Το χρόνο μιά φορά
έρχονταν οι Τούρκοι και Έλληνες, φέρνοντας τα καλύτερα βόδια τους, για να
αγωνιστούν. Είχαν τρία-τέσσερα κάρα, που αντί για τροχούς δέναν ξύλα χοντρά
και βάζαν απάνω πολύ βαρύ φορτίο. Οποιανού τα βόδια τραβούσανε αυτό το βάρος,
θεωρούσαν ότι είχε τα πιο γερά βόδια, για αμοιβή δε έπαιρνε πασμάδες με διάφορα
χρώματα και τους τύλιγε στα κέρατα των βοδιών. Ακόμα, ανάλογα με τον αγώνα ήταν και η αμοιβή, (η
οποία) καμιά φορά ήταν ένα η δύο μοσχάρια καλοθρεμένα.
Όλα αυτά μου
'ρχονταν στο μυαλό την ώρα που κοίταγα το Τεκέκιοϊ. Ύστερα πάλι, πήγε ο νους
μου σ' άλλα χρόνια. Μιά φορά, που για να πάω στην πατρίδα μου, πέρασα μέσα από
το Τεκέκιοϊ, τα βρήκα όλα σε κακή κατάσταση. Από ένα πλημμυρισμένο ποτάμι τα
σπίτια και τα μαγαζιά είχαν εκτοπιστεί! Άλλα ήταν γκρεμισμένα και όσα ηταν
ξύλινα, σαν παράγκες, τα είχε εκτοπίσει. Έτρεχε, έτρεχε το ποτάμι, το χώμα
έφευγε και παραμερούσαν τα σπίτια, το έζησα, δεν ηταν καλοφτιαγμένα, άλλα πάλι
τουμπάριζαν. Ο κόσμος, απελπισμένος έψαχνε να βρει τα πράγματά του. Εγώ βρήκα
στο δρόμο ένα πακέτο, ειχε μέσα δέκα φέσια,
ποιανού να το δώσω; όλοι χάσαμε. Είπα: βγήκε το χαρτζηλίκι! να το πουλήσω.
(Αλλά) αυτό κάπως με σύγχισε, μου έδωσε μια ταραχή, σαν να ήταν ένα προμήνυμα
αυτής της καταραμένης περιόδου, δηλαδή αυτά που γιναν πριν μιά ώρα και που με
ξύπνησαν από τις εφιαλτικές μου αναμνήσεις.
Σε μιά στιγμή
γύρισα στην πραγματικότητα, κόντευαν μεσάνυχτα, ειχε περάσει πολύ ώρα, που
φτάξαν στις σκοπιές οι τελευταίοι πολεμισταί. Κανένας άλλος πια δεν σώθηκε.
Σηκωθήκαμε και φύγαμε για το Καράπερτσιν.
Έρριξα μιά
τελευταία ματιά ακόμη, πήγε ο νους μου στους τραυματίες, μην τους πιάσαν οι
Τούρκοι και το τους κάναν. Γιατί, εν τω μεταξύ πήγαν οι Τούρκοι μέσα στο χωριό,
ο στρατός κι οι ενισχύσεις τους. Τελευταία ματιά και τα θυμήθηκα όλα. Φεύγαμε
προς τα πίσω. Στο δρόμο λέγανε ότι έφτασε ο στρατός και οτι έγιναν
μετακινήσεις. Έλεγε ένας ποιος και ποιος σκοτώθηκε και βγάλαμε το συμπέρασμα,
ότι σκοτωθήκανε εικοσιοκτώ. Είχαμε και σαράντα τραυματίες μαζί μας. Άλλος ήταν
χτυπημένος στο μάτι, άλλος στο πόδι και τους είχαμε πρόχειρα δεμένους.
Είχαμε βοτανολόγους
άφθαστους, τα βότανά τους ήταν μαγικά και θεράπευαν τους τραυματίες. Έπειτα απ'
αυτη τη μάχη συνέχισε ανάπαυλα μιά βδομάδα μέσα στο Καράπερτσιν κι ολόγυρα.
Συμπληρώναν τα κενά, μάζευαν πληροφορίες κι έτρεχαν εδώ και εκεί.
Λιγόστευαν οι
σφαίρες. Η αποστολή στην Ρωσία δεν είχε δείξει ίχνη επιστροφής, (ενώ) εκείνες
τις μέρες έπρεπε να είναι στο λημέρι. Αυτή η μάχη μας στοίχησε πολλά. Άλλη μια τέτοια, αν γινότανε, δεν θα μας έμενε ούτε σφαίρα.
Μετά πέντε μέρες
μάθαμε την καταστροφή που κάναμε. Εκατόν πενήντα με εκατόν ογδόντα Τούρκοι
στρατιώτες σκοτώθηκαν στη μάχη (και) γύρω στις δύο χιλιάδες άντρες, γυναίκες
και παιδιά σκοτώθηκαν.
Μ' όλα αυτά, δεν
κατορθώσαμε να φθάσουμε στον τελικό μας σκοπό. Φι καπεταναίοι θέλαν να το
εξαφανίσουνε, γιατί πάλι θα έρθει στρατός και όλο αυτά συζητούσαν.
Εκεί στην ανάπαυλα
που περνούσαμε, δεκαπέντε ημέρες,
ένα τοσο χρονικο διάστημα περίπου, οι
καπεταναίοι λέγαν, πως μπορεί να 'χουμε επιθέσεις των Τούρκων. Ότι έπρεπε να
ετοιμασθούμε, να σφάξουμε πεντακόσια ζώα, να τα κάνουμε καβουρμάδες, γιατί αν
μας επιτεθούν οι Τούρκοι και βρεθούμε μακριά από τις εστίες μας, να έχει ο
καθένας απάνω του δύο οκάδες καβουρμά και μισή οκά αλεύρι, διότι με το χτύπημα
που θα κάνανε οι Τούρκοι, έπρεπε να είμαστε για όλα έτοιμοι.
Εμείς κρατούσαμε
περί τη μία ώρα άμυνα, οι γυναίκες, τα παιδιά, οι γέροντες φεύγαν πιο μέσα, σ'
αυτό το χρονικό διάστημα. Αφού βλέπαμε ότι εξασφαλιζόμαστε από τον κίνδυνο,
αφού πήγαιναν πιο πέρα από το λημέρι, εμείς πιάναμε το άλλο το βουνό. Γιατί
σιγά-σιγά, πολεμώντας, με λίγες σφαίρες, οπισθοχωρούσαμε, κάναμε ελιγμό.
Αυτά γίνονταν τη
νύχτα κρυφά και έπρεπε να μη κλαίνε τα μωρά, σαν κλαίγανε τα έσφαζε ο
καπετάνιος!
Οι Τούρκοι είχαν γύρω στις τέσσερις χιλιάδες στρατό.
Φώναζαν οι ιμάμηδές τους από τα τζαμιά, όποιος
είναι ικανός και μπορεί να κρατήσει όπλο στα χέρια του να πάει. Στρατολογούσαν
και από τα ολόγυρά μας χωριά (και) είχαν μεγάλη δύναμη. Πιάναν τις τέσσερις
πλευρές της περιφέρειας και κάναν την επίθεση, βαρώντας στην αρχή με κανόνια.
Για μας τους αντάρτες, αυτό ηταν ευχής έργο, γιατί κι εμείς. Σ' ολη την περιφέρεια
αυτή, είχαμε γύρω στις δεκαπέντε με δεκαοκτώ χιλιάδες τουφέκια. Τα βαστούσαν
άνδρες, ηλιοκαμένοι, σκληροί και φανατικοί, (που είχαν) σαν μοναδική επιθυμία,
να σφάζουν Τούρκους. Και αισθανόταν λύπη, γιατί είχαν τα γυναικόπαιδα και δεν μπορούσαν
να κινηθούν ελεύθερα.
Δημοσθένης Κελεκίδης
"ΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ"

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου