Πέμπτη, 3 Αυγούστου 2017

Η αποχώρηση των Γερμανών απο την Καλαμαριά

Το φθινόπωρο του 1944 ξέραμε ότι οι Γερμανοί θα έφευγαν. Μόνον την ημέρα δεν ξέραμε. Και αυτή η ημέρα δεν άργησε να έρθει. Στις 22 Οκτωβρίου 1944, οι Γερμανοί αποχαιρετούν τη Θεσσαλονίκη. Εντολή, να καταστρέψουν ό,τι υλικό είχαν.
Μια επιτροπή πήγε στον διοικητή του στρατοπέδου, στο σχολείο της Καλαμαριάς, όπου οι Γερμανοί είχαν φτιάξει, για τις ανάγκες τους, μια στέρεη παράγκα, παράλληλα με το οίκημα της αστυνομίας. Τους παρακάλεσαν να μην καταστρέψουν την παράγκα, για να χρησιμοποιηθεί, αργότερα, ως σχολείο. Παραδόξως, ο διοικητής δέχθηκε και τήρησε την υπόσχεσή του.
Η Θεσσαλονίκη μέσα από το Γερμανικό φακό (1941-1942)

Διαδηλώσεις Ελλήνων και δίπλα οι Γερμανοί!
Οι Γερμανοί έφευγαν και δίπλα στο ταχυδρομείο μας γίνονταν διαδηλώσεις. Κανείς δεν τους ενοχλούσε στην Καλαμαριά, αλλά και αυτοί δεν ενοχλούσαν τους διαδηλωτές. Μοναδικό επεισόδιο με δύο Τάταρους στρατιώτες (σ. σ. τους είχαν φέρει οι Γερμανοί από την Ουκρανία), που παραλίγο να σκοτώσουν τον Γιώργο Καλαντίδη, επειδή τον συνέλαβαν να οπλοφορεί. Τον πήραν μαζί τους, αλλά, καθ’ οδόν, τους σταμάτησαν αντάρτες της Αντίστασης και τον ελευθέρωσαν. Του έμεινε ως ενθύμιο ένα τραύμα δίπλα στο μάτι, από τις κλωτσιές που έφαγε από τη μπότα του Τάταρου, πάνω στο φορτηγό. Έτσι, κι αυτό το γεγονός έληξε χωρίς αίμα.
Προτού να φύγουν, πρόλαβαν και έκαναν και μια επίταξη.
Πήραν από διάφορα σπίτια ραπτομηχανές και άλλα αντικείμενα. Τα μετέφεραν σε μια αυλή, πίσω από τις σημερινές αποθήκες του δήμου Καλαμαριάς. Ήμουν εκεί και έκαμα χάζι. Μετά από πολλές ώρες και άγνωστο με ποιανού εντολή, ο καθένας έπαιρνε πίσω τα πράγματά του. Ο εκφοβισμός είχε τελειώσει.

Εκδηλώσεις χαράς και φλογερές ομιλίες -Ο Τάκης Κισσός
Η αποχώρηση των Γερμανών γιορτάσθηκε όλη νύχτα με πυροβολισμούς. Μέσα από τα παράθυρά τους, όλοι πυροβολούσαν σαν έκφραση χαράς για τα δεσμά που τίναξαν στον αέρα και με περισσή χαρά υποδέχονταν την αυγή μιας νέας μέρας.
Ενώ είχαν φύγει οι Γερμανοί, κατά χιλιάδες έμπαιναν στην πόλη έφιπποι αντάρτες. Στου Βότση, σαν σήμερα, βλέπω έφιππο τον καπετάνιο Δήμο να μπαίνει με τα παλικάρια του στην Καλαμαριά.
Η αστυνομία καταργήθηκε και στη θέση της μπήκε η πολιτοφυλακή. Πολιτοφύλακες θυμάμαι μόνον δύο, τον Λιάρο και τον Ηρακλή από τα Κτηνοτροφικά.
Τα παιδιά χωριστήκαμε σε συμμορίες και χτυπιόμασταν με τις πέτρες. Σπάνια θα υπάρχει κεφάλι καλαμαριώτικο, από εκείνη την εποχή, που να μην έχει σημαδευτεί από πετριά. Άλλοι ασχολούνταν με πιο επικίνδυνα παιχνίδια, με ασετυλίνη και άδειασμα βομβών, που άφησαν οι Γερμανοί μέσα στο στρατόπεδο, στο Καραμπουρνάκι. Έβρισκαν βόμβες και έβγαζαν το γέμισμα. Μια μέρα, η βόμβα έσκασε και σκότωσε δυο παιδιά. Ο ένας ήταν ο γείτονάς μας Νίκος Καρανίδης. Θρήνος και οδυρμός στη γειτονιά μας.
Η πλατεία Πατμάνωφ - πήρε το όνομα από τον Πατμανίδη, που έμενε εκεί - έγινε το κέντρο εκδηλώσεων και διαδηλώσεων της νέας εποχής. Στη μέση της πλατείας, εκεί όπου γίνεται σήμερα η λαϊκή, δυο σπίτια έδιναν ευκαιρία για τέτοιες συγκεντρώσεις. Ήσαν τα μόνα που ήταν διώροφα. Από το μπαλκόνι μιλούσαν οι ρήτορες στον λαό.
Κυρίαρχη φυσιογνωμία των συγκεντρώσεων, ο δημοσιογράφος Κισσός*. Με τα μαλλιά ανεμισμένα, να βγάζει πύρινους λόγους και να εμψυχώνει τον λαό. Η Ζωίτσα, χήρα του Μάκη Αλεξιάδη**, από το μπαλκόνι καλούσε τον λαό της Καλαμαριάς να εκδικηθεί τον άδικο χαμό του ήρωα άνδρα της. Στιγμές πολύ συγκινητικές για μας τα παιδιά, που για πρώτη φορά στη ζωή μας, μετά τον λήθαργο της Κατοχής, ακούγαμε τόσο δυνατά, λόγια που άγγιζαν την ψυχή.


Γιώργος Λνδρεάδης
 συγγραφέας.










*σ. σ. Ο Δημήτριος Κισσόπουλος ή Τάκης Κισσός, Κρωμναίος στην καταγωγή, ήταν δημοσιογράφος της εφημερίδας του ΚΚΕ «Λαϊκή Φωνή». Πολλές φορές κινδύνευσε να σκοτωθεί, λίγο μετά την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, από τις επιδρομές των ακροδεξιών παραστρατιωτικών ομάδων και των δοσίλογων, που έκαναν διαρκείς εφόδους στα γραφεία της εφημερίδας, στην οδό Αγίας Σοφίας, πρώτα και στην οδό Πλάτωνος, μετά.
Το 1955 ο Τάκης Κισσός αρρώστησε από μια σπάνια ασθένεια που χτύπησε το νευρικό του σύστημα. Νοσηλεύτηκε στο δημοτικό νοσοκομείο Θεσσαλονίκης (σημερινός «Άγιος Δημήτριος») για ένα διάστημα και κατόπιν έζησε μέχρι το 1958, οπότε και πέθανε, σε ηλικία 52 ετών, μέσα σε πλήρη φτώχεια, γιατί, λόγω του κομμουνιστικού και αγωνιστικού του παρελθόντος, δεν τον έπαιρναν στη δουλειά οι συντηρητικοί εκδότες των εφημερίδων της Θεσσαλονίκης, μολονότι ήταν πολύ καλός δημοσιογράφος.
Ο ίδιος έλεγε με κόπο: «Εγώ που έλεγα εκατό λέξεις στο λεπτό, να μην μπορώ τώρα, λόγω της καταραμένης αρρώστιας, να συνεννοηθώ μαζί σας!». Ο Πάνος Καϊσίδης τον βοήθησε οικονομικά από το υστέρημά του, αλλά η πολύ μικρή ενίσχυση δεν μπορούσε να σώσει τον Τάκη Κισσό.

**Ο Ιωακείμ - Μάκης - Αλεξιάδης, κομμουνιστής αγωνιστής της Εθνικής Αντίστασης, έφεδρος αξιωματικός του στρατού στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, αδελφός του πρώην δημάρχου Καλαμαριάς Μένιου Αλεξιάδη, συνελήφθη σε ενέδρα των ακροδεξιών, συνεργατών των Γερμανών, τον Ιούλιο του 1944, τρεις μήνες πριν από την απελευθέρωση, και αφού τον βασάνισαν απάνθρωπα, τον δολοφόνησαν.