Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

«Οι Παβρενοί» Μέρος 3ο


Οι Τούρκοι στην αρχή μας χτύπησαν από την Έρπαγα, από πάνω από τα Τουρκοχώρια, για να μας ρίξουν στη θά­λασσα, αυτή ήταν η στρατηγική τους.
Αυτοί οι κάτοικοι της Έρπαγα, ήταν αποκομένοι και τους εχώριζαν μερικά χωριά απο μας, περι τα πέντε ως έξι χω­ριά, που μιλούσαν την τουρκική. Τους λέγαμε «Παβρινούς» επειδή ανήκανε στην περιφέρεια της Έρπαγας. Ήταν όμως Ελληνες φανατικοί, ανδρείοι, και είχαν αρχηγό τους τον Τσακίρ αγά, έναν ξανθό καπετάνιο. Επειδή δεν είχαν μεγάλο χώρο και δεν μπορούσαν να κάνουν ελιγμούς, όπως εμείς, κάναν το εξής: Περικύκλωναν γύρω γύρω ένα μεγάλο δάσος, κάναν προχώματα, το ένα πισω απο το άλλο, τοποθετούσαν στο κέντρο τα γυναικόπαιδα και γύρω γύρω αυτοί διναν τη μάχη. 
Επι δεκατέσσερις μέρες και νύχτες πολεμούσαν μιά δύναμη τουρκική, γύρω στις πέντε με έξι χιλιάδες Τούρκους, και μάλιστα είχε βρέξει και ήταν ίσαμε τη μέση τους μέσα στο νερό! Πολεμούσαν σκληρά και δεν έκαναν ούτε ένα βήμα προς τα πίσω. Οι γυναίκες τους με χίλιες προ­φυλάξεις μαγείρευαν το συνηθισμένο εκείνο φαΐ, λιγάκι καβουρμάς, δυο χούφτες αλεύρι και πολύ νερό. Έβραζε όλο και κάπως έφερνε στο γλοιώδες και στις κατάλληλες στιγ­μές, τα μεσάνυχτα, το πήγαιναν στους αγωνιστές και ρου­φούσαν λιγάκι. 
Επειδή οι Τούρκοι αξιωματικοί καθυστε­ρούσαν, για την ολοκληρωτική επίθεση, έλαβε την εντολή, μιά δράκα αντάρτες, να την ξεκαθαρίσουν την κατάσταση. Να τα βάλουν με τόσες χιλιάδες Τούρκους, με τα τόσα λίγα πολεμικά μέσα που διάθεταν.
Αυτή η περιφέρεια, της Έρπαγα, είχε πεντακόσια τουφέκια, ενώ η δική μας είχε δεκαπέντε χιλιάδες με δεκαοκτώ χιλιάδες τουφέκια. Την άλλη μέρα, ο Τούρκος αξιωματικός, διάταξε, με την ξιφολόγχη να μπούνε στα χαρακώματα. Και εκεί που ο αξιωματικός προέτρεχε, για να δώσει κουράγιο στους στρατιώτες του, του κάνανε (ανοίξανε) φωτιές με χει­ροβομβίδες και με τα εγγλέζικα όπλα που βάζανε σαν μυδραλιοβόλα.

Και σ' ένα ενθουσιασμό του, απάνω σε μια παραζάλη, βγαίνει από το χαράκωμα ο καπετάνιος με το «κολτ», ένα επαναληπτικό βελγικής κατασκευής, που τραβάει δώδεκα σφαίρες, χτυπάει τον αξιωματικό και πέφτει μέσα στο χα­ράκωμα. Αλλά και ο Τσακίρ αγάς χτυπήθηκε από τους Τούρ­κους, γιατί βιάστηκε και βγήκε από το χαράκωμα.
Μόλις είδαν ότι έπεσε το αγαπητό τους πρόσωπο, ανά­λαβαν κάτι άλλοι άντρες με ψυχή και σώμα και άρχισαν να πολεμούν. Φαντασθείτε, οκτακόσια τουφέκια σε ειδικευμένα χέρια, το τι γινόταν! Κατόρθωσαν όχι μοναχά να τους διώ­ξουν, αλλά και να τους κάνουν μεγάλη καταστροφή! Σκόρ­πισαν από παντού, πήγαν και από τα πλάγια. Κι όταν βρέ­θηκαν σε κάποια ησυχία, σφάξαν ένα πρόβατο, το άνοιξαν και το τύλιξαν στον αξιωματικό, για να τον κρατούν ζεστό. Για να τον διατηρήσουν στη ζωή και να μπορέσουν να του πάρουν πληροφορίες.
Ο αξιωματικός φαντάσθηκε ότι θα του χαρίσουν τη ζωη και συγκινήθηκε, ίσως από την ανδρεία του και άρχισε να τους εξιστορεί: «Πολλούς αξιωματικούς από μας, τους τρά­βηξαν από διάφορα μέτωπα, διά να 'ρθουμε να σας εξοντώσουμε .   Η δύναμή μας είναι γύρω στις εικοσιπέντε με τριά­ντα χιλιάδες. Γύρω στις οκτώ χιλιάδες είναι ο γυμνασμένος στρατός. Πολλοί είναι εθελοντές μέσα από την Αμισό. Οι υπολοιποι, γέροι και παιδάκια, ήταν στρατευμένοι στα μέ­τωπα της Ρωσίας. Είναι γύρω στις επτά με οκτώ χιλιάδες αγρότες της περιφέρειας, που δεν τους επιστράτευσαν, για να περιφρουρούν τα χωριά από τους αντάρτες».
Αφού έδωσε την εικόνα του πολέμου είπε, ότι θα ενώνο­νταν ο στρατός κι ότι ο ένας θα χτυπούσε από το Ατσέσοϊ και ο άλλος από το Καράπερτσιν, την Έρπαγα, το Τσιφλίκ και ότι θα μας κύκλωναν. Πρόσθεσε ακόμη, ότι είμαστε ανδρείοι. Ότι έχουμε το σθένος η να ζήσουμε η να πεθάνουμε. Και ότι πα­ρατήρησε στην μάχη που δώσαμε δεκατέσσερα μερόνυχτα, ότι θα είναι κατορθωτό να νικηθούμε. Σας το λέγω εγώ, είπε.
Αφού πήραν τις πληροφορίες του αξιωματικού, οι αντάρ­τες, του δίνουν τη χαριστική βολή και ψοφάει, έτσι πήγε.
 Η περιφέρεια Έρπαγα ήταν πέντε έξι χωριά. Εμείς ολους αυτούς, μέσα στην Αμισό, τους λέγαμε Παβρενούς. Όλοι γενικά ήταν αγρότες. Τα χωριά τους δεν ήταν πλούσια, ήταν όμως ανεπτυγμένα στην γεωργία και στην κτηνοτροφία. Δεν ήταν μορφωμένοι, τα 60% ξέραν γραφή και ανάγνωση, ήταν κάτω απο την επιροή των δασκάλων και των παπάδων, διαφέραν κατά πολύ από εμάς. Ήταν ανδρείοι, ρωμαλέοι, ψη­λοί, χοντροί, γεροί άνθρωποι. Ήταν χοντροκοπιοί, πολύ πονηροι, αλλά στη φυσική τους πλάση ήταν λεπτού χαρακτηρος. Ήταν και καχύποπτοι και το αεράκι το υποπτεύονταν. Τους ακούαμε μόνο, γιατί ήταν δεκατέσσερις ώρες μακριά απο μας. Τους γνωρίσαμε όμως αρκετά, απο το παρακάτω περι­στατικό, που δικαιώνει τη φήμη τους ως ανδρείους.
Αυτοί κάθε δεκαπέντε μέρες, κάθε μηνα, έφερναν άλευρα και μας πουλούσαν. Κατεβαίναν καμιά δεκαπενταριά και ερ­χόντουσαν στις πλατείες μας. Η πλατεία ήταν πεσμένα δέ­ντρα, καμένα πλάι στα ερείπια, που γίνονταν συγκέντρωση του πληθυσμού. Εκεί, μας πουλούσαν κυπαρίσσιο, καλαμποκίσιο και  σιταρισιο αλεύρι. Εκει γίνονταν η αγοραπωλησία.
Από τις σκοπιές μάς δόθηκε η είδηση, ότι έρχεται τουρ­κικός στρατός. Μόλις το ακούσαμε, γυναικόπαιδα και άντρες, τρέχαν στα βουνά και σκόρπαγαν. Και μερικοί οπλοφο- ρούντες αντάρτες, τόσο ταράχτηκαν, που φεύγαν κι αυτοί.
Σύμπτωση, αυτη την ώρα, βρέθηκαν στην πλατεία δεκα­πέντε Παβρενοί. Είδα την τρομάρα μας και μας είπαν: «Μα δεν ντρεπόσαστε; Πάρτε τους από πίσω, πιάστε τους φαλάγγι, τι φεύγετε;» Οι αντάρτες είπαν: «Αυτοί είναι χιλιάδες!» Τους είχε κυριεύσει ο φόβος και τους βλέπαν πολλούς. Δεν ηταν, όπως υπολογίσαμε αργότερα, τόσοι, ηταν ως τριακόσιοι. Ένας μισοπάλαβος ήθελε να κάνει μιά αψιμαχία στα σύνορα (του χωριού). Οι Παβρενοί, ψύχραιμοι, τράβηξαν παράμερα, σε κάτι ρεματιές, τα υποζύγιά τους και αφού πήραν ορισμένες πληροφορίες, γιατί ηταν ξένοι προς τον τοπο μας, ρωτώ­ντας για κάτι μονοπάτια, χάθηκαν προς τα δάση. 
Τράβηξαν προς το στρατό. Οι Παβρενοί, μοιάζαν με γάτα, που μυρί­ζεται το ποντίκι. Σαν κυνηγετικός σκύλος, που μυρίζεται το λαγό. Ξαφνικά βρέθηκαν στα πλάγια τους! Και δώσαν δυο ώρες μάχη! Ακούαμε τους πυροβολισμούς και εκείνο το χά­λασμα και να σου! Και βλέπομε τους Παβρενούς να φέρνουν
δεκαπέντε αιχμαλώτους! Εμείς φεύγαμε κι αυτοί μας φέρνανε αιχμαλώτους! Τους βγάλαν στην δημοπρασία και πή­ραν κάμποσα λεφτά από μερικούς εμπόρους! Πούλησαν τα άλευρά τους και σηκώθηκαν και πήγαν στα λημέρια τους. Αυτοί είναι οι Παβρινοί. Δεν πηγα ποτέ στα μέρη τους.
Με την φευγάλα φθάσαμε κανά δυο ώρες μακριά, με τους ελιγμούς. Ηταν κι αυτά τα χωριά καμένα, τι να πάμε να κά­νουμε;

Δημοσθένης Κελεκίδης

'ΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ'

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah