Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Δευτέρα, 17 Ιουλίου 2017

Η περιπέτειες ενός συγγραφέα (Παναγιώτης Ραφαηλίδης)

Ο Παναγιώτης Ραφαηλίδης, του Ραφαήλ και της Σωτήρας, γεννήθηκε στο χωριό Σταυρίν του Πόντου το 1903. Οι γονείς του ήταν φτωχοί αγρότες. Είχε μια αδερφή, κατά 4 χρόνια μικρότερή του, τη Δέσποινα. Η μητέρα τους πέθανε πολύ νωρίς, αφήνοντας ορφανά τα δυο παιδιά. Ο πατέρας του, ο Ραφαήλ, παντρεύτηκε μια κοπέλα πολύ νεότερη του, την οποία απήγαγε παρά τη θέληση της. Φυσικό ήταν, η μητριά να μην θέλει τα δυο παιδιά του και έτσι αυτά αφεθηκαν στην επιμέλεια των κοντινών συγγενών. Τα παιδικά τους χρόνια τα αδελφάκια τα πέρασαν πολύ δύσκολα, διότι ο πατέρας τους ζούσε την καινούργια του ζωή με την νεαρή γυναίκα και δεν του περίσσευε χρόνος να ασχοληθεί μαζί τους.
Σταυρίν 

Άθλια οικονομική κατάσταση
Η οικονομική κατάσταση χειροτέρευε γενικά σε όλο τον Πόντο, όπου πολλοί κάτοικοι αναγκάστηκαν να μεταναστεύσουν στην τσαρική Ρωσία. Έτσι, αποφάσισαν και οι γονείς του Παναγιώτη Ραφαηλίδη να πάνε στη Ρωσία το 1916. Εγκαταστάθηκαν στην πόλη Κέρτς, όπου ήταν και τα άλλα δύο αδέρφια του πατέρα του, ο Πανίκας και ο Γιωρίκας. Ο Πανίκας μάλιστα διατηρούσε και μπακάλικο, στο οποίο βρήκε δουλειά ο δεκατριάχρονος, τότε, Παναγιώτης. Στο μπακάλικο, ο θείος του είχε και άλλους υπαλλήλους, ντόπιους Ρώσους, με τους οποίους ο Παναγιώτης πολύ γρήγορα ανέπτυξε φιλικές σχέσεις, μιας και όλοι τους ήταν της ίδιας ηλικίας.
Ως εργαζόμενος πλέον ο Παναγιώτης ένιωθε πως τη ζωή του από εδώ και πέρα θα την όριζε ο ίδιος. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να παρασυρθεί από κάποιες κακές παρέες και να μπλεχτεί σε μια συμμορία ληστών που δρούσε στις λαϊκές αγορές. Κάποιος από τους φίλους του, το είπε στον θειο του και αυτός αμέσως τον κάλεσε και τον ρώτησε αν αληθεύουν αυτά που άκουσε. Ο Παναγιώτης παραδέχτηκε ότι όντως είχε μπλέξει με κακές παρέες και υποσχέθηκε ότι θα διακόψει αμέσως, όπως και έγινε.

Έλληνες στρατιώτες στο Κερτς
Το 1917 ξέσπασε η Επανάσταση στη Ρωσία και ο τότε κυβερνήτης της Ελλάδας, Ελευθέριος Βενιζέλος, ως σύμμαχος της ΑΝΤΑΝΤ, έστειλε τον επόμενο χρόνο εκστρατευτικό σώμα να πολεμήσει τους μπολσεβίκους. Το στρατιωτικό σώμα αποβιβάστηκε στο Κέρτς όπου οι Πόντιοι κάτοικοι επιφύλαξαν θερμή υποδοχή στους Έλληνες στρατιώτες. Ο θείος του σαν καλός Έλληνας, θέλοντας να εκφράσει τα πατριωτικά του αισθήματα, λέει στον Παναγιώτη να καλέσει 10-15  άτομα για να τους φιλοξενήσει. Πράγματι ο Παναγιώτης πήγε στο καράβι και προσκάλεσε τους στρατιώτες που του είπε ο θείος του. Την πρόσκληση την αποδέχτηκαν με χαρά οι Έλληνες και έφτασαν την καθορισμένη ώρα. Ο Θείος του έλαμπε από χαρά και τους πρόσφερε ό,τι καλύτερο είχε στο μαγαζί του. Αφού έφαγαν και ήπιαν τα πατριωτάκια, σηκώθηκαν και έφυγαν, χωρίς καν να ευχαριστήσουν τον οικοδεσπότη για τη φιλοξενία του, πράγμα που προκάλεσε την αμηχανία του θείου του, που είπε:
-Μπράβο στους πατριώτες μας! Η λέξη ευχαριστώ μάλλον τους είναι άγνωστη!
Η αχαριστία τους πληρώθηκε από τους μπολσεβίκους, με τους οποίους συναντήθηκαν στο μέτωπο και υπέστησαν βαριά ήττα. Με πολλούς νεκρούς και τραυματίες επέστρεψαν οι φαντάροι μας, επιβιβάστηκαν στο καράβι και στη συνέχεια απέπλευσαν για την πατρίδα.

Η επανάσταση επικρατεί παντού
Η επανάσταση στη Ρωσία είχε ανάψει για τα καλά και η μια μετά την άλλη οι πόλεις έπεφταν στα χέρια των μπολσεβίκων. Στο Κέρτς είχαν συγκεντρωθεί αρκετές χιλιάδες Κοζάκοι και μονάδες του τσαρικού στρατού. Μερικοί κάτοικοι, οπαδοί των μπολσεβίκων, ενθουσιασμένοι από τις επιτυχίες του Κόκκινου Στρατού, ενα βράδυ εξεγέρθηκαν, καλώντας τους συμπολίτες στα όπλα για να απελευθερώσουν την πόλη. Η ενέργεια αυτή ήταν βεβιασμένη και έληξε καταστροφικά για τους εξεγερθέντες. Ο στρατός ήταν ισχυρός και έπνιξε στο αίμα τους επαναστάτες, που κατέφυγαν στα νεκροταφεία για να σωθούν, όπου, όμως, τους αποτελείωσαν οι Κοζάκοι.
 Ανάμεσα στους εξεγερθέντες ήταν και μερικοί γνωστοί γείτονες του Παναγιώτη, Εβραίοι, και ένας θείος του Πόντιος. Ο θείος του γλίτωσε χάρη στην βοήθεια των γονέων του Παναγιώτη. Η τσαρική αστυνομία εξαπέλυσε ανθρωποκυνηγητό για τη σύλληψη των εξεγερθέντων. Όσους εξεγερθέντες συλλαμβάνανε από τη μυρωδιά του κεφαλιού, τους εκτελούσαν επιτόπου, ο θείος, όμως, γλίτωσε επειδή του έπλυναν το κεφάλι και του έδωσαν καθαρά ρούχα.

Προσπάθειες για επιβίωση
Η τρομοκρατία συνεχίστηκε για αρκετά διάστημα μέχρι την κατάληψη από τους μπολσεβίκους του τελευταίου προπύργιου των τσαρικών στην Κριμαία. Ένα από τα πρώτα διατάγματα της νέας εξουσίας ήταν αυτό: Μέσα σε πέντε ημέρες, όσοι είχαν καταστήματα θα έπρεπε να πουλήσουν το εμπόρευμα τους, διότι μετά θα κρατικοποιηθούν. Ο θείος του Παναγιώτη, μαζί με τους συγγενείς, πήραν αρκετά υλικά και τα αποθήκευσαν στα σπίτια τους για ώρα ανάγκης. Μετά την παρέλευση της προθεσμίας, λέει ο θείος στον Παναγιώτη να πάνε στο μαγαζί για να πάρουν κανένα τσουβάλι αλεύρι ακόμη.
Πήραν, λοιπόν, το τσουβάλι και ξεκίνησαν για το σπίτι, όταν ξαφνικά τούς σταμάτησε ένας τσεκίστας (της μυστικής ασφάλειας) και τους ρώτησε πού το πάνε το αλεύρι, αφού έληξε η προθεσμία. Μάταια προσπαθούσε ο Παναγιώτης να πείσει τον αστυνομικό να το μοιραστούν και να λήξει εδώ η υπόθεση. Αυτός ήταν ανένδοτος και τους οδήγησε στο τμήμα, το οποίο ήταν ένα διώροφο επιταγμένο κτίριο, όπου έμπαινες και αν δεν έβρισκαν τίποτε επιλήψιμο, σε άφηναν ελεύθερο, αλλιώς στο κρατητήριο. Στον επάνω όροφο ήταν το γραφείο του διοικητή και, όπως ήταν φυσικό, έπρεπε να περάσουν πρώτα από εκεί. Στην αίθουσα αναμονής υπήρχε πολύς κόσμος, που περίμενε τη σειρά του. Κάποια στιγμή, όταν άνοιξε η πόρτα του γραφείου του διοικητή, ο Παναγιώτης έριξε μια ματιά και είδε το πρόσωπο του διοικητή που του φάνηκε πολύ γνωστό. Ξανακοίταξε και τότε αναγνώρισε τον παλιό του συνάδελφο από το κατάστημα του θείου του, τον Πάβελ, με τον οποίο είχε καλές σχέσεις,

Ο δικός μας Πάβελ, διοικητής!
Ένιωσε μερική ανακούφιση και το είπε στον θείο του, που έτρεμε από τον φόβο του. Του λέει: Μη φοβάσαι, θείο, δικός μας άνθρωπος είναι ο Πάβελ. Ήρθε, επιτέλους, η σειρά και ο Παναγιώτης μπήκε μόνος του στο γραφείο, όπου μόλις τον είδε ο Πάβελ, σηκώθηκε και του λέει: Τι γίνεται, ρε παλιόφιλε, πού βρίσκεσαι; Πώς ήρθες εδώ; Του είπε: Να, μωρέ, είπαμε να πάρουμε κανένα σακί αλεύρι ακόμη. Ξεχάσαμε ότι έληξε η προθεσμία και μας συνέλαβε ο αστυνομικός. Δεν πειράζει, του απάντησε εκείνος, θα σου δώσω ένα χαρτί και θα φύγεις αμέσως, μαζί το εμπόρευμα. Ευχαριστώντας τον φίλο του ο Παναγιώτης βγήκε από το γραφείο χαρούμενος και έκανε νόημα στο θείο του να φύγουν. Κατεβαίνοντας τις σκάλες και δείχνοντας την άδεια, ο φρουρός τους λέει πως εδώ γράφει μόνο για ένα άτομο. Μισό λεπτά, του λέει ο Παναγιώτης, κάποιο λάθος έγινε και ανέβηκε ξανά στο γραφείο του φίλου του και του λέει: Ξέρεις, μαζί μου είνα ο πατέρας μου και δεν τον αφήνουν να περάσει. Αμέσως ο Πάβελ στο ίδιο χαρτί έγραψε για δυο άτομα και έτσι έφυγαν για το σπίτι.

Παράνομος φούρνος και συλλήψεις
Η οικονομική κατάσταση κάθε μέρα χειροτέρευε και οι αρχές δεν είχαν να προτείνουν καμία εναλλακτική λύση. Η πείνα θέριζε, κάθε μέρα εκατοντάδες άτομα πέθαιναν και οι υπάλληλοι του δήμου δεν προλάβαιναν να τους θάψουν. Οι άνθρωποι, σε απόγνωση, για ένα κομμάτι ψωμί πουλούσαν ό,τι πολύτιμο είχαν. Πολλοί πρώην τσαρικοί αξιωματικοί πέρασαν στην παρανομία και τις νύχτες προκαλούσαν δολιοφθορές. Φυσικά τους γνώριζαν, όπως και ο Παναγιώτης, αλλά δεν τολμούσαν να τους καταγγείλουν, γιατί θα τους εξαφάνιζαν. Πάνω σε αυτήν την κατάσταση, οι γονείς του Παναγιώτη έφτιαξαν ένα φούρνο και πουλούσαν παράνομα ψωμί, φυσικά με σκοπό το κέρδος.
Έλα, όμως, που ο Θεός αγαπάει τον κλέφτη, αγαπάει και τον νοικοκύρη. 'Οπου μια μέρα ένας τσεκίστας, με την καλή όσφρησή του, έφτασε μέχρι τα ίχνη και τους έπιασε στα πράσα. Τους πρότεινε να τον ακολουθήσουνε στο τμήμα. Καθ’ όλη τη διαδρομή, ο Παναγιώτης προσπαθούσε να τον πείσει να μην πάνε στο τμήμα, α)λά να τα βρούνε. Κάποια στιγμή ο αστυνομικός λύγισε και συμφώνησε να τους αφήσει να συνεχίσουν το έργο τους, με αντάλλαγμα το καθημερινό καρβέλι ψωμιού.
Η κυβέρνηση απεύθυνε έκκληση στους εργαζόμενους να ανοίξουν τα εργοστάσια και να πιάσουν δουλειά. Έτσι, ο Παναγιώτης και ο πατέρας του δήλωσαν αρτεργάτες και αμέσως έπιασαν δουλειά σε κρατικούς φούρνους. Ο μισθός, φυσικά, δεν ήταν μεγάλος, αλλά αν υπολογιστεί και το καρβέλι ψωμί ανά άτομο που τους έδιναν, σε καθημερινή βάση, τότε μπορεί να το θεωρηθεί σημαντικό.
Έφτασε το 1922, έξι χρόνια μετά την άφιξη της οικογένειας Ραφαηλίδη στη Ρωσία,και υπολόγιζαν αν δικαιώθηκε ο πόθος τους να γλιτώσουν από τη φτώχια, τη μιζέρια. Σκέφτηκαν ότι μάλλον θα πρέπει να αναζητήσουν καινούργια πατρίδα, και αυτή θα ήταν, μάλλον, η Ελλάδα. Συνεννοήθηκαν αρκετές οικογένειες και έστειλαν κάποιο άτομο στη Μόσχα να τους κάνει τα χαρτιά για την καινούργια τους πατρίδα. Ναύλωσαν ελληνικό καράβι και ξεκίνησαν για την Ελλάδα. Στη διάρκεια του ταξιδιού, όμως, ξέσπασε στο βαπόρι χολέρα και πολλοί ταξιδιώτες πέθαναν χωρίς να τους παρασχεθεί καμία ιατρική βοήθεια. Ο καπετάνιος ζήτησε τη σύσταση ομάδας νεαρών που θα βοηθούσαν  στη μεταφορά των νεκρών στον καυστήρα, γιατί δεν επιτρεπόταν να τους ριξουν στη θάλασσα. Στην ομάδα των εθελοντών από 10 νεαρούς συμμετείχε και ο Παναγιώτης.
Μετά από περιπετειώδες ταξίδι μερικών ημερών, έφτασαν, επιτέλους, στην πατρίδα, που δυστυχώς δεν τους επέτρεπε να κατέβουν από το καράβι, λόγω της χολέρας. Τελικά τους αποβίβασαν σε κάποιο ξερονήσι, για να πεθάνουν όσοι προσβλήθηκαν από τη χολέρα και μετά από ένα μήνα ήρθαν Γάλλοι γιατροί και τους μετέφεραν στο Λαύριο και από εκεί στον Πειραιά.

Στον δρόμο για τη Θεσσαλονίκη
Εκεί, ο Παναγιώτης Ραφαηλίδης αποχωρίστηκε τη Δέσποινα, την αδερφή του, αφού προηγουμένως του υποσχέθηκε ο θείος του, ο Νικολαϊδης, ο γιατρός, ότι θα την προσέχει. Ο ίδιος πήρε το δρόμο για τη Θεσσαλονίκη. Με μια ελιά στο στόμα ταξίδευε με καράβι ως τη συμπρωτεύουσα, αναζητώντας εργασία. Στη Θεσσαλονίκη το κέντρο υποδοχής προσφύγων βρισκόταν στην Καλαμαριά, ένα πραγματικό γκέτο, όπου στοιβάζανε όλους τους πρόσφυγες Ποντίους υπό άθλιες συνθήκες..
Μία μέρα ήρθαν αστυνομικοί στον καταυλισμό τους και ρώτησαν αν υπάρχουν μεταξύ τους αρτεργάτες. «Τους θέλουμε για μερικές ημέρες», τους είπαν. Αμέσως πετάχτηκαν πέντε-έξι άτομα, μεταξύ των οποίων και ο Παναγιώτης. Ακολούθησαν τους αστυνομικούς και έπιασαν δουλειά αμέσως. Δεν πρόλαβαν καλά να δουλέψουν και έφτασε επιτόπου ο πρόεδρος του Σωματείου Αρτοποιών με πολύ άγριες διαθέσεις και απειλές σε βάρος τους. Ο Παναγιώτης τον ρώτησε «Γιατί μας βρίζεις; Εμείς είμαστε πρόσφυγες και έχουμε ανάγκη από δουλειά». Τότε μαλάκωσε και τους είπε: «Μόλις λήξει η απεργία, ελάτε στο Εργατικό Κέντρο, για να σας τακτοποιήσω». Όλα έγιναν όπως υποσχέθηκε ο πρόεδρος, αλλά ο Παναγιώτης στάθηκε άτυχος, γιατί αρρώστησε από ελονοσία και έχασε την ευκαιρία για δουλειά.
Μόλις ανάρρωσε, πήρε τους δρόμους και τα μονοπάτια προς αναζήτηση της πολυπόθητης εργασίας, χωρίς δεκάρα στην τσέπη του.

Τσομπάνος και γαμπρός στο Βόιο
Έφτασε με τα πόδια στην περιοχή Βοΐου Κοζάνης, πότε νηστικός, πότε τρώγοντας άγρια φρούτα του δάσους. Κάποια στιγμή, πάνω στην απελπισία του τού ήρθε η ιδέα να κάνει τον λιπόθυμο και έπεσε πάνω στον δρόμο, από όπου περνούσαν οι αγρότες, πηγαίνοντας στο παζάρι, στο Τσοτύλι. Οι περισσότεροι τον προσπερνούσαν αδιάφοροι και μόνον ένας ιερέας, μόλις τον είδε, σταμάτησε τον αραμπά και κατέβηκε να δει τι του συνέβη. Τον ρώτησε τι έπαθε και αυτός απάντησε πως δεν νιώθει καλά. Τον πήρε επάνω στο κάρο και του υποσχέθηκε να τον ταχτοποιήσει από δουλειά, αφού του έδωσε πρώτα να φάει τυρί και ψωμί. Μετά το παζάρι, πήγε ο παπάς στον τσέλιγκα του χωριού και τον παρακάλεσε να πάρει τον Παναγιώτη για τσομπάνο.
Ο τσέλιγκας δέχτηκε και έτσι ο Παναγιώτης τακτοποιήθηκε. Βέβαια, από το επάγγελμα του τσομπάνου ιδέα δεν είχε, όμως γι αυτό φρόντισε το αφεντικό που του πρότεινε τον πρώτο καιρό να τον συνοδεύσει η κόρη του, συνομήλικη του Παναγιώτη. Τον πρώτο καιρό ο Παναγιώτης έβλεπε το καινούργιο επάγγελμα του διασκεδαστικό, αλλά σύντομα το βαρέθηκε και δεν σκόπευε να μείνει σε αυτό.
Πέρασε κάποιο διάστημα και το αφεντικό του λέει: «Παναγιώτη παιδί μου, είσαι αρκετό καιρό μαζί μας, σε συνηθίσαμε και σε έχουμε σαν παιδί μας και μετά ο κόσμος εδώ άρχισε το κουτσομπολιό, για αυτά αποφασίσαμε να σας παντρέψουμε με την κόρη μου. Εσύ τι γνώμη έχεις για αυτό;».

Απόδραση από τη στάνη
Στον καημένο τον Παναγιώτη, η είδηση αυτή έπεσε σαν κεραυνός στο κεφάλι. Τα είχε χαμένα. Μπορούσε, όμως, να πει όχι; Συμφώνησε, όχι από καρδιάς, και σκεφτόταν τι να κάνει. Ο τσέλιγκας άρχισε τις προετοιμασίες και η ημερομηνία του γάμου είχε καθοριστεί με κάποιες λεπτομέρειες που βρίσκονταν σε εξέλιξη. Όσο περνούσε ο καιρός και λιγόστευε ο χρόνος, τόσο σκεφτόταν να δώσει ένα τέλος. Ποιο θα ήταν αυτό; Να δραπετεύσει! Περίμενε να νυχτώσει και κατά τις τρεις τα μεσάνυχτα έφυγε από το παράθυρο αθόρυβα και εξαφανίστηκε όσο πιο μακριά μπορούσε. Κρύφτηκε σε δασώδη περιοχή, ανέβηκε σε ενα δέντρο και παρακολουθούσε την άλλη μέρα τους συγγενείς του τσέλιγκα που τον έψαχναν παντού.
Με το σούρουπο, απομακρύνθηκε ακόμη περισσότερο από την περιοχή και έτσι ένιωθε ασφαλής. Συνέχισε με τα πόδια την πορεία του προς την Ήπειρο και έφτασε μέχρι την Πάργα. Τώρα πλέον βάδιζε άφοβα και έψαχνε να βρει κάπου για δουλειά και στέγη. Τελικά δεν άργησε. Τον βρήκε μια χήρα και τον περιμάζεψε. Η χήρα είχε και αυτή μια κόρη της παντρειάς, οπότε θεώρησε ότι της ήρθε λαχείο ο γαμπρός. Τον είχε στο σπίτι, του βρήκε δουλειά και παράλληλα προετοίμαζε το γάμο. Όλα ήταν έτοιμα, όταν ξαφνικά βρήκε κάποια γνωστή του που του είπε ότι η αδελφή του είναι άρρωστη και ότι επειγόντως πρέπει να φύγει. Προέκυψε πάλι το ίδιο σκηνικό, δηλαδή, δίχως να το σκεφτεί, έφυγε τη νύχτα, αφήνοντας τη νύφη να τον περιμένει!

Λήσταρχος  Γιαγκούλας
Στη χωροφυλακή εναντίον του Γιαγκούλα
Έμαθε από κάποιες εφημερίδες ότι η κυβέρνηση καλούσε στην αστυνομία άτομα αγύμναστα για την αντιμετώπιση του αρχιλήσταρχου Γιαγκούλα. Δίχως δισταγμό πήγε στο πλησιέστερο αστυνομικό τμήμα, έκανε αίτηση και αμέσως έγινε δεκτή. Η πρόσληψη έγινε γρήγορα κατετάγη στο αστυνομικό τμήμα της περιοχής Χασίων. Το πρώτο που τους δίδαξαν ήταν να αναγνωρίσουν το ληστή, όπου εμφανιζόταν μεταμφιεσμένος. Για το σκοπό αυτό έδωσαν στους αστυνομικούς φωτογραφίες του ληστή. Επίσης, τους υποχρέωσαν να υπογράψουν όρκο ότι ζωντανά ή νεκρό θα τον μεταφέρουν στο τμήμα.
Άρχισαν να περιπολούν από το ένα τμήμα στο άλλο, πεζοί, μέσα από κακοτράχαλα μονοπάτια. Έχοντας μαζί τους πάντα τις φωτογραφίες και τα μάτια δεκατέσσερα, συνέχιζαν έτσι αρκετό καιρό. Μια μέρα έκανε πολλή ζέστη και ο Παναγιώτης λέει στο συνάδελφο του όταν περνούσαν μέσα από κάποιο δασάκι: «Δεν καθόμαστε να ξεκουραστούμε;». Έβαλαν τα όπλα τους κάτω από ένα πεύκο και ξάπλωσαν λιγάκι για να ξεκουραστούν, αλλά αποκοιμήθηκαν. Ξαφνικά, εκεί που τους πήρε ο ύπνος, ένιωσαν κάτι να τους πιέζει το στήθος. Ήταν ο Γιαγκούλας με το πρωτοπαλίκαρό του. Μόλις άνοιξε τα μάτια του ο Παναγιώτης, αμέσως αναγνώρισε τον ληστή που του έλεγε άγρια: «Σκυλιά, μπασκίνες, εμένα ψάχνετε; Ορίστε, πιάστε με!». Ο Παναγιώτης εκείνη τη στιγμή σκέφτηκε τον όρκο που υπέγραψε, άλλα βλέποντας επάνω έναν εύσωμο γεροδεμένο άντρα με το χέρι στη σκανδάλη, έτοιμος να του φυτέψει μια σφαίρα, θεώρησε κάθε αντίσταση μάταιη.

Συγκινεί τον λήσταρχο!
Γι' αυτό άρχισε να του μιλάει συναισθηματικά και να τον εκλιπαρεί να μην τους πειράξει. Του λέει: «Καπετάνιε, εμείς είμαστε πρόσφυγες από τη Ρωσία και ήρθαμε στην αστυνομία για ένα κομμάτι ψωμί». Το κόλπο έπιασε και αμέσως κατέβασε το όπλο από πάνω του, το ίδιο έκανε και ο σύντροφός του, οπότε η συζήτηση πήρε άλλη τροπή. Στο τέλος τους είπε: «Βλέπω ότι εσείς είστε καλά παιδιά. Το μόνο που θέλω, να μην πειράξετε τους κατοίκους της περιοχής. Κρίμα που δεν έχω επάνω μου καμιά λίρα ...» και ξεκίνησε να φύγει. Ο Παναγιώτης είδε ότι τα όπλα τους δεν είχαν το κινητό ουραίο και του φώναξε; «Καπετάνιε, σε παρακαλούμε, ρίξε μας τα κινητά ουραία, γιατί δίχως αυτά θα μας τιμωρήσουν». Ο ληστής ανταποκρίθηκε θετικά και τα πέταξε.
Αυτό που απέμεινε ήταν να κουκουλώσουν την υπόθεση και να μην μάθει τίποτε ο διοικητής του τμήματος.
Συμφώνησαν να ξεχαστεί το συμβάν και να συνεχίσουν κανονικά τις περιπολίες. Ο συνάδελφός του, κάποια στιγμή, που ήταν μεθυσμένος, το ομολόγησε σε κάποιον άλλον συνάδελφο και αυτός στον διοικητή, που, μετά την επιστροφή από περιπολία, τους είπε: «Είστε υπό κράτηση!». Αμέσως κατάλαβε ο Παναγιώτης τι έγινε.
Μέσα στο κρατητήριο, ρώτησε τον συνάδελφό του, γιατί το έκανε και αυτός του είπε, «ήπια αρκετά, συγνώμη, και τα ξέρασα». Την επομένη μέρα τους κάλεσε ο διοικητής και τους ανακοίνωσε την απόταξή τους από το σώμα, με τα εξής λόγια: «Έχετε χάρη που δεν είστε ακόμη κανονικοί Έλληνες, αλλιώς θα περνούσατε από στρατοδικείο ως επίορκοι».
Αφήνοντάς τους τη στολή, χωρίς διακριτικά, και μια κουβέρτα, τους έστειλε στα σπίτια τους. Τι ειρωνεία της τύχης! Και εδώ απέτυχε ο Παναγιώτης, γιατί, φαίνεται, δεν είχε πάρει αρκετά μαθήματα από τη ζωή στον ελληνικό παράδεισο!
Οικογενειακή φωτογραφία Π. Ραφαηλίδη
Στο δρόμο για την Πτολεμαΐδα
 Δεν είχε πού να πάει. Τότε θυμήθηκε το θείο του, που εγκαταστάθηκε στο χωριό Προάστιο Πτολεμαΐδας και πήγε κατευθείαν σε αυτόν για βοήθεια. Ο θείος του, πρόθυμος, δέχτηκε, προτείνοντάς του να παντρευτεί μια προσφυγοπούλα, τη Σοφία Παπαδοπούλου, εγγονή του γνωστού δικηγόρου της Τραπεζούντας Ιωάννη Τσακιρίδη. Ο Παναγιώτης δέχτηκε και το 1925 παντρεύτηκε τη Σοφία και εγκαταστάθηκε μόνιμα στο χωριό Άγιος Χριστόφορος Πτολεμαϊδας.
Με τη Σοφία απέκτησαν δέκα παιδιά, από τα οποία σήμερα ζούνε μόνον τέσσερα. Δεν άρεσε στον Παναγιώτη το επάγγελμα του γεωργού, αλλά δεν μπορούσε να κάνει και αλλιώς, διότι πίσω του είχε πολυμελή οικογένεια. Καλλιεργούσε, λοιπόν: σιτάρια, καλαμπόκι και καπνά. Με τα πενιχρά μέσα που διέθετε, ίσα-ίσα που τα έβγαζε πέρα. Οι δύσκολες συνθήκες διαβίωσης και η εκμετάλλευση των αγροτών από πλευράς εμπόρων, οδήγησαν τον Παναγιώτη το 1928 στις τάξεις του ΚΚΕ.

Η πατριωτική του δράση
Έκτοτε γίνεται ένας δραστήριος επαναστάτης, αφιερώνοντας όλη τη ζωή του στην πάλη για μια καλύτερη κοινωνία. Αρχικά σαν απλό μέλος του κόμματος και έπειτα ως στέλεχος στην περιοχή των Καϊλαρίων. Την περίοδο της μεταξικής δικτατορίας δεν συνελήφθηκε από την αστυνομία από λάθος του γραμματέα της οργάνωσης του χωριού, που δεν τον είχε στον κατάλογο με τα ονόματα που παρέδωσε στον χαφιέ του Μανιαδάκη.
 Δεν πήρε μέρος στον ελληνοϊταλικό πόλεμο ως πολύτεκνος, βοηθούσε τις οικογένειες των συμμετεχόντων στη συγκομιδή και σε αγροτικές εργασίες. Έγραψε, μάλιστα, μια επιστολή, συνοδευόμενη από ένα σκίτσο πατριωτικού περιεχομένου στα στρατευμένα παιδιά, που διαβάστηκε μπροστά στον λόχο και καταχειροκροτήθηκε από τους παρευρισκόμενους.
 Ο διοικητής του έστειλε ευχαριστήρια επιστολή για τα πατριωτικά λόγια που εμψύχωναν τους μαχητές του. Πήρε μέρος στην Εθνική Αντίσταση 1941-44 από τους πρώτους στην περιοχή Πτολεμαϊδας. Το μεγαλύτερο κατόρθωμα του ήταν η επιτυχημένη επιχείρηση εκκένωσης μιας αποθήκης 300 τεμαχίων κεφαλοτυριού, στην Πτολεμαΐδα το 1943 μπροστά στα μάτια του σκοπού που πλήρωσε την απροσεξία του με τη ζωή του. Τα τυριά αυτά δεν ήταν γερμανικά, αλλά κατασχεμένα από Έλληνες κτηνοτρόφους βιαίως. Χρησιμοποιήθηκαν για τις ανάγκες του ΕΛΑΣ (Ελληνικός Λαϊκός Απελευθερωτικός Στρατός).

Καταζητούμενος από παρακρατικούς
Το σπίτι του είχε μετατραπεί σε κέντρο παράνομων στελεχών του ΕΑΜ και του κόμματος, παρότι η οικογένεια του αριθμούσε τα 8 μέλη και πολλές φορές δεν σιτίζονταν όλοι. Πήρε μέρος και σε επικίνδυνες αποστολές, απελευθέρωση κρατουμένων από τους Γερμανούς. Πήρε μέρος και σε μάχες με κατακτητές και ντόπιους συνεργάτες τους, που έδωσε ο ΕΛΑΣ, στη Λιβερά, στο Χαϊταρλί, στην Παναγίτσα.
 Μετά την απελευθέρωση τοποθετήθηκε γραμματέας περιφερειακής οργάνωσης του ΚΚΕ, με έδρα το Εμπόριο, μέχρι τέλη του 1945. Καταζητείτο από παρακρατικές οργανώσεις μετά τα Δεκεμβριανά και πέρασε στην παρανομία. Το 1946 παραδόθηκε στην εισαγγελία Κοζάνης και αθωώθηκε λόγω μη ύπαρξης επιβαρυντικών στοιχείων σε βάρος του. Επέστρεψε στο χωριό του για να συνεχίσει το έργο του στο πολιτικό επίπεδο, οι συνθήκες όμως ήταν τραγικές, διότι στην ύπαιθρο δρούσαν ομάδες ταγματασφαλιτών και συνεργατών των Γερμανών και των Άγγλων. Η τρομοκρατία είχε εξαπλωθεί σε όλη τη χώρα: οι συλλήψεις, οι δολοφονίες και οι βιασμοί γυναικών, όσων συμμετείχαν στην Αντίσταση, με την ανοχή του κράτους, ήταν καθημερινό φαινόμενο.

Τρομοκρατία στα χωριά τις Πτολεμαϊδας
Μέσα σε αυτό το κλίμα ήταν αδύνατο να κυκλοφορεί κανείς με ασφάλεια και εδώ αναφέρουμε ένα περιστατικό. Αρχές του 1946, η οικογένεια του Παναγιώτη Ραφαηλίδη βρισκόταν σε πολύ κακή κατάσταση και αναγκάστηκε εκείνος να κάνει τον τσαγκάρη, περιοδεύοντας στα γύρω χωριά. Κάποια μέρα που είχε πάει για δουλειά στο διπλανό χωριό, το Καρυοχώρι, στην πλατεία είχαν μαζευτεί 10-15 άτομα και συζητούσαν. Ξαφνικά φτάνει ένα τζιπ με πέντε παρακρατικούς. Αμέσως πετάχτηκε ένας νεαρός 17-18 ετών και λέει: Εσείς, τι κάνετε εδώ: Τίποτε του απαντουν και δίχως να πάρει άλλη απάντηση, απευθυνόμενος στον Παναγιώτη, του λέει: Εσύ, είσαι ο περιβόητος Πάντζος; Ο Παναγιώτης σηκώθηκε και του λέει; Τι θέλεις, κύριε: Είμαι ελεύθερος, ορίστε τα χαρτιά μου. Κοιτάζοντας προς το τζιπ, είδε έναν χαφιέ χωριανό του και κατάλαβε από πού ήξερε ο νεαρός το όνομά του. Εκείνη τη στιγμή πετάχτηκε ένας σιδεράς, γεροδεμένος, ο Γκοτσά Παύλον, και λέει στον νεαρό: Πάρε την παρέα σου και φύγετε από εδώ. Εκείνοι, έβγαλαν και οι πέντε τα όπλα τους και τα έστρεψαν εναντίον των χωρικών. Ο Παναγιώτης, για να αποφύγει την αιματοχυσία, είπε, καλά ρε παιδιά, φεύγω, δεν έγινε και τίποτε. Και αποχώρησε.
Η κατάσταση καθημερινά χειροτέρευε και είχε φτάσει στο απροχώρητο, ώσπου αποφάσισε να βγει ξανά στο βουνό, για να συνεχίσει το έργο που άφησε ατελείωτο στις τάξεις του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας. Αρχικά υπηρέτησε στην περιοχή Βερμίου, μέχρι το 1947 και μετά στο όρος Καϊμακτσαλαν, εως το 1948.

Άρρωστος περνά στη Γιουγκοσλαβία
Την ίδια χρονιά, λόγω αρρώστιας, πέρασε αρχικά για θεραπεία, στη Γιουγκοσλαβία, μετά στη Βουλγαρία και κατόπιν στη Ρουμανία. Το ταξίδι αυτό διήρκησε περίπου δύο μήνες και μετά επέστρεψε στο όρος Βίτσι, όπου παρέμεινε μέχρι τον Αύγουστο του 1949. Η τρίχρονη θητεία του στο ΔΣΕ ήταν γεμάτη περιπέτειες και πρέπει να σημειωθεί ότι ήταν τυχερός που επέζησε ύστερα από τόσες μάχες, χωρίς καμία γρατσουνιά. Φαντάρος δεν υπηρέτησε ποτέ, την τέχνη του πολέμου την κατείχε πολύ καλά, δίνοντας μάλιστα μαθήματα σε συμπολεμιστές του. Στον πόλεμο ήταν πάντα μπροστά και δεν φοβόταν ακόμα και όταν πήγαινε στις πιο επικίνδυνες αποστολές. Μετά τη λήξη του εμφυλίου πολέμου, κατέφυγε στη Γιουγκοσλαβία. Στα Σκόπια συνάντησε τυχαία την οικογένεια του, δίχως τις δυο κόρες του, που είχαν πάει στην Αλβανία.

Όλη η οικογένεια μαζί μετά από καιρό
Ο υποφαινόμενος, τότε 15 ετών παιδί που ήμουν, ένιωσα μεγάλη χαρά, γιατί επιτέλους βρήκα τον πατέρα μου και η οικογένειά μας απέκτησε τον πραγματικό της προστάτη. Με τρένο, μας μετέφεραν κοντά στα σύνορα της Ρουμανίας, σε ένα μεγάλο ερημικό αγρόκτημα και τις έβαλαν σε μια σιταποθήκη, στρωμένη κάτω με άχυρα και πάνω καναβάτσο. Γύρω από το στρατόπεδο δεν υπήρχαν οικισμοί παρά μόνον λαχανόκηποι και οπωροφόρα δέντρα.
Την πρώτη βραδιά δραπέτευσαν στη Ρουμανία περίπου 200 νέοι μαχητές του ΔΣΕ και τη δεύτερη άλλοι 150. Το περίεργο είναι ότι κανείς από τις αρχές δεν τους αναζήτησε, γιαυτό υποθέτω πώς ήταν στημένη από τις αρχές η απόδραση, με τη λογική: Ας φύγουν όσοι δεν επιθυμούν τη χώρα μας και οι υπόλοιποι πιθανόν να προτιμούν τη Γιουγκοσλαβία.
Πέρασαν οι ημέρες και εμφανίστηκε ένας Σέρβος αξιωματικός που μιλούσε καλά ελληνικά. Αφού τους μάζεψε, είπε τα εξής: Ακουστε, σύντροφοι. 'Οσοι θέλουν να μείνουν στη χώρα μου, να περάσουν από δεξιά μου και οι άλλοι που θέλουν να πάνε σε άλλες λαϊκές δημοκρατίες, από αριστερά. Τόνισε, ιδιαίτερα, ότι όσοι θα μείνουν στη χώρα μας, τους παρέχουμε στέγη και δουλειά. Καλούνται να δηλώσουν την πόλη της αρεσκείας τους μέσα στη Σερβία. Μοιράστηκαν, λοιπόν, οι συμπατριώτες μας σε δύο στρατόπεδα: Αυτοί που θα έμεναν στη Σερβία και οι άλλοι για τις λαϊκές δημοκρατίες.

Αρκετοί δήλωσαν αγρότες
Ο συγγραφέας Παναγιώτης Ραφαηλίδης, επειδή είχε πάει σε κάποιες από αυτές, προτίμησε να μείνει στη Σερβία μαζί με αρκετούς άλλους, οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν λιποτάκτες από το ΔΣΕ, μερικοί αιχμάλωτοι ή επιστρατευμένοι. Δήλωσε την πόλη Πάντσεβο, που απείχε 15 χμ από το Βελιγράδι.
Το βράδυ ήρθαν τα καμιόνια και μας πήραν για τον προορισμό μας. Τα ξημερώματα φτάσαμε στο Πάντσεβο, όπου μας πήγαν σε ένα εργοστάσιο ( καναβουργείο) και εκεί μας κατέβασαν. Το πρωί, μας έφεραν πρωινό και μετά ήρθαν οι αρμόδιοι να μας ρωτήσουν για τα επαγγέλματα που κάναμε στην πατρίδα. Οι περισσότεροι δήλωσαν αγρότες. Τότε είπαν ότι το εργοστάσιο έχει ένα αγρόκτημα, σε απόσταση 30 χιλιομέτρων έξω από το Πάντσεβο. Όποιος επιθυμεί, μπορούμε να τον στείλουμε εκεί να εργαστεί, και αν δεν του αρέσει, μπορεί να επιστρέφει στο εργοστάσιο.
Αμέσως ο Παναγιώτης δήλωσε πως προτιμάει το αγρόκτημα. Μας ακολούθησαν άλλοι δέκα συμπατριώτες μας. Το μεσημέρι ήρθαν και μας πήραν τα καμιόνια και σε μισή ώρα φτάσαμε στο αγρόκτημα. Εκεί μας περίμενε ο πρόεδρος, ο Ντανίλο, παλιός παρτιζάνος και ο γραμματέας, ένας νεαρός Μαυροβούνιος. Αυτοί μας ταχτοποίησαν σε δωμάτια άδεια που υπήρχαν στο αγρόκτημα.
Οικογενειακή φωτογραφία του Π. Ραφαηλίδη
Αγροφύλακας έξω από το Πάντσεβο
Τον Παναγιώτη τον έβαλαν αγροφύλακα, εμένα τη μάνα μου και τους υπόλοιπους συντρόφους μας, εργάτες στη συγκομιδή λαχανικών. Το αγρόκτημα αυτό αποτελείτο από τρεις οικισμούς, από τρία έως πέντε σπίτια ο καθένας. Κατοικούσαν εκεί, στην πλειοψηφία τους, ντόπιοι Γερμανοί, που τότε τους άφησαν ελευθέρους από τα στρατόπεδα, διότι συνεργάστηκαν με τους ναζί. Οι αρχές, καλού - κακού, τοποθέτησαν και δυο σλαβόφωνους χαφιέδες, παντρεμένους με Ουγγαρέζες, να μας παρακολουθούν, άγνωστο, φυσικά, για ποιο λόγο.
Αρχίσαμε τη δουλειά στα χωράφια, δίπλα στους Γερμαναράδες, που μας κοίταζαν παράξενα. Το γιατί, μας το είπαν αργότερα. Δουλέψαμε την πρώτη μέρα χωρίς διάλειμμα, ενώ οι Γερμανοί κάθισαν το μεσημέρι για φαί και ξεκούραση. Την άλλη μέρα πάλι τα ίδια και τότε μας πλησίασε ένας από αυτούς και μας είπε, μην είστε χαζοί, δικαιούστε 1 ώρα για φαγητό τη μέρα. Έκτοτε συμμορφωθήκαμε και κάναμε το ίδιο.

Δεν ήταν άγριοι όπως τους παρουσίαζαν οι ναζί!
Μετά από μια εβδομάδα έσπασε ο πάγος και άρχισαν να μας πλησιάζουν και να λένε, μα εσείς δεν μοιάζετε με τους αγρίους, όπως σας περιέγραφαν οι ναζί. Η γλώσσα επικοινωνίας μεταξύ μας ήταν η σέρβική, την οποία γνώριζαν αυτοί, ενώ εμείς τώρα τη μαθαίναμε. Εν πάση περιπτώσει, εγώ σαν ο πιο νέος, βελτίωνα τα σέρβικα κάθε μέρα, αλλά ταυτόχρονα και τα γερμανικά (σφάμπικα), γλωσσικό ιδίωμα όπου τα πήγαινα, επίσης, καλά. Οι Γερμαναράδες ήταν όλο χαρά, που προτίμησα τη γλώσσα τους και με θαύμαζαν για τις επιδόσεις μου. Τις; Κυριακές, έρχονταν εθελοντές, υπάλληλοι του υπουργείου και μάζευαν μαζί μας λαχανικά. Ήταν ένα είδος εθελοντικής εργασίας και αποφυγή από την καθημερινή ρουτίνα της πόλης.
Μια από αυτές τις Κυριακές, που ήταν και η τελευταία, όταν τελείωσαν τη δουλειά, μας παρακάλεσαν να πάμε μέχρι το Βελιγράδι, για να ξεφορτώσουμε ένα καμιόνι με λαχανικά για το εστιατόριο του υπουργείου, όπου σιτίζονταν. Δεν φέραμε αντίρρηση και τους ακολουθήσαμε. Φτάνοντας στον προορισμό μας, αφού τελειώσαμε το ξεφόρτωμα, μας Κάλεσαν στο εστιατόριο για φαγητό. Ήταν πολυτελέστατο, με τραπέζια και ντυμένες καρέκλες με άσπρο ύφασμα και αρκετό προσωπικό, που μόλις καθίσαμε, αμέσως ήρθαν να μας ρωτήσουν τι θα πάρουμε. 
Εμείς από ευγένεια είπαμε στους οικοδεσπότες ό,τι νάναι, δεν είμαστε εκλεκτικοί. Μετά το φαγητό ακολούθησε συζήτηση γύρω από το δικό μας πρόβλημα ειδικά για την ήττα που υπέστη ο ΔΣΕ και τις σκέψεις για την εδώ παραμονή μας. Εγώ ήμουν ο διερμηνέας και για τις δυο πλευρές. Στο τέλος, μας ευχαρίστησαν για τη βοήθεια που προσφέραμε καθώς και για την ωραία συζήτηση που είχαν μαζί μας
 Τους αποχαιρετίσαμε και φύγαμε με το ίδιο καμιόνι για τα σπίτια μας.

Μετακόμιση στο Πάντσεβο για το σχολείο
Ο χειμώνας πλησίαζε και εγώ είχα βαρεθεί τη μονότονη ζωή στο κολχόζ και λέω στο πατέρα μου να κάνω κάτι άλλο. Το είπε στον διευθυντή και αυτός αμέσως μου πρότεινε να πηγαίνω το γάλα στο εργοστάσιο, στο Πάντσεβο, με την αλογάμαξα. Συμφώνησα και την άλλη μέρα έκανα το πρώτο μου πετυχημένο ταξίδι. Το πρόβλημά μου ήταν που έπρεπε να φροντίζω και τα άλογα. Σε αυτό με βοήθησε ο πατέρας μου.
 Πολύ σύντομα βαρέθηκα και το αγώγι και είπα στον πατέρα μου να πάω στην πόλη να δουλέψω στο εργοστάσιο. Κανένα πρόβλημα μου λέει και αν το μετανιώσεις, εδώ είμαστε επιστρέφεις πίσω. Ήρθα στην πόλη μα δεν τα κατάφερα και εδώ, αρρώστησα και τότε κατάλαβε ο πατέρας μου πως δεν πάει άλλο, πρέπει να μετακομίσουμε οικογενειακώς στην πόλη και για το λόγο ότι σχολεία δεν υπήρχαν κοντά. Μετακομίσαμε λοιπόν στο Πάντσεβο και πιάσαμε δουλειά εγώ, ο πατέρας και η μητέρα μου στο εργοστάσιο. Ο Παναγιώτης καλά προσαρμόστηκε, ενώ εγώ και η μάνα τεθήκαμε γρήγορα εκτός μάχης, λόγω της τρομερής σκόνης.


Προσαρμογή στη δουλειά και ασθένειες
Ο Παναγιώτης γρήγορα έμαθε τη δουλειά και έβγαζε δυο νόρμες (διπλή ποσότητα), γιαυτό πήρε τον τίτλο «ουντάρνικος», δηλαδή πρωτοπόρος της παραγωγής, με ειδικά προνόμια, όπως: κάρτα για ψώνια σε ειδικά μαγαζιά και άλλα. Ο μισθός του Παναγιώτη, φυσικά, δεν επαρκούσε για την εφταμελή οικογένεια, ενώ το σπίτι που του παραχώρησαν οι αρχές ήταν εντελώς ακατάλληλο (χαμόσπιτο, υγρασία και δυσοσμία από τις κοινές τουαλέτες που ήταν πολύ κοντά). Κάτω από αυτές τις ανθυγιεινές συνθήκες έβγαλε έρπητα ο Παναγιώτης πάνω στο ουραίο τμήμα του σώματος του, που είχε σαν αποτέλεσμα να υποφέρει από φρικτούς πόνους. 
Παρά την έκκλησή μας προς τις υγειονομικές υπηρεσίες, οι οποίες, να σημειωθεί, δεν έδωσαν καμία σημασία για τον άνθρωπο πρωτοπόρο, που τον αποκαλούσαν «καμάρι του εργοστασίου». Αναγκάστηκα να ζητήσω βοήθεια από τον Φράνιο, πρόεδρο του εργατικού κέντρου, να μεσολαβήσει για να στείλουν ασθενοφόρο, το οποίο δεν χρειάστηκε, τελικά, διότι όταν έφτασε, ο έρπητας είχε σκάσει. Σε λίγο αρρωσταίνει η μητέρα, μαζί με τον αδερφό μου Γιαννάκη και το κακό είχε παραγίνει.
Ο Π.  Ραφαηλίδης (δεξιά) με συγγενείς του

Η χειρότερη χρονιά το 1951
Το 1951 ήταν η χειρότερη χρονιά, διότι είχαμε το πρώτο θύμα· πέθανε ο Γιαννάκης μας, σε ηλικία έξι ετών, από μηνιγγίτιδα και την ευθύνη την έχει ο πατέρας μας και οι αρχές που αδιαφόρησαν. Τότε, λοιπόν, εδέησαν οι αρχές να παραχωρήσουν ένα διαμέρισμα στο κέντρο της πόλης με κάπως καλύτερες συνθήκες. Δυο φορές κλήθηκε ο Παναγιώτης στην ΟΥ-ΝΤΜΠΑ (μυστική αστυνομία του Τίτο), όπου του πρότειναν συνεργασία, να καρφώνει, δηλαδή, τους συντρόφους που πολέμησαν σε ένα χαράκωμα, με αντάλλαγμα καλύτερο μισθό και άριστες συνθήκες διαβίωσης.
 Και στις δυο περιπτώσεις αρνήθηκε, λέγοντας κατηγορηματικά ότι εγώ τους ανθρώπους με τους οποίους πολέμησα, δεν τους πουλάω. Εγώ ήμουν παρών και στις δυο συναντήσεις ως διερμηνέας, γιατί ο πατέρας μου δεν τα κατάφερνε με τη γλώσσα. Τους ρώτησε, γιατί επιμένουν στο άτομό του για αυτή τη δουλειά, και η απάντηση ήταν ότι τον θεωρούν σοβαρό και έντιμο άνθρωπο, ξεχωριστό από τους υπόλοιπους Έλληνες. Οι αρχές είχαν τους ανθρώπους τους που παρακολουθούσαν τους πολιτικούς πρόσφυγες, πιθανόν για λόγους ασφαλείας, ενώ από την άλλη, η ελληνική πρεσβεία, την οποία το 1950-1951 άρχισαν να επισκέπτονται μερικοί Έλληνες, είχε συλλέξει όλα τα στοιχεία για τον αριθμό και την καταγωγή και φυσικά για τη δράση των ανταρτών στην πατρίδα. Μόνον για ένα άτομο δεν είχαν στοιχεία και με κάθε τρόπο τα αναζητούσαν. Αυτό το άτομο λεγόταν Βασίλης Παπαδάκης.

Αρχίζει ο ακούσιος επαναπατρισμός
Σύντομα άρχισε ο επαναπατρισμός μερικών αιχμαλώτων και επιστρατευμένων και οι εναπομειναντες ανησυχούσαν για την παραπέρα πορεία τους. Ξαφνικά, οι αρχές καλέσανε όλους τους πρόσφυγες και ρώτησαν ποιος θα ήθελε να φύγει για τις Λ. Δημοκρατιες. Οι πρόσφυγες ήταν τρομοκρατημένοι γιατί μια νύχτα πήραν περίπου 15 άτομα και τους έστειλαν στην Ελλάδα παρά τη θέληση τους. Φυσικό ήταν οι περισσότεροι να δίσταζαν να δηλώσουν ανοιχτά την επιθυμία τους και μόνο ένας κριτικός ονόματι Κώστας δήλωσε για Ουγγαρία. 
Μετά από 15 ημέρες τον προώθησαν και μάλιστα μας έγραψε και γράμμα από εκεί όταν έφτασε. Κατόπιν τούτου πήγαμε στις αρχές και είπαμε ότι θέλουμε και εμείς, αλλά η απάντηση ήταν τώρα θα περιμένετε. Ο Παναγιώτης το 1953 πήρε γράμμα από την Τσεχοσλοβακία από κοντοχωριανό του που του ανακοίνωνε το ευχάριστο νέο πως οι κόρες του βρίσκονται στην ΕΣΣΔ στην πόλη Τασκένδη με τη διεύθυνση τους. Έκτοτε άρχισε η αλληλογραφία και η προσπάθεια της ένωσης μαζί τους. Ύστερα από αυτό πήγαμε με τη μητέρα μου στο Βελιγράδι στη Πρεσβεία της ΕΣΣΔ και υποβάλλαμε αίτηση για τη μετάβαση μας εκεί. Τα χαρτιά άργησαν περίπου ένα χρόνο και τελικά πήραμε την έγκριση, αλλά οι φίλοι μας οι Γιουγκοσλάβοι έδειχναν απροθυμία να παραχωρήσουν βίζα εξόδου από τη χώρα τους.
 Την περίοδο εκείνη το 1955 το βασιλικό ζεύγος της Ελλάδας πραγματοποιούσε επίσημη επίσκεψη και οι αρχές Κάλεσαν τον Παναγιώτη και του ανακοίνωσαν την απόφαση της κυβέρνησης να απαγορεύσει την μετακίνηση των πολιτικών προσφύγων καθ’ όλη τη διάρκεια της επίσκεψης των υψηλών προσκεκλημένων στην χώρα τους. Ο Παναγιώτης δέχτηκε την απόφαση ως προληπτικό μέτρο και υποσχέθηκε να το τηρήσει.
Ο Παναγιώτης Ραφαηλίδης (πρώτος αριστερά)
Μόλις όμως έφυγαν οι προσκεκλημένοι αμέσως αποτάθηκε στις αρχές για τη βίζα εξόδου από τη χώρα και εδώ άρχισαν τα παράξενα παιχνίδια που έπαιζαν οι φίλοι μας. Του έδωσαν βίζα για δυο άτομα για τον ίδιο και την πεθερά του και όταν τους ρώτησε τι θα απογίνουν τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας, απάντησαν θα δούμε. Τότε οργισμένος τους απάντησε, εγώ φεύγω, όταν όμως φτάσω στη Βουδαπέστη θα καλέσω τους δημοσιογράφους και θα τους πω για το κατόρθωμα σας. Φαίνεται έπιασε το κόλπο με την απειλή και αργά το βράδυ ειδοποίησαν να φέρει φωτογραφίες για όλα τα μέλη διότι αύριο το πρωί φεύγετε. Περίεργο τους λέει: μέχρι τώρα μας λέγατε ότι βίζα χορηγεί μόνο το Υπουργείο Εσωτερικών, ενώ εδώ άλλα συμβαίνουν.
Έτσι άρον, άρον μαζέψαμε τα ολιγοστά πράγματα και το πρωί με το τρένο αναχωρήσαμε για το Βελιγράδι.
Οι σχέσεις με τις Ανατολικές χώρες μόλις ξεκίνησαν από το μηδέν και τα τρένα άρχισαν δειλά, δειλά τα πρώτα τους δρομολόγια για αυτό έπρεπε να περιμένουμε να νυχτώσει για να ξεκινήσει το ταξίδι μας στη Βουδαπέστη και κατόπιν για την ΕΣΣΔ. Στα σύνορα υπάρχει μια πόλη που την λένε Σουμποτίτσα , αφού περάσαμε από το τελωνείο κάποιοι θέλησαν να ειρωνευτούν τον Παναγιώτη λέγοντας του : που πας Γραίκο με τόση φαμελιά; Τους απάντησε με περηφάνια, στη Σοβιετική Ένωση και τότε του πέταξαν πάλι μια σπόντα. Εκεί δεν πρόκειται να χορτάσεις ψωμί, μόνο στον Καναδά υπάρχει άφθονο ψωμί. Στη Βουδαπέστη φτάσαμε το πρωί, εκεί μας περίμενε εκπρόσωπος της Σοβιετικής πρεσβείας και ένας Έλληνας πολιτικός πρόσφυγας. Μας είπαν ότι αργά το βράδυ υπάρχει τρένο για Μόσχα καθώς και να μην απομακρυνθούμε από την αίθουσα αναμονής του σταθμού. Ο Έλληνας μάλιστα μας είχε φέρει κάτι παλιατζούρες να τα πάμε σε κάποιο συγγενικό του πρόσωπο στην Τασκένδη. Κατά το βράδυ μας έφερε τα ταξιδιωτικά έγγραφα ο σοβιετικός εκπρόσωπος, και ευχήθηκε καλό ταξίδι.
 Η ώρα 12 τη νύχτα μπήκαμε στο τρένο με κατεύθυνση την Μόσχα όπου φτάσαμε μετά από δυο μερόνυχτα. Εκεί μας περίμενε εκπρόσωπος του Ερυθρού Σταυρού και με ένα μικρό λεωφορείο μας πήγε στο σταθμό Καζάν από όπου θα ξεκινούσαμε για Τασκένδη, αφού πρώτα ξεναγηθήκαμε βλέποντας τα  αξιοθέατα της σοβιετικής πρωτεύουσας.
Κατόπιν μας πήγε σε εστιατόριο όπου γευματίσαμε και επιστρέψαμε ξανά στο σταθμό. Εμένα και τον πατέρα μου μας ξενάγησε στην Κόκκινη Πλατεία για να δούμε το μαυσωλείο όπου κείτονταν οι σοροί του Λένιν και Στάλιν. Μπαίνοντας στο μαυσωλείο νιώσαμε δέος γιατί βλέπαμε μπροστά μας δυο γίγαντες ηγέτες του παγκόσμιου προλεταριάτου που ούτε κατά φαντασία άλλες εποχές θα είχαμε τη δυνατότητα να τους δούμε από τόσο κοντά. Νιώσαμε μεγάλη ικανοποίηση που μας έκανε την τιμή ο σοβιετικός σύντροφος και τον ευχαριστήσαμε από καρδίας.
Το βράδυ αποχαιρετήσαμε τον εκπρόσωπο του Ερυθρού. Σταυρού και ξεκινήσαμε για την Τασκένδη. Σαν όνειρο φαινότανε όλη αυτή η περιπέτεια και δεν πιστεύαμε στα μάτια μας ότι σε 2,5 μερόνυχτα θα σμίξουμε με τα αγαπημένα μας πρόσωπα μετά από έξι χρόνια χωρισμού.
Δεν μπορούσαμε να φανταστούμε τις αδερφές παντρεμένες και από ένα παιδάκι στην αγκαλιά τους, μαζί με τους γαμπρούς που δεν γνωρίσαμε ποτέ.
Στο σιδηροδρομικό σταθμό της Τασκένδης δεν μας περίμενε κανείς, δυστυχώς, από λάθος του τηλεγραφήματος και ο σταθμάρχης ειδοποίησε την κομματική οργάνωση και αυτοί με τη σειρά τους μερίμνησαν για την μεταφορά στην όγδοη πολιτεία, όπου διέμεναν οι αδερφές μας.
Η διοίκηση της πολιτείας χορήγησε έκτακτη οικονομική βοήθεια και μερίμνησε για την τακτοποίηση των δύο αδελφών μου.
Του Νικόλα στο οικοτροφείο της δωδέκατης πολιτείας και του Δημήτρη στην τριετή σχολή μαθητείας στην πόλη Τσιρτσίκ, 30 χιλιόμετρα μακριά από την Τασκένδη.
Εγώ βρήκα δουλειά στη σχολή που φοιτούσε ο Δημήτρης ως μάγειρας και ταυτόχρονα παρακολουθούσα το νυχτερινό λύκειο. Η υπόλοιπη οικογένεια ταχτοποιήθηκε σε ένα διαμέρισμα, μαζί με τον γαμπρό μας, τον Ανδρέα Παπαθεοδώρου.
Το 1955 ήταν η χρονιά όπου το ΚΚΕ διασπάστηκε χάριν στους Σοβιετικούς που έβαλαν το χεράκι τους στην υπόθεση. Βλέπεται η αλλαγή της ηγεσίας από τον Στάλιν στον Χρουτσώφ ήταν αναμενόμενη, όπου ο τελευταίος ήθελε να επιβάλει τη γραμμή του και σε άλλα κόμματα, τα οποία διαφωνούσαν μαζί του.
Στην Τασκένδη έγινε το γνωστό πογκρόμ με πολλά έκτροπα ανάμεσα στους πολιτικούς πρόσφυγες, που χωρίστηκαν σε δυο παρατάξεις: τους ζαχαριαδικούς και τους χατουρικούς  ( από το όνομα του Χατούρα, που ήταν γραμματέας της Κομματικής Οργάνωσης Τασκένδης). Το ΚΚΕ περνούσε μια από της δύσκολες στιγμές της ιστορίας και ο Παναγιώτης δεν ήξερε πιο ρεύμα να ακολουθήσει.
Η οικογένεια Ραφαηλίδη, μέσα στη δύσκολη αυτή κατάσταση, έζησε γύρω στα είκοσι χρόνια στην αναγκαστική προσφυγιά, μέχρι την ημέρα, που όσοι επέζησαν, ήρθαν στην Ελλάδα.
                                                                                                                                                                    

                 Βασίλης Ραφαηλίδης
                                                           Φυσικομαθηματικός-Συγγραφέας