Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Ποντιακό Λεξιλόγιο (Ιδίωμα Σαντάς) Υ,Φ, Χ, Ψ, Ω

Υ
Υλέε

ύα = υγεία

υβριστέας = που αγαπά να υβρίζει

υλέε = δάσος

υλέητα = δάση

υλίζ το δόντν άτ = τρέχουν τα σάλια του από  επιθυμία


Φ


φά = φάε

φαεμένον = φαγωμένο

φαεπότ= φαγοπότι

φάζω = ταΐζω

φάϊσον = δώσε φαΐ, τροφή

φάϊσεν= ταϊσε

φαϊστικά = τρόφιμα

φαϊτά (τ)= ωφέλεια

φαϊτόν= άμαξα με άλογο

φαμέλια = οικογένεια

φάουσα = φαγέδαινα (αρρώστια)

 φάπρικα = εργοστάσιο

φαρφαταρώ = παθαίνω ταραχή

φαρφαταρίαγμαν= στενοχώρια

φελάν φιστίκ (τ)= αυτό κ' εκείνο

φελίν= φέτα 

φερμανλής (τ) = επικηρυγμένος ή καταδικασμένος με διάταγμα του Σουλτάνου, 2) πολύ γνωστός για τις κακίες του.

φιάς (τ) = φέσι (κάλυμμα)

φιλίντρα= πυροβόλο όπλο

φιτίλ = 1 ) θρυαλλίδα, 2) πύο πη­χτό που βγαίνει σαν κλωστή

φλάξ = ήχος κτυπήματος

φλίεσαι= θλίβεσαι

φλιμέντζα= θλιμμένη

φλουγγίζνε= φέρουν φύλλα, άνθη


φοτά = ποδιά

φουλιρίν = χρυσό νόμισμα

 φουμιστέας = εκείνος που συχνά κακιώνει, ιδιοτροπεί

φορίζετε=ντύνετε

φούρκα = αγχόνη

φουρκίγ = πνίξου

φουρκίεσαι = πνίγεσαι

φουρκίεται = πνίγεται

φουρκίζ = πνίγει

φουρουντζής(τ)= φούρναρης

φουρσιάτ (τ)= ευκαιρία

φούτιγμαν = κλάσιμο χωρίς κρότο 

φουσκαλίδα = φούσκα

φούστρον = αυγά τηγανητά

φοσίουνταν= μπαίνουν βαθιά

φουκαράς (τ)= φτωχός, καημένος

Φραγκία= Ευρώπη

φράγκ- ότσιαγουν (τ)= πέτρα βαθουλωμένη κυλινδρική για να ψήνουν φαγητό

φριάγκ - ότσσιαγουν (τ) = μαγκάλι για ψήσιμο φαγητού

φραντάλα= πεταχτού

φροθάκας= βάτραχοι

φτάει, ευτάει= κάνει

φτουλίεται= μαδά τα μαλλιά της

φτουλίζ= μαδά

φτουλτόν= πούπουλο

φτύρ = αιφνιδιάζει, τρομάζει

φυγαδιάζω = βοηθώ να φύγει 

φυγαδιάζνε = βοηθούν να φύγει 

φύλλον = χαρτί του παιγνιόχαρτου 

φυσιάκια (τ)= φυσίγγια

φυτωναρούς = φυτώρια λαχανικών

φωτάζ= φέγγει, λάμπει

φωταχτέρια= πολύ όμορφα

φωταχτερού= πολύ όμορφη

Χ

χα = να, ιδού

χαβίτς= (αρμεν.) = ανθόγαλα στο οποίο βάζουν λίγο λίγο καλαμποκάλευρο για να χυλώσει

χαβιτσωμένον = λερωμένον από χαβίτς

χαϊβάν (τ) = ζώο

χαζίρ (τ) = έτοιμο

χαζνιαπιάρ = συγγενείς ή φίλοι της νύφης παίρνοντες μέρος στο γάμο

χαϊκουρεύνε = αλαλάζουν

χαΐναινα (τ) = σκληρή

χαΐρ (τ) = καλό

χαΐρ- όλα (τ) = είθε να ήρθες για καλό

χαϊτε άιτε = εμπρός

χακόπον (τ) = οφειλή, δίκαιο

χάλ (τ) = και

χαλαητζήδες (τ) = γανωματήδες 

χαλάλ (τ) = πράγμα που δίνεται μέ ευχαρίστηση, αντίθετο χαράμ

χαλεβορτζής πισέας = τσαπατσούλης

χάλια (τ) = κατάσταση

χαλκόν = χάλκινη χύτρα

χαλκοπούλ = καζανάκι

χαλκοτσούκ = μακρουλό χάλκινο μαγειρικό σκεύος

χαλτεβόρτς = κουρελιάρης

χαμάμ (τ) = λουτρό

χαμαιλετάρτς = μυλωνάς

χαμαιλέτας = μύλοι
Χαμαιλέτε τη Πιστόφ

χαμαιλέτε = μύλος

χαντιάκ = χαντάκι 

χάπ = στη στιγμή

χαπάγκ = καταπακτή

χαπάρ (τ) = πληροφορία, είδηση

χαπίς (τ) = φυλακή

χαραδοξία = χαρά και δόξα

χαράμ (τ) = πράγμα που κερδίζεται άδικα

χαρεντερίζ = προκαλεί χαρά

χάρκ = μυλαύλακο

χαρκοκέφαλον = αρχή μυλαύλακου

 χαρτοδεβάζ = διαβάζει τους εξορκισμούς

χαρτώματα = λεπτά σανιδάκια, πέταυρα

χασευτόν = βραστό

χασλούχ = χρήματα

χάταλα = παιδιά

χαταλόπα = παιδάκια

χέεις = χέζεις

χειμωγκός = χειμώνας

χείρ = χειρότερα

χεϊριάτ (τ) ευεργεσία

χένουμ = νεωστί

χέρ = χέρι

χέρα = χήρα

χερέα = όσο το πλάτος χεριού 

χερομύλια = χειρόμυλος

χερομύλτσον = άλεσε

χικιμάτ (τ) = δικαστήριο

χιλιάκλερος = χίλιες φορές άμοιρος

χιλιαρμάτωτος= χίλιες φορές στολισμένος ή οπλισμένος

χιλιόρφανη= χωρίς κανένα προστάτη

χιονίγα ή εχιονίγα= έχωσκεπαστεί με χιόνι

χλοάδα= χλόη

χόβ (τ)= δύναμη, φόρα

χολή= θυμός

χολιάζ= θυμώνει

χολιασμένα= θυμωμένα

χολοσπασία= εκείνος ή εκείνη που σε κάνει να θυμώσεις

χοντροκοπίδ= με χοντρά χαρακτηριστικά

χορολαγκεύ= χοροπηδάει

χορτλάχς (τ)= βρυκόλακας

χόσ'(τ)= επιτέλους

χότζας (τ)= μωαμεθανός ιερωμένος

χουζανία (τ)= τσιγκουνιά

χουζαρτζήδες (τ)= πριονιστές

χουζμιακιάρ (τ)= υπηρέτες

χουλέν= ζεστό

χουλείται= ζεσταίνεται

χουλιαρέα= κουταλία

χουλιάρια= κουτάλια

Χουτρουλέτς (τ)= Άη Γιώργης

χουσίρ= συντρίμι

χράδας= χρώμα προσώπου

χρεφειλέτ= δανειστές

χιόρα= χήρα

χτισιώνα= κτίριο

χτηνόπον= αγελαδίτσα

χωρέτες= χωρικός

χωροσώρ= πλήθος μαζεμένο

Σαντά

Ψ

ψαλαφίαν= ζήτηση

ψαλαφούνε= ζητούν

ψή= ψυχή

ψήα= ψυχές

ψηλασέας= ορεινά

ψιλοζίαλος= ορεινά

ψιλίτσικα= πολύ ψιλά

ψομιάρ= δεκαέξι μονάδες

ψιόπον= ψυχούλα

ψύχος= χρονία ελονοσία

ψωμίν έν, έχ ψωμίν=είναι κερδοφόρο



Ω

ωβά= αυγά

ώβασον= να γεννήσεις το αυγό σου

ωλένα (δωρικό)= αγκάλη

ωρία= μη

ωρίαζαν= πρόσεχαν, φύλαγαν

ωριάζνε= προσέχουν, φυλάγουν

ωριάσον= πρόσεξε μη τυχόν και

ώσνα= ώσπου