Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Στασιμότητα στην ανάπτυξη του Πόντου κατά την ύστερη οθωμανοκρατία. ΜΕΡΟΣ 2ο

Ναυτικοί των πόλεων του Πόντου
Σοβαρές δυσκολίες αντιμετώπισαν οι ναυτικοί του Πόντου - και γενικότερα το εμπόριο - κατά τον κριμαϊκό πόλεμο (1854-1856). Τα καράβια τους έρχονταν αντιμέτωπα με τον ρωσικό, κυρίως, στόλο, που έκανε διαρκείς επιχειρήσεις στα παράλια του Ευξείνου Πόντου. Η κρίση στις μεταφορές επέφερε αλυσιδωτές επιδράσεις στα παζάρια των ποντιακών πόλεων, στις οδικές μεταφορές, στην παροχή υπηρεσιών, όπως ήταν τα ξενοδοχεία και τα χάνια, στα καραβάνια ή στους μεμονωμένους αγωγιάτες, στους εργαζόμενους στα λιμάνια κ. τ. λ.
Κερασούντα
Ναυτικοί της  Κερασούντας
Ο Χριστόφορος Γ. Μακρίδης, από την Κερασούντα, και ο γιος του Γεώργιος Μακρίδης (πατέρας της Αθηνάς Καλλιγά, 1905-1999), που ήταν εγκατεστημένοι στην Κρίμσκαγια του Βορείου Καυκάσου από το 1878 (τέλος του ρωσοτουρκικού πολέμου, 1877-1878), ήταν ιδιοκτήτες ιστιοφόρων και καπεταναίοι και μετέφεραν προϊόντα σε όλα τα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας.
Για τις μεταφορές και το εμπόριο, η περίοδος εκείνη ήταν σχετικά ευνοϊκότερη, αν σκεφτεί κανείς ότι λίγα χρόνια πριν, τα πράγματα ήταν πολύ πιο δύσκολα. Στις ευνοϊκές συνθήκες, που βοηθούσαν στην ομαλότερη — σε σχέση με πριν - διεξαγωγή των μεταφορών και του εμπορίου, συνέβαλαν και τα πρώτα ατμοκίνητα ιστιοφόρα στη Μαύρη Θάλασσα, καθώς και το μικρό τρένο (ντεκοβίλ), που χρησιμοποιήθηκε τότε για τη μεταφορά μεταλλευμάτων.

Ο Μοσκώφ από τα Κοτύωρα (Ορντού)
Ανάμεσα στους ναυτικούς, που δραστηριοποιούνταν στην εμπορική ναυτιλία ήταν και ο Νικόλαος Ιωάν. Παπάζογλου της κατοπινής οικογένειας Μοσκώφ (Παπαδόπουλος, γιος του παπά, που γεννήθηκε το 1850, καταγόταν από την Αργυρούπολη).
Όπως αναφέρει ο Κωστής Μοσκώφ στο βιβλίο του «Στα όρια του έρωτα και της ιστορίας», εκδόσεις «Ιανός», 1999, «το επίθετο Μοσκώφ έχει κι αυτό μια ιστορία. Ήταν καϊκτσήδες (από το 1750). Μετέφεραν φουντούκια, που ήταν το προϊόν της περιοχής (Κοτύωρα, Ορντού), έκαναν εμπόριο μεταξύ Ορντού και Μπατούμ του ρωσικού Καυκάσου (της Γεωργίας). Τα πουλούσαν στο Σοχούμι. Καθώς πηγαινοερχόταν στη Ρωσία κι ήταν και ξανθός, ο κόσμος τον έβγαλε Μοσκώφ, Ρώσο».
 Ο Παπάζογλου ή Μοσκώφ, από τα μέσα του 19ου αιώνα, που είχαν πυκνώσει οι μεταφορές προϊόντων ανάμεσα στους Οθωμανούς και τους Ρώσους, ταξίδευε στο Σοχούμ, στο Νοβοροσίσκ, στην Ευπατόρια, τη Σεβαστούπολη, τη Συμφερόπολη κ. τ. λ.
Τρίπολη του Πόντου

Πολλοί οι Τριπολίτες ναυτικοί
Ο Ιωάννης Αβραμάντης στο «Βήμα» της Ευξείνου Λέσχης Θεσσαλονίκης, τον Ιούνη του 1961, ονομάζει την Τρίπολη «πατρίδα των θαλασσόλυκων της Μαύρης Θάλασσας». Γνωστοί ναυτικοί του Πόντου είναι και μερικοί Τριπολίτες, όπως ο Τιμολέων Κακουλίδης, γνωστός ως καπτιάν Τιμολέων, ο Παναγιώτης Κτενίδης, ιδιοκτήτης τριΐστιων καϊκιών, γνωστός ως καπτιάν Πάνον. Καραβοκύρης ήταν και ο αδελφός του, ο καπτιάν Μίλτον Κτενίδης. Ιδιοκτήτης τεσσάρων ιστιοφόρων και του καφενείου «Η Τρίπολις» με ξενώνα ήταν στη Σεβαστούπολη ο Νικόλαος Αντωνιάδης ή Πούλον.

Η Οινόη είχε αναπτυγμένη ναυτιλία
Ο Ευτύχιος Γιαρένης, στο βιβλίο του «Αυτούς που δέρνει ο άνεμος - Μια ιστορία απανθρωπιάς του ανθρώπου», αναφέρει ότι ο αδελφός του πατέρα του, ο Κυριάκος Για-ρένης ή Κύρκας, που τον σκότωσαν οι τσέτες του παράνομου, δήθεν, Τοπάλ Οσμάν, ήταν καπετάνιος σε ένα «μοτόρι» πετρελαιοκίνητο, καμιά εικοσαριά τόνων, που έκανε ταξίδια στα παράλια του Πόντου, μεταφέροντας επιβάτες και εμπορεύματα.

Ο Τοπάλ Οσμάν και κατά των ναυτικών ως παλιός καϊκτσής
Στα τελευταία χρόνια της οθωμανοκρατίας αναφέρεται ότι ο πρώην καϊκτσής Τοπάλ Οσμάν, όταν έβρισκε ελληνικό καΐκι, δεν δίσταζε να αρπάζει το εμπόρευμα και πολλές φορές να σφάζει το πλήρωμα, μπροστά στα μάτια των επίσημων τουρκικών αρχών, δηλαδή μέσα στα λιμάνια, όπου θεωρούσε τον εαυτό του ασφαλή.
Παρόμοιους κινδύνους, όμως, αντιμετώπιζαν οι ναυτικοί του Πόντου και κατά τις προηγούμενες δεκαετίες. Είχαν επιθέσεις από Τούρκους, που ενεργούσαν όπως οι πειρατές, κατά τα χρόνια της τσαρίνας της Ρωσίας Αικατερίνης Β'. Έκαναν, δηλαδή, τα ίδια με εκείνα που έκαναν άλλοι Τούρκοι στην ξηρά, που λήστευαν τους εμπόρους που πήγαιναν από τον ένα τόπο στον άλλον.
Παζάρι ζώων στη Χάβζα του Πόντου
Συρροή νέων κατοίκων στα ποντιακά παράλια
Εξαιτίας της ανάπτυξης του εμπορίου, στα τέλη του 19ου αιώνα, μετά, κυρίως, από το Χάτι Χουμαγιούν (1850)  των ελευθεριών για τους μη μουσουλμάνους Οθωμανούς γνώρισαν μεγάλη ανάπτυξη και οι  παραλιακές πόλεις του Πόντου, όπου μετοίκησαν από τα μεσόγεια πολλοί κάτοικοι, αρκετοί από τους οποίους  ασχολήθηκαν με το εμπόριο και τη ναυτιλία. Αρκετοί ήταν και εκείνοι που μετοίκησαν σε παράλιες πόλεις του Πόντου και του Αιγαίου. Οι τελευταίοι - ανάμεσά τους ήταν και ο Τενέδιος πατέρας του Δημήτρη Ψαθά και ο κατοπινός εκδότης της σατιρικής εφημερίδας "Βελζεβούλ" των  Κοτυώρων (Ορντούς) Συριανός Ανδρέας Μουτάφης,— πήγαιναν στον Πόντο για ναυπηγοεπισκευαστικές και ναυαγοσωστικές εργασίες, γιατί διέθεταν την ανάλογη πείρα.
Νεώρια ή ναυπηγεία ή καρνάγια ή ταρσανάδες λειτουργούσαν στην Ινέπολη, στην Οινόη, στα Πλάτανα, στη Δαφνούντα και αλλού. Τα ναυπηγεία απασχολούσαν αρκετούς εργαζόμενους, στη συντριπτική τους πλειοψηφία Έλληνες.

Κατασκευαστής κουπιών στην Οινόη
Η Αλεξάνδρα Φιλιππίδου - Κτενίδου, έλεγε ότι ο πατέρας της Κυριάκος Φιλιππίδης αγόρασε δασική έκταση 700 στρεμμάτων στην Οινόη, όπου εγκατέστησε εργαστήριο κατασκευής κουπιών. «Δούλευαν αρκετές οικογένειες στη δουλειά του πατέρα μου», ανέφερε. «Έκοβαν ξύλα από το δάσος, τα επεξεργάζονταν και έκαναν κουπιά. Για να τα μεταφέρουν, χρησιμοποιούσαν τα νερά του ποταμού. Έδεναν τα κουπιά σε δέματα και τα έβαζαν στο ποτάμι, που τα κατέβαζε στη θάλασσα. Έκαναν και εξαγωγή κουπιών στη Βουλγαρία, στις πόλεις Βάρνα και Πύργο. Είχε, ακόμη, ο πατέρας μου αντιπρόσωπο στην Κωνσταντινούπολη τον Γεώργιο Πηλείδη»
Η  αγορά της Τραπεζούντας
Τονίζεται και πάλι ότι η στασιμότητα στην ανάπτυξη του Πόντου και γενικότερα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, που παρατηρήθηκε μετά τα μέσα του 19ου αιώνα, οφειλόταν κατά πολύ και στην αντίδραση στην εξέλιξη από μέρους των περισσοτέρων Οθωμανών, των απλοϊκών, λόγω θρησκευτικού φανατισμού, και της άρχουσας τάξης, λόγω οικονομικών συμφερόντων.
Οι μεταρρυθμίσεις, που ξεκίνησαν τον 17ο αιώνα από τον Μεχμέτ Κιοπρουλού και τον Αχμέτ Φατζίλ, επί βασιλείας του σουλτάνου Μεχμέτ Δ'(1648-1687), παρά το γεγονός ότι είχαν δημιουργήσει την εικόνα μιας αυτοκρατορίας που μπορούσε να επιβιώσει, δεν μπόρεσαν να προχωρήσουν, γιατί δεν είχαν αναζητηθεί τα αίτια που προκαλούσαν τη στασιμότητα, η οποία χτυπήθηκε με βάση τα αποτελέσματα της.
Αυτό έγινε, γιατί οι μεταρρυθμιστές δεν τόλμησαν να τα βάλουν με την άρχουσα τάξη, που είχε ακόμη μεγάλη δύναμη, την οποία βάσιζε, εν μέρει, και στους τοπικούς άρχοντες, που στον Πόντο ονομάζονταν ντερεμπέηδες - ντερέμπεης ίσον άρχοντας του ποταμού (ντερέ), δηλαδή άρχοντας ολόκληρης της περιοχής στις όχθες ενός ποταμού. Αλλού τους έλεγαν αγιάνηδες, από την τουρκική λέξη αγιάν-ayan, που σημαίνει σαφής, ξεκάθαρος, και στην περίπτωση αυτή, διακεκριμένος, άρχοντας.

Τροχοπέδη η πίστη για ανωτερότητα λόγω της θρησκείας
Η καθυστέρηση στην ανάπτυξη της οικονομίας στην οθωμανική αυτοκρατορία, κατά τον 18ο αιώνα, οφειλόταν στα κλειστά σύνορά της προς τη Δύση για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, τότε που οι δυτικοευρωπαίοι μεταρρυθμιστές ανέπτυσσαν τη βιομηχανία τους, το εμπόριο, τις επιστήμες και την τεχνολογία.
Ενώ οι Δυτικοί προχωρούσαν στον δρόμο της ανάπτυξης, οι μουσουλμάνοι Οθωμανοί παρέμεναν με την πίστη ότι, λόγω του Ισλάμ, οι ίδιοι ήταν ανώτεροι από όλους τους άπιστους — τους μη μουσουλμάνους. Όπως αναφέρεται στην εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος — Λαρούς — Μπριτάνικα», η μοναδική επαφή που είχαν οι Οθωμανοί με τη Δύση ήταν στα πεδία των μαχών.
Ελάχιστοι, κυρίως λόγιοι ή αξιωματούχοι του οθωμανικού κράτους, είχαν, κατά την περίοδο αυτή, κάποια επαφή με τη Δύση, η οποία σχέση, όμως, επειδή ήταν πολύ επιδερμική, κοβόταν σύντομα, λόγω και της βραδύτητας στη σκέψη των περισσοτέρων μουσουλμάνων. Βεβαίως, η ίδια κατάσταση, περίπου, παρατηρείτο και στις εθνικές και θρησκευτικές μειονότητες της αυτοκρατορίας. Γιαυτό, άλλωστε, άργησε και ο Διαφωτισμός να περάσει τα σύνορα του Πόντου και να επηρεάσει τους κατοίκους του μόλις τον 19ο αιώνα προς τον 20ό. Η οπισθοδρόμηση συνεχιζόταν και όταν ο σουλτάνος και οι ανώτατοι Οθωμανοί αξιωματούχοι επιχείρησαν να μιμηθούν τον τρόπο ζωής των Δυτικών και κυρίως των Γάλλων. Ήταν τόση η καθυστέρηση που οι σουλτάνοι έκλειναν τα τυπογραφεία ως όργανα του Σατανά.
Μόνον στα τέλη του 18ου αιώνα και στις αρχές του 19ου δόθηκαν κάποιες άδειες για τη λειτουργία τυπογραφείων, των οποίων οι εκδόσεις ιστορικών, γεωγραφικών και λίγων άλλων βιβλίων είχαν ως αποτέλεσμα να πλατύνουν τους ορίζοντες σκέψης όσων τα διάβασαν.

Οι διαρκείς εξεγέρσεις — παράγοντες καθυστέρησης
Οι διαρκείς εξεγέρσεις — επί έναν περίπου αιώνα — στο εσωτερικό της οθωμανικής αυτοκρατορίας επιβράδυναν την οικονομική και κοινωνική ανάπτυξη. Από το 1789 έως και το δεύτερο τανζιμάτ (μεταρρυθμίσεις, 1875 — το πρώτο τανζιμάτ το 1839), η αυτοκρατορία σπαρασσόταν από τις αλληλοδιάδοχες εξεγέρσεις συντηρητικών και μεταρρυθμιστών, που ανέβαζαν, ανάλογα, στον οθωμανικό θρόνο τον σουλτάνο της αρεσκείας τους. Μόνον επί σουλτάνου Σελίμ προχώρησαν κάποιες μεταρρυθμίσεις, αλλά το 1808 τον σκότωσαν οι συντηρητικοί και η ανάπτυξη σταμάτησε, αλλά άφησε τον απόηχό της, κυρίως στις περισσότερες, πλέον, γνώσεις για τη Δύση.
 «Οι νέες αυτές γνώσεις αποτέλεσαν την αφετηρία μιας διαδικασίας, με την οποία η παλαιά οθωμανική απομόνωση εξέλιπα τελικά, γεγονός που προετοίμασε τη σκηνή για σημαντικότερες μεταρρυθμίσεις, οι οποίες και μεταμόρφωσαν την αυτοκρατορία κατά το υπόλοιπο του 19ου αιώνα» («Πάπυρος-Λαρούς-Μπριτάνικα»).
Από την Αμισό ένα τρένο με μικρά βαγόνια , έκανε μεταφορές προϊόντων προς την Άγκυρα

Η άποψη του καθηγητή Ερβέ Ζορζελέν για τους άρχοντες
Για την περίοδο μετά τα μέσα του 19ου αιώνα (περίπου από το 1850 και μετά), ο Γάλλος ιστορικός- καθηγητής του πανεπιστημίου της Βέρνης της Ελβετίας Ερβέ Ζορζελέν, αναφέρει: «Το παρελθόν της οθωμανικής αυτοκρατορίας έδινε πράγματι κάποια κλειδιά συνύπαρξης των ετερογενών πληθυσμών. Είχε, όμως, και τη σκληρή του πλευρά. Υπήρξε, για παράδειγμα, μια αυστηρή ιεραρχική κλίμακα, στην οποία κατατάσσονταν οι διαφορετικές ομάδες. 
Οι μεγαλέμποροι, οι τραπεζίτες, καθώς και άλλοι εκπρόσωποι του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού στέκονταν πολύ πιο ψηλά στην κλίματα από τους ταπεινούς ισπανόφωνους Εβραίους, τους τουρκόφωνους ορθόδοξους χριστιανούς ή τους μουσουλμάνους ζειμπέκους, η θέση των οποίων, μέσα στον κοσμοπολιτισμό των μεγάλων πόλεων της οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν περιορισμένη ή περιθωριακή».
Κατά τις περιόδους εκσυγχρονισμού, τις οποίες έζησε η οθωμανική αυτοκρατορία μέχρι την τελική κατάρρευσή της το 1924, υπήρξε και ένα μέρος ατόμων, που δεν ανήκαν στην οθωμανική άρχουσα τάξη, αλλά στις μειονότητες που αναφέρει ο Ερβέ Ζορζελέν, που πλούτιζαν από τις νέες δουλειές που έκαναν και ζούσαν με τέτοιο τρόπο, που προκαλούσαν τους μη έχοντες. Αυτό έγινε αισθητό ιδιαιτέρως από το τανζιμάτ των αλλαγών και μετά, δηλαδή μετά το 1839 (χάτι σερίφ) και το 1856 (χάτι χουμαγιούν).

Οι «αιθεροβάμονες» Πόντιοι λόγιοι
Ορισμένοι από τους σύγχρονους μελετητές ενοχλούνται από το γεγονός ότι ένας σημαντικός αριθμός Ελλήνων λογίων - τους οποίους ονομάζουν φαντασιόπληκτους - που δεν είχαν καμία σχέση με τους επωφελούμενους από τις καταστάσεις ομογενείς τους οικονομικούς άρχοντες, και που έζησαν στα τέλη της οθωμανικής αυτοκρατορίας, δηλαδή ανάμεσα στο τέλος του 19ου αιώνα και τις πρώτες δύο δεκαετίες του 20ού, διακήρυτταν ότι η Μικρά Ασία στο σύνολό της και ο Πόντος ειδικότερα, έχουν ένα αρχαίο ελληνικό παρελθόν και ότι, επομένως, η εντοπιότητα των κατοίκων θα πρέπει να εκτιμάται ανάλογα με αυτό το δεδομένο.
 Χαρακτηριστικές περιπτώσεις αυτών των λογιών είναι εκείνες του Περικλή Τριανταφυλλίδη, του Σάββα Ιωαννίδη, του Κωνσταντίνου Ξανθόπουλου, του Θεόδωρου Χατζ. Γραμματικόπουλου, του Ιωάννη Αθ. Παρχαρίδη και άλλων, που κάποιοι έβρισκαν κάθε τόσο κάτι, για να τους χτυπήσουν.
Τους «αιθεροβάμονες» τους πολεμούσε η οικονομική ελίτ-οι μεγαλέμποροι και τραπεζίτες, που συνεργάζονταν με το οθωμανικό κράτος - γιατί με τις διακηρύξεις τους για το ελληνικό έθνος και για τα δικαιώματα που είχε σε εκείνα τα μέρη, στέκονταν εμπόδιο στον ακόμη μεγαλύτερο πλουτισμό της συνεργαζόμενης με τον ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό πλουτοκρατίας. Οι οικονομικοί άρχοντες - ως τη στιγμή που ήρθε και η σειρά τους, όχι, βεβαίως, τόσο επώδυνη όσο για τους απλούς ανθρώπους - έκαναν ό,τι περνούσε από το χέρι τους για να μην τα χαλάσουν με την οθωμανική διοίκηση.


Ο μερκαντιλισμός στην οθωμανική αυτοκρατορία

Στη Δυτική Ευρώπη, ο μερκαντιλισμός (εμποριοκρατία-κρατικός παρεμβατισμός στο εμπόριο και γενικότερα στην οικονομία) είχε φτάσει στο απόγειό του κατά τους 17ο και 18ο αιώνες και με κάποιες κυκλικές οικονομικές διακυμάνσεις και την επίδραση των θεωριών του Τζον Μέϊναρντ Κέινς (1883-1946), συνεχίστηκε μέχρι και τις αρχές του 19ου αιώνα, τότε που εμφανίστηκε αυτό το οικονομικό σύστημα και στην οθωμανική αυτοκρατορία και στις άλλες οικονομίες της Ανατολής.
 Οι σουλτάνοι, παρεμβαίνοντας στην οικονομία, δεν επεδίωκαν πλούτη για το κράτος αλλά για το άτομό τους, με την επιβολή βαριών τελών στα εισαγόμενα στην αυτοκρατορία ξένα προϊόντα, εκτός από τα αγγλικά, που είχαν, στο μεταξύ, αποσπάσει πολύ ευνοϊκούς όρους για την κίνησή τους στην επικράτεια των σουλτάνων.
Η βασική αρχή του μερκαντιλισμού «πούλα ακριβά και αγόραζε φθηνά» ή προσπάθησε να έχεις αυτάρκεια και να μην εξαρτάται η οικονομία σου από το εξωτερικό, δεν μπορούσε να έχει και τόση εφαρμογή στην οθωμανική αυτοκρατορία, αλλά οι σουλτάνοι πουλούσαν π. χ. ακατέργαστα τα υλικά των μεταλλείων, προς όφελος προσωπικό τους- τα έσοδα από τα μεταλλεία πήγαιναν κατευθείαν στα σουλτανικά ταμεία — και δεν έκαναν εισαγωγές προϊόντων, αφού ο λαός είχε αυτάρκεια στη φτώχεια του...
Ο κάϊζερ της Αυστρίας Γουλιέλμος Β' στον Βόσπορο.
Στην Πόλη πήγε να υπογράψει τη συμφωνία με τον σουλτάνο για την επέκταση των οθωμανικών σιδηροδρόμων


Οι μετοχικές εταιρείες στον Πόντο

Οι μετοχικές εταιρείες, που ξεκίνησαν το 1602 από την Ολλανδία με την Εταιρεία Ανατολικών Ινδιών και αποτελούν ένα από τα επίσης βασικά στοιχεία εξέλιξης του εμπορικού καπιταλισμού — μερκαντιλισμού, μόλις προς το τέλος του 19ου αιώνα εμφανίστηκαν στην οθωμανική αυτοκρατορία.
 Στην Κερασούντα π. χ., που ήταν η κυριότερη καπιταλιστική πόλη στον Πόντο, συστήθηκε μετοχική εταιρεία από Έλληνες, γύρω στο 1880, με στόχο το λιανεμπόριο και εισαγομένων προϊόντων, όπως από τη Γαλλία (τότε έκαναν την εμφάνισή τους στον Πόντο τα γαλλικά αναψυκτικά γκαζόζ ή γκαζέζ και λιμονέτ) και την Αγγλία.
 Επρόκειτο για ένα πολυκατάστημα, όπως τα σημερινά τα σούπερ μάρκετ  που, βεβαίως γονάτισε πολλές μικρές επιχειρήσεις. Εισάγοντας η Κερασούντα ξένα βιομηχανικά, κυρίως, προϊόντα, δεν σταματούσε και τις εξαγωγές, ιδιαιτέρως ξηρών καρπών προς τη Γαλλία,  στο λιμάνι της Μασσαλίας  και στην Αγγλία. Και από το λιμάνι της Τραπεζούντας εξάγονταν, κατά την ίδια περίοδο, τέλη του 19ου αιώνα, ξηροί καρποί, αλλά και όσπρια και παστά και, εν μέρει, ξυλεία.


Συνειδητοποίηση των αστών για τη δύναμή τους

Παρά την αδηφαγία των σουλτάνων και των γύρω από αυτούς αξιωματούχων, που θησαύριζαν, προσφέροντας τις υπηρεσίες τους ως διοικητική τάξη, σημειώθηκαν κάποιες αλλαγές στην οικονομία της οθωμανικής αυτοκρατορίας, από τις οποίες επωφελήθηκαν μόνον ορισμένοι αστοί, που άρχισαν τότε να συνειδητοποιούν το μέγεθος της δύναμής τους και με τις επιδράσεις από το εξωτερικό και συγκεκριμένα από τους μορφωμένους Οθωμανούς που ζούσαν στη Γαλλία  και τότε άρχισαν να πυκνώνουν τις τάξεις του νεοτουρκικού κινήματος. Οι εργάτες και οι αγρότες έμεναν και πάλι στο περιθώριο, αφού η συσσώρευση πλούτου από τον σουλτάνο, τους ευνοούμενούς του και ένα μέρος της αστικής τάξης, τους εξασθένησαν περισσότερο.


Έξω από την ευρύτερη περιοχή του Πόντου - του οποίου τα όρια πάντοτε δεν ήταν ακριβή - παρατηρήθηκαν διάφορες διεργασίες και δραστηριότητες, που στόχο είχαν την οικονομική ανάπτυξη και , βεβαίως, το κέρδος.

Ίδρυση εταιρείας για ενίσχυση των σχολείων
Την 1 Οκτωβρίου 1861, οι Πόντιοι και ειδικότερα ξενιτεμένοι από την περιοχή της Τραπεζούντας, ίδρυσαν στην Κωνσταντινούπολη την ανώνυμη εταιρεία «Η Πρόνοια», «κύριος σκοπός της οποίας θέλει είσθαι η εύρεσις διαρκών πόρων και η δι' επωφελούς χρήσεως επαύξησις αυτών». Ηταν, δηλαδή, ο στόχος τους να βρουν κεφάλαια και να τα επενδύσουν σε επωφελή επιχείρηση, για την απόκτηση κερδών, τα οποία - όπως αναφέρεται στο Παράρτημα του κανονισμού της εταιρείας — θα χρησιμοποιούνταν «προς βελτίωσιν και εν τω μέλλοντι εξασφάλισιν των εν τη πατρίδι ημών εκπαιδευτηρίων».*

Αποκλειστικότητα των Κρωμναίων
Σε πολλές πόλεις του Πόντου, κυρίως, όμως, στην Τραπεζούντα, μια σειρά από επαγγέλματα τα έκαναν μόνον οι Κρωμναίοι**. Δεν ήταν, βεβαίως, μόνον η αποκλειστικότητα, που είναι αποδειγμένη, αλλά οι Κρωμναίοι ήταν και άριστοι τεχνίτες. Δεν υπήρχε μαρμαρογλύπτης άλλος εκτός από τους Κρωμναίους, ενώ στην Κρώμνη δεν υπήρχαν μάρμαρα, έρχονταν από την Ιταλία.
Οι Κρωμναίοι ήταν και μοναδικοί χτενοποιοί. Έφτιαχναν τις χτένες από κέρατα ζώων. Ήταν, επίσης, και αγιογράφοι και χρυσοχόοι.
Τα προϊόντα τους προορίζονταν κυρίως για την εγχώρια αγορά, αλλά, αρκετές φορές, γινόταν και εξαγωγή τους.
Τα επαγγέλματα αυτά ήταν σαν τα «κλειστά» επαγγέλματα, που τα μάθαιναν τα παιδιά από τους γονείς τους.
Έλληνες και Τούρκοι γνώριζαν αυτή τη μοναδικότητα των Κρωμναίων και γιαυτό απευθύνονταν σε αυτούς.
Η γέφυρα του Ταμπάχανε (βυρσοδεψεία) της Τραπεζούντας  στις αρχές του 20ου αι.

Πόντιοι και άλλοι τραπεζίτες
Το 1909 πρωτολειτούργησε  στην Οδησσό της Ουκρανίας η Τράπεζα των αδελφών Κούση από την Τραπεζούντα. Το κατάστημα της Τράπεζας Κούση βρισκόταν στον κεντρικό δρόμο Ντεριμπάς 14. Ουσιαστικά, ιδρυτής της Τράπεζας ήταν ο Φωκίων Κούσης, ο οποίος μετανάστευσε στην Οδησσό για καλύτερη τύχη, όπως και πολλοί άλλοι Έλληνες του Πόντου. Όπως και άλλοι 'Ελληνες του Πόντου, επίσης, ο Φωκίων Κούσης ανέπτυξε φιλανθρωπική δράση μέσα από την Ελληνική Αγαθοεργό Κοινότητα Οδησσού, της οποίας υπήρξε και πρόεδρος.
Στην Τράπεζά τους, οι αδελφοί Κούση έκαναν τις συνηθισμένες τραπεζικές εργασίες, όπως είσπραξη καταθέσεων, άνογμα λογαριασμών τρεχουσών συναλλαγών, αγοραπωλησίες διαφόρων χρεωγράφων και ομολόγων.
Όπως συνηθιζόταν τότε, η Τράπεζα των Τραπεζουντίων αδελφών Κούση αντιπροσώπευε, κατ’ αποκλειστικότητα, και την ατμοπλοϊκή εταιρεία της Βρέμης, της βόρειας Γερμανίας «Νορντ Ντόιτσερ Λόιντ» (Nord Deutscher Lloud, Βορειογερμανικό Λόιντ).
Εκτός από τις καθαρά τραπεζικές δραστηριότητες, ο Ελευθέριος Παυλίδης έγραψε στην εφημερίδα «Φως» της Οδησσού, τον Μάιο του 1909, ότι η Τράπεζα των αδελφών Κούση διαμεσολαβούσε για την αποστολή χρηματικών βοηθημάτων και εμβασμάτων των Ελλήνων της Ρωσίας προς τους μαχόμενους ελλαδίτες Έλληνες κατά τους βαλκανικούς πολέμους (1912-1913), που είχαν στόχο την απελευθέρωση της Βόρειας Ελλάδας.

Πάνος Καϊσίδης
Δημοσιογράφος- Συγγραφέας









ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

*Από δημοσίευμα του Χρήστου Γ. Ανδρεάδη στο «Αρχείον Πόντου», τόμ. 48ος, σελ. 37.

**Τα στοιχεία για τους Κρωμναίους επαγγελματίες πήραμε από τον Γιώργο Μουσικίδη, τον γνωστό καλλιτέχνη φωτογράφο της Θεσσαλονίκης.