλωστε δεν τους πρόσφερε πολλά και δεν ικανοποιούσε τις βασικές ανάγκες τους, και άρχισαν να ξενιτεύονται, να αλλάζουν τόπο διαμονής.
Εκτός από τις εσωτερικές μεταναστεύσεις, μέσα στη Μικρασία, παρουσιάστηκε και ένα ρεύμα φυγής προς την ομόδοξη Ρωσία, όπου, σποραδικά και ιδιωτικά, οι Πόντιοι μετανάστες ασχολούνταν και με την εκμετάλλευση των μεταλλείων. Ένας από αυτούς ήταν και ο προαναφερμένος Παύλος Εκμεκτσόγλους από το Ρυάκ(ιον) της Μεσοχαλδίας, που αναδείχτηκε τελικά σε διάσημο αρχιμεταλλουργό.
Από το έτος 1854 και ως το 1866, τα μεταλλεία του Πόντου, και ιδιαίτερα της Αργυρούπολης, έμειναν σχεδόν αδρανή, δεν λειτουργούσαν, μόλο που μερικοί, δουλεύοντας ιδιωτικά, ατομικά, έβγαζαν και πουλούσαν το μετάλλευμα στους Ευρωπαίους πράκτορες, όπως έκανε ο Κοσμάς Πολυχρονίδης και ο Θεόδωρος Ουστάμπασης." Κοντά στο τέλος του 19ου αιώνα τα μεταλλεία της Αργυρούπολης, τουλάχιστον, παρήκμασαν τελείως και έκλεισαν.



Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου