Τετάρτη 24 Απριλίου 2013

Η Δημοπρασία Μέρος 4ο

Δώσαν τους αιχμαλώτους Τούρκους στην δημοπρασία, τι τους κάναν; Και γιατί είχαμε ορισμένους ανθρώπους, Έλλη­νες εμπόρους, που κατάφεραν να διαφύγουν την κρεμάλα, μέσα στην Αμισό; Οι τελευταίοι ηταν εξόριστοι, ήταν προ­χωρημένοι στην ηλικία και με χίλια δυο βάσανα (κατάφερ­ναν) να φτάσουν στα λημέρια μας. Ήταν κατεστραμένοι, υλικά και ηθικά. Σφάξαν την οικογένειά τους, τους συγγε­νείς τους και είχαν μέσα τους, για όλα αυτά, μιά βαθειά πί­κρα, ένα μίσος για τους Τούρκους (και) ήθελαν και αυτοί κα­μιά φορά να σκοτώσουν έναν Τούρκο. Αλλά επειδή δεν
μπορούσαν σαν κι εμάς να πολεμήσουν στα λαγκάδια, στις ρεματιές, στις φυλλωσιές, στα δάση, δεν άντεχαν σε τόση σκληραγωγία, αγόραζαν έναν Τούρκο, έπαιρναν από έναν αντάρτη το τουφέκι του, τον έβαζαν μπροστά και του έλεγαν: «Προχώρα!». Ο αιχμάλωτος έκανε δέκα ως είκοσι βήματα και του 'ριχναν!
Από την πλευρά της Έρπαγας, ακούμε, δεκατέσσερις μέ­ρες τώρα, κανόνια υπόκωφα. Λήγουν το αμπλοκάρισμα και έρχονται πάνω από τη Γέλιτζε, στα δικά μας τα χωρία και αρχινάνε, από τις τέσσερις πλευρές, να μας χτυπούνε οι Τούρ­κοι.
Αυτό είχε διαρκέσει περί τα σαράντα μερόνυχτα. Τρώ­γαμε μόνο καβουρμά, υποφέραμε από την ψείρα, την πεζο­πορία και το κρύο. Ο καπετάνιος μυρίζεται τον κίνδυνο. Έχει στη διάθεση του διακόσια με τριακόσια πρόβατα η αγε­λάδες, για ώρα ανάγκης, το κρέας το κάναμε καβουρμά. Αναλόγως τις εποχές είχαμε τον χειμώνα καρύδια, το καλοκαίρι κεράσια απο τα δέντρα, φρούτα ξηρά, που τα λέγαμε «τιζίμα», απίδια, μήλα, που τα κάναμε κρεμαστάρια η φουρνι­στά, αποξω η καμένη φλούδα τα συγκρατεί, δεν χαλάν.
Τα φλέγοντα ζητήματα και η πραγματική έλλειψη ήτανε τα πολεμοφόδια, διότι από μιας αρχής η προμήθειά τους ήταν δύσκολη.
Θέα από την μονή του Αγίου Γεωργίου (Πρίγκηπος)

Είναι παγωνιά φοβερή (;) βαθμούς υπό το μηδέν και ο αντάρτης κάθεται κουλουριασμένος και σκοπεύει και ο ιδρώ­τας τρέχει από το μούτρο του ποτάμι! Τα 40% έχεις πιθανό­τητες να ζήσεις! Στις γυναίκες και στα γυναικόπαιδα είχαμε μεγάλες απώλειες, δεν μπορούσαμε να τα παίρνουμε (μαζί μας) στους ελιγμούς. Επί σαράντα μέρες φωτιά δεν ανάβαμε, δεν μαγειρεύαμε. Από δω και πέρα αρχίζει η περίοδος που καταφεύγαμε στα σπήλαια, κρυβόμασταν σε μέρη απρόσιτα, σε τρύπες, σε μαγαράδες, σε ρεματιές, σε βράχια, στα κοι­λώματα, κρυβόμασταν και βρίσκαμε μια ησυχία.
Ο τακτικός στρατός πήγαινε με στρατηγική, ολόσωμος, ήθελε να κοιτάξει, να ερευνήσει (κι ύστερα) να χτυπήσει. Δεν κομματιάζονταν σαν τους αντάρτες, δεν μπορούσε να μπει στις φυλλωσιές, δεν ήξερε τι θα του παρουσιαστεί, μπο­ρούσαν να είναι αντάρτες και να τον περικυκλώσουν, δεν ήξερε τα μονοπάτια.
Αυτή η τακτική, σ' αυτόν τον άνισο αγώνα, διήρκεσε σα­ράντα μέρες και νύχτες. Άϋπνοι, πεινασμένοι, κουρασμένοι, εξαντλημένοι! Και δεν ήταν τίποτα αυτά μπροστά στην έλ­λειψη των σφαιρών, γιατί όταν δεν έχεις πολεμοφόδια, αι­σθάνεσαι πλέον αιχμάλωτο τον εαυτό σου.
Έβλεπες εκείνα τα παληκάρια, στο κόκκινο χώμα, που ήταν ζωσμένο με εκατοντάδες σφαίρες και κοκκινογυάλιζαν στις ακτίνες του ήλιου οι κάλυκες, που έχουν το χρώμα τους χρυσό.
Και το είχαν καύχημα να έχουν πολλές σφαίρες, αισθάνονταν ψηλά το κεφάλι. Τώρα, όχι μόνο τους έλειπαν τα φτερά να πετάξουν, αλά αισθάνονταν τον εαυτό τους αμφίβολο, αν ήταν ελεύθεροι < αν σε λίγο διάστημα θα ήταν σκλαβωμένοι.
Κρατούσαμε στα τουφέκια μας μόνο μια σφαίρα, για να αυτοκτονήσουμε, και άλλος (κρατούσε) το τελευταίο γέμι­σμα στην «κάσα» του τουφεκιού του, για να το γεμίσει με πέ­ντε σφαίρες.
Τα τουφέκια μας τα κρατούσαμε πια για οδοιπορικές ρά­βδους, ως όπλα ήταν πια άχρηστα, και στηριζόμασταν απάνω.
Τα γυναικόπαιδα ηταν εξαντλημένα, πεινασμένα, κι εμείς το ίδιο, μα δεν είχαμε την δύναμη να κάνουμε επιδρομές, που κι αυτές στα ήσυχα Τουρκοχώρια τις ντρεπόμασταν, αλλά τις κάναμε από ανάγκη.
Αυτή η κατάσταση συνεχίζονταν και άρχισαν οι καπετά­νιοι και, γενικά, το αντάρτικο να περιστρέφεται στην σκέψη της «αποστολής». Τι έγινε η αποστολή;
Κάποτε ακούγαμε κανονιές στη θάλασσα. Η Τουρκία δεν είχε μέσα συγκοινωνίας στον Πόντο, παρά μικρές βάρκες, για να μην φαίνονται πολύ και να μπορούνε να κρύβονται σε βράχια, ποτάμια, και να 'χουν ορμητήρια. Τα ρώσικα πολε­μικά φτάναν μέχρι δύο χιλιόμετρα μακριά από τη θάλασσα και τις βομβαρδίζανε και τις βουλιάζανε και ήταν γεμάτα με πολεμοφόδια, με στρατό. Κι αυτά τα κανόνια που τ' ακού­γαμε, δεν ξέραμε τι γίνεται και λέγαμε: «δε θα 'ρθει κατά δω ο ρωσικός στρατός, να μας ελευθερώσει; Είχαμε κι αυτήν την ελπίδα.
Τώρα εδώ κι ένα μήνα κι αυτά σταμάτησαν. Κι αυτοί που στείλαμε με γράμματα στην Αμισό, επέστρεψαν, όχι μόνο άπρακτοι, αλλά με τα μελανότερα χρώματα μας περιέγραψαν την ζωή της πολιτείας. Κρεμάλες κάθε βράδυ στο μεϊντάνι, εξορία! Μέσα στην Αμισό τους σκότωναν, σαν τα σκυλιά!

Δημοσθένης Κελεκίδης
"ΤΟ ΑΝΤΑΡΤΙΚΟ ΤΟΥ ΠΟΝΤΟΥ"

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

 
Copyright © 2015 Santeos
| Design By Herdiansyah Hamzah