Το πρώτο σου χρέος, εχτελώντας τη θητεία σου στη ράτσα, είναι να νιώσεις μέσα σου όλους τους πρόγονους. Το δεύτερο, να φωτίσεις την ορμή τους και να συνεχίσεις το έργο τους. Το τρίτο σου χρέος, να παραδώσεις στο γιο τη μεγάλη εντολή να σε ξεπεράσει. ΑΣΚΗΤΙΚΗ-Νίκου Καζαντζάκη

Δευτέρα, 1 Μαΐου 2017

Ποντιακό Λεξιλόγιο (Ιδίωμα Σαντάς) Υ,Φ, Χ, Ψ, Ω

Υ
Υλέε

ύα = υγεία

υβριστέας = που αγαπά να υβρίζει

υλέε = δάσος

υλέητα = δάση

υλίζ το δόντν άτ = τρέχουν τα σάλια του από  επιθυμία


Φ


φά = φάε

φαεμένον = φαγωμένο

φαεπότ= φαγοπότι

φάζω = ταΐζω

φάϊσον = δώσε φαΐ, τροφή

φάϊσεν= ταϊσε

φαϊστικά = τρόφιμα

φαϊτά (τ)= ωφέλεια

φαϊτόν= άμαξα με άλογο

φαμέλια = οικογένεια

φάουσα = φαγέδαινα (αρρώστια)

 φάπρικα = εργοστάσιο

φαρφαταρώ = παθαίνω ταραχή

φαρφαταρίαγμαν= στενοχώρια

φελάν φιστίκ (τ)= αυτό κ' εκείνο

φελίν= φέτα 

φερμανλής (τ) = επικηρυγμένος ή καταδικασμένος με διάταγμα του Σουλτάνου, 2) πολύ γνωστός για τις κακίες του.

φιάς (τ) = φέσι (κάλυμμα)

φιλίντρα= πυροβόλο όπλο

φιτίλ = 1 ) θρυαλλίδα, 2) πύο πη­χτό που βγαίνει σαν κλωστή

φλάξ = ήχος κτυπήματος

φλίεσαι= θλίβεσαι

φλιμέντζα= θλιμμένη

φλουγγίζνε= φέρουν φύλλα, άνθη


φοτά = ποδιά

φουλιρίν = χρυσό νόμισμα

 φουμιστέας = εκείνος που συχνά κακιώνει, ιδιοτροπεί

φορίζετε=ντύνετε

φούρκα = αγχόνη

φουρκίγ = πνίξου

φουρκίεσαι = πνίγεσαι

φουρκίεται = πνίγεται

φουρκίζ = πνίγει

φουρουντζής(τ)= φούρναρης

φουρσιάτ (τ)= ευκαιρία

φούτιγμαν = κλάσιμο χωρίς κρότο 

φουσκαλίδα = φούσκα

φούστρον = αυγά τηγανητά

φοσίουνταν= μπαίνουν βαθιά

φουκαράς (τ)= φτωχός, καημένος

Φραγκία= Ευρώπη

φράγκ- ότσιαγουν (τ)= πέτρα βαθουλωμένη κυλινδρική για να ψήνουν φαγητό

φριάγκ - ότσσιαγουν (τ) = μαγκάλι για ψήσιμο φαγητού

φραντάλα= πεταχτού

φροθάκας= βάτραχοι

φτάει, ευτάει= κάνει

φτουλίεται= μαδά τα μαλλιά της

φτουλίζ= μαδά

φτουλτόν= πούπουλο

φτύρ = αιφνιδιάζει, τρομάζει

φυγαδιάζω = βοηθώ να φύγει 

φυγαδιάζνε = βοηθούν να φύγει 

φύλλον = χαρτί του παιγνιόχαρτου 

φυσιάκια (τ)= φυσίγγια

φυτωναρούς = φυτώρια λαχανικών

φωτάζ= φέγγει, λάμπει

φωταχτέρια= πολύ όμορφα

φωταχτερού= πολύ όμορφη

Χ

χα = να, ιδού

χαβίτς= (αρμεν.) = ανθόγαλα στο οποίο βάζουν λίγο λίγο καλαμποκάλευρο για να χυλώσει

χαβιτσωμένον = λερωμένον από χαβίτς

χαϊβάν (τ) = ζώο

χαζίρ (τ) = έτοιμο

χαζνιαπιάρ = συγγενείς ή φίλοι της νύφης παίρνοντες μέρος στο γάμο

χαϊκουρεύνε = αλαλάζουν

χαΐναινα (τ) = σκληρή

χαΐρ (τ) = καλό

χαΐρ- όλα (τ) = είθε να ήρθες για καλό

χαϊτε άιτε = εμπρός

χακόπον (τ) = οφειλή, δίκαιο

χάλ (τ) = και

χαλαητζήδες (τ) = γανωματήδες 

χαλάλ (τ) = πράγμα που δίνεται μέ ευχαρίστηση, αντίθετο χαράμ

χαλεβορτζής πισέας = τσαπατσούλης

χάλια (τ) = κατάσταση

χαλκόν = χάλκινη χύτρα

χαλκοπούλ = καζανάκι

χαλκοτσούκ = μακρουλό χάλκινο μαγειρικό σκεύος

χαλτεβόρτς = κουρελιάρης

χαμάμ (τ) = λουτρό

χαμαιλετάρτς = μυλωνάς

χαμαιλέτας = μύλοι
Χαμαιλέτε τη Πιστόφ

χαμαιλέτε = μύλος

χαντιάκ = χαντάκι 

χάπ = στη στιγμή

χαπάγκ = καταπακτή

χαπάρ (τ) = πληροφορία, είδηση

χαπίς (τ) = φυλακή

χαραδοξία = χαρά και δόξα

χαράμ (τ) = πράγμα που κερδίζεται άδικα

χαρεντερίζ = προκαλεί χαρά

χάρκ = μυλαύλακο

χαρκοκέφαλον = αρχή μυλαύλακου

 χαρτοδεβάζ = διαβάζει τους εξορκισμούς

χαρτώματα = λεπτά σανιδάκια, πέταυρα

χασευτόν = βραστό

χασλούχ = χρήματα

χάταλα = παιδιά

χαταλόπα = παιδάκια

χέεις = χέζεις

χειμωγκός = χειμώνας

χείρ = χειρότερα

χεϊριάτ (τ) ευεργεσία

χένουμ = νεωστί

χέρ = χέρι

χέρα = χήρα

χερέα = όσο το πλάτος χεριού 

χερομύλια = χειρόμυλος

χερομύλτσον = άλεσε

χικιμάτ (τ) = δικαστήριο

χιλιάκλερος = χίλιες φορές άμοιρος

χιλιαρμάτωτος= χίλιες φορές στολισμένος ή οπλισμένος

χιλιόρφανη= χωρίς κανένα προστάτη

χιονίγα ή εχιονίγα= έχωσκεπαστεί με χιόνι

χλοάδα= χλόη

χόβ (τ)= δύναμη, φόρα

χολή= θυμός

χολιάζ= θυμώνει

χολιασμένα= θυμωμένα

χολοσπασία= εκείνος ή εκείνη που σε κάνει να θυμώσεις

χοντροκοπίδ= με χοντρά χαρακτηριστικά

χορολαγκεύ= χοροπηδάει

χορτλάχς (τ)= βρυκόλακας

χόσ'(τ)= επιτέλους

χότζας (τ)= μωαμεθανός ιερωμένος

χουζανία (τ)= τσιγκουνιά

χουζαρτζήδες (τ)= πριονιστές

χουζμιακιάρ (τ)= υπηρέτες

χουλέν= ζεστό

χουλείται= ζεσταίνεται

χουλιαρέα= κουταλία

χουλιάρια= κουτάλια

Χουτρουλέτς (τ)= Άη Γιώργης

χουσίρ= συντρίμι

χράδας= χρώμα προσώπου

χρεφειλέτ= δανειστές

χιόρα= χήρα

χτισιώνα= κτίριο

χτηνόπον= αγελαδίτσα

χωρέτες= χωρικός

χωροσώρ= πλήθος μαζεμένο

Σαντά

Ψ

ψαλαφίαν= ζήτηση

ψαλαφούνε= ζητούν

ψή= ψυχή

ψήα= ψυχές

ψηλασέας= ορεινά

ψιλοζίαλος= ορεινά

ψιλίτσικα= πολύ ψιλά

ψομιάρ= δεκαέξι μονάδες

ψιόπον= ψυχούλα

ψύχος= χρονία ελονοσία

ψωμίν έν, έχ ψωμίν=είναι κερδοφόρο



Ω

ωβά= αυγά

ώβασον= να γεννήσεις το αυγό σου

ωλένα (δωρικό)= αγκάλη

ωρία= μη

ωρίαζαν= πρόσεχαν, φύλαγαν

ωριάζνε= προσέχουν, φυλάγουν

ωριάσον= πρόσεξε μη τυχόν και

ώσνα= ώσπου